Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η ενωμένη Γερμανία ξεχνάει τα κόμπλεξ της

Η ενωμένη Γερμανία οφείλει να αναλάβει τα καθήκοντα που αντιστοιχούν σε μια «κεντρική δύναμη». Αυτό συνεπάγεται την ανάληψη ενός σημαντικού ρόλου μεσολάβησης και σταθεροποίησης για το δικό της συμφέρον και για το συμφέρον της Ευρώπης, η οποία έχει γίνει η δομή στην οποία εντάσσεται σταθερά το όραμα των ηγετών της ξεκινώντας από την πολιτική τους στην Ανατολή

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

 

1999. Δέκα χρόνια μετά την πτώση του τείχους, η Γερμανία αφήνει πίσω τη μεταπολεμική περίοδο και εισέρχεται «χωρίς κόμπλεξ» στη νέα εποχή. Στη διπλωματία φτάνει μέχρι του σημείου να συμμετάσχει σε στρατιωτική επιχείρηση στο Κόσοβο. Ήταν η αρχή μιας πορείας που την ανέδειξε ηγέτιδα στην Ευρώπη.

 

Του Stephan Martens*

Για πρώτη φορά μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η Γερμανία συμμετείχε στο Κόσοβο σε μια στρατιωτική επιχείρηση, η οποία επιπλέον ήταν εκτός της ζώνης που καλύπτεται από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ). Η εμπλοκή αυτή συμβαδίζει με το πνεύμα της εξωτερικής πολιτικής της μετά την ενοποίηση: αφήνοντας πίσω της την εποχή όπου η ασφάλειά της εξαρτιόταν από τους δυτικούς «προστάτες» της, προτίθεται να αναλαμβάνει από 'δω και πέρα νέες ευθύνες στους κόλπους των οργανισμών στους οποίους μετέχει.

Πολλοί παρατηρητές διακρίνουν σ' αυτό μια απόδειξη «ομαλότητας». Ήδη από το 1995 ο τότε Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ρόμαν Χέρτσογκ εξέφραζε την επιθυμία του για μια εξωτερική πολιτική «χωρίς συστολές»: η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θα έπειθε για την προσήλωσή της στις δυτικές αξίες μόνο εάν δεν απέκλειε εκ των προτέρων την υπεράσπιση των αξιών αυτών με τις Ένοπλες Δυνάμεις της. Η ειρωνεία της τύχης θέλησε να αναλάβει αυτή την πρώτη πολεμική αποστολή, ως υπουργός Εξωτερικών, ένας πρώην ειρηνιστής, ο Γιόσκα Φίσερ.

Αυτή η καινοτομία αναζωπύρωσε πάντως τις ανησυχίες, που επανεμφανίζονται στο εξωτερικό για την αύξηση της ισχύος της ενοποιημένης Γερμανίας. Ορισμένοι, επικαλούμενοι τις θέσεις που κατέλαβαν οι γερμανικοί βιομηχανικοί όμιλοι, όπως στο παρελθόν την ισχύ των γερμανικών Ενόπλων Δυνάμεων, δεν διστάζουν να τονίσουν το φόβητρο μιας υποτιθέμενης «επιθυμίας (για αναβίωση της) αυτοκρατορίας». Τα προβαλλόμενα επιχειρήματα είναι μερικές φορές τόσο υπερβολικά, που μοιάζουν να προέρχονται από την παλιά αντι-γερμανική επιχειρηματολογία που χαρακτήριζε πριν από τον πόλεμο τα υπερεθνικιστικά ρεύματα - τα οποία άλλωστε βούλιαξαν συχνά στη συνεργασία με τον κατακτητή.

Πώς να μην κατανοήσουμε ότι το παρελθόν τροφοδοτεί έναν παράλογο φόβο για το μέλλον; Πιο λογική είναι η αναμφισβήτητη διαπίστωση των μεγάλων -οικονομικών και στρατηγικών- πλεονεκτημάτων της ΟΔΓ που της δίνουν τα μέσα για ενδεχόμενες ηγεμονικές τάσεις. Για να αξιολογήσουμε τις αποστολές που το Βερολίνο καλείται αντικειμενικά να εκπληρώσει, πρέπει επίσης να επανεντάξουμε αυτά τα δεδομένα στην πραγματικότητα μιας ηπείρου σε πλήρη αναστάτωση. Σίγουρα δεν είναι εύκολο να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε τη γερμανική βούληση η οποία εκδηλώνεται πιο έντονα απ' ό,τι παλιότερα - ακόμη και έννοιες που εδώ και μισό αιώνα αποτελούσαν ταμπού, όπως ισχύς, έθνος ή συμφέρον, κάνουν ξανά την εμφάνισή τους στη Γερμανία. Αντί όμως να εξορκίζουμε λεκτικά τη δύναμη της Γερμανίας, καλύτερα να εκτιμήσουμε πολιτικά εάν τη χρησιμοποιεί με υπεύθυνο τρόπο - και να δράσουμε αναλόγως.

Σύμφωνα με την άποψη του ιστορικού Χανς Πέτερ Σβαρτς, η ενωμένη Γερμανία οφείλει -λόγω της γεωγραφικής θέσης της, των οικονομικών δυνατοτήτων της και της πολιτιστικής ακτινοβολίας της- να αναλάβει τα καθήκοντα που αντιστοιχούν σε μια «κεντρική δύναμη». Αυτό συνεπάγεται την ανάληψη ενός σημαντικού ρόλου μεσολάβησης και σταθεροποίησης, για το δικό της συμφέρον και για το συμφέρον της Ευρώπης, η οποία έχει γίνει η δομή στην οποία εντάσσεται σταθερά το όραμα των ηγετών της ξεκινώντας από την πολιτική τους στην Ανατολή.

Έως το 1990, η Οστπολιτίκ (σημ. της ελληνικής έκδοσης: η πολιτική έναντι της Ανατολής) στόχευε πρώτα απ' όλα στην εξομάλυνση των σχέσεων με τους ανατολικούς γείτονες. Μετά την ενοποίηση η Οστπολιτίκ προχωρά με μια άλλη λογική. Από τη στιγμή που η ΟΔΓ έχει γίνει ο κύριος εμπορικός εταίρος των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και ο συνήγορος για την ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ και συγχρόνως ο προνομιούχος μεσολαβητής μεταξύ της Ρωσίας και της διευρυμένης Ατλαντικής Συμμαχίας, βασικός στόχος της είναι η διατήρηση της ειρηνικής τάξης στο σύνολο της ηπείρου. Πράγματι, τίποτα δεν τη φοβίζει όσο οι παράγοντες αποσταθεροποίησης, με όλες τις συνέπειές της, ξεκινώντας από το κύμα προσφύγων. Προτεραιότητά της είναι να προλαμβάνει, να περιορίζει και να διευθετεί τις συγκρούσεις. Και η επιδίωξη αυτή για σταθερότητα επανεισάγει δυναμικά τη γεωοικονομία σε βάρος της γεωπολιτικής: το Βερολίνο θέλει να είναι, στην Ανατολή, το εργαλείο ανάπτυξης της ευημερίας και άρα της εδραίωσης των «δημοκρατιών της αγοράς». Το όραμα αυτό, παράλληλα με την αποδοχή των θέσεων των ΗΠΑ, βρίσκεται στις ρίζες της γερμανικής συμμετοχής στο Κόσοβο.

Όταν ρωτήθηκε για τη σύμπτωση της γερμανικής συμμετοχής στον πόλεμο στο Κόσοβο με το πέρασμα στη «Δημοκρατία του Βερολίνου», ο Φίσερ απάντησε ότι το Βερολίνο «δεν είναι παρά ένα νέο κεφάλαιο του ίδιου βιβλίου, του βιβλίου της γερμανικής δημοκρατίας. Τα θεμέλιά της θα συνδέονται για πάντα με το όνομα της Βόνης». Πράγματι, η μεταφορά της καγκελαρίας, της κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου, δεν συμβολίζει με κανέναν τρόπο το πέρασμα από μια δημοκρατία σε μια άλλη. Το θεμελιώδες δίκαιο που επικυρώθηκε το 1949 διέπει, πενήντα χρόνια μετά, το (επαν)ενωμένο έθνος. Αν και η νέα πρωτεύουσα δεν έχει καμία σχέση με τη μικρή επαρχιακή πόλη που την αντικαθιστούσε, οι βασικοί προσανατολισμοί της πολιτικής δεν θα αλλάξουν και η ΟΔΓ πρέπει πάνω απ' όλα να ολοκληρώσει την ενοποίησή της και να αντιμετωπίσει -να η «εξομάλυνση»- τα ίδια προβλήματα με τους γείτονές της: επώδυνες οικονομικές αναδιαρθρώσεις, αμφισβήτηση του κράτους πρόνοιας, γήρανση του πληθυσμού. Συγχρόνως θα πρέπει να αναλάβει την ιδιαίτερη ιστορική ευθύνη που βαρύνει τη Γερμανία λόγω του παρελθόντος της.

Η Γερμανία δεν έχει να αντιμετωπίσει ένα αποικιοκρατικό παρελθόν και δεν διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο. Δεν της λείπουν, ωστόσο, τα συμφέροντα και οι εταίροι. Κάθε σύγκρουση στον πλανήτη την αφορά. Είναι όμως η Γερμανία ο «exemplary global citizen» (υποδειγματικός πολίτης του κόσμου), που περιέγραφε, το 1996, ο Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι στη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση του Συμβουλίου Ασφαλείας; Κάτι τέτοιο θα σήμαινε την περιφρόνηση της θέσης της, την οποία προφανώς υπερασπίζεται, ως ευρωπαϊκής Handelsmacht («εμπορική δύναμη») με παγκόσμια συμφέροντα. Ως πρώτη εξαγωγική δύναμη της Ευρώπης στηρίζεται -με τη βοήθεια του διεθνούς αναπροσανατολισμού των μεγάλων ομίλων της- σε μια ισχυρή εθνική βιομηχανική βάση για να αξιοποιήσει πλήρως τον «χώρο συσσώρευσης» που της προσφέρει η Ευρώπη.

Γιατί η μεγάλη επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής της Βόνης, σύμφωνα με τη γραμμή που καθιέρωσε ο πρώην υπουργός Εξωτερικών Χανς Ντίτριχ Γκένσερ από τη δεκαετία του '70, ήταν να λαμβάνει υπόψιν τα εθνικά συμφέροντά της εντάσσοντάς τα συγχρόνως σε πολυμερείς ενέργειες. Η ΟΔΓ αντλεί ένα μεγάλο μέρος της δύναμής της από τον στενό συντονισμό της εξωτερικής πολιτικής της με τους εταίρους της στην Ένωση, όπως και από την ενεργή συμμετοχή της στους διεθνείς οργανισμούς. Γι' αυτό ταυτίζει τόσο εύκολα την ευρωπαϊκή πολιτική με την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων της. Αυτό δεν την εμποδίζει ωστόσο να προωθεί το δικό της όραμα για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.

Έτσι, οι ηγέτες της προβάλλουν ευχαρίστως το μοντέλο τους σε μια ομοσπονδιακή, και μάλιστα συνομοσπονδιακή, Ευρώπη. Τα κείμενα του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος (CDU-CSU) του Σεπτεμβρίου 1994, του Σεπτεμβρίου 1997 και του Μαΐου 1999, πραγματικά προγράμματα για την Ευρώπη των αρχών του 21ου αιώνα, απαιτούσαν την επιβολή ενός πλαισίου στους εταίρους της Γερμανίας. Όσο για την κυβέρνηση Σρέντερ, αυτή επωφελήθηκε της γερμανικής προεδρίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, κατά το πρώτο εξάμηνο του 1999, για να υπερασπιστεί τα εθνικά συμφέροντα στις διαπραγματεύσεις για την «Ατζέντα 2000» και άρα για τη συμβολή της ΟΔΓ στον κοινοτικό προϋπολογισμό. «Αυτοκρατορική» στρατηγική ή πραγματιστικό διάβημα; Και πάλι δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε ότι την ώρα της επιτάχυνσης και της διεύρυνσης της ευρωπαϊκής οικοδόμησης καθένας περιμένει φυσικά, περισσότερο από ποτέ, να επωφεληθεί τα μέγιστα από τα πλεονεκτήματα της παγκοσμιοποίησης, αποφεύγοντας συγχρόνως τις αρνητικές συνέπειες.

Οι γαλλογερμανικές σχέσεις, που από καιρό θεωρούνταν ότι έχουν μία αξία καθαυτές, προσαρμόζονται κι αυτές στη νέα πραγματικότητα, αφού οι παράμετροι των διμερών σχέσεων που υπήρχαν έως το 1990 έχουν αλλάξει ριζικά. Η διαίρεση της Γερμανίας ήταν, για τη Γαλλία, μια από τις βάσεις της καλής λειτουργίας των γαλλο(δυτικο)γερμανικών σχέσεων, οι οποίες στηρίζονταν εμμέσως στην ειδική διεθνή θέση της ΟΔΓ και στη θέση της Γαλλίας ως προστάτριας δύναμης, εγγυήτριας της Γερμανίας και υπεύθυνης για την ευρωπαϊκή ισορροπία.

 

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στη διεύθυνση https://monde-diplomatique.gr/?p=3953

 

* Ο Stephan Martens είναι καθηγητής σύγχρονου γερμανικού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Μπορντό 3 και διευθυντής της συλλογής «Perspectives européennes» στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις του Μπορντό

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Δημόσια Υγεία: Η κατεδάφιση Νο 2

Με το που άλλαξε η κυβέρνηση, τα ΜΜΕ σταμάτησαν να ασχολούνται με θέματα δημόσιας Υγείας. Από εκεί που προσπαθούσαν να βγάλουν πολιτικό ζουμί κάνοντας την τρίχα τριχιά, τώρα έχασαν εντελώς το ενδιαφέρον τους. Τα κοινωνικά δίκτυα, όμως, βράζουν.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις