Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι Ιρακινοί διαδηλώνουν ενάντια στον ζυγό του Ιράν

Μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού Άντελ Άμπτουλ Μαχντί, στις 29 Νοεμβρίου, η άρχουσα τάξη κωφεύει στα αιτήματα της νεολαίας και αναζητά έναν νέο επικεφαλής της κυβέρνησης, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός έχει πλέον διεκπεραιωτικό ρόλο. Δεκαέξι χρόνια μετά την πτώση της Βαγδάτης, η χώρα ζει μια πρωτοφανή κρίση

Επιμέλεια: Γιάννης Κυπαρισσιάδης

 

Το Ιράκ βιώνει έναν σοβαρό κοινωνικό μαρασμό, που οξύνεται από τη διαφθορά και τη θεσμική αποσάθρωση. Εξεγερμένος από τα τέλη του περασμένου Σεπτεμβρίου, ο πληθυσμός αμφισβητεί το πολιτικό σύστημα, βασισμένο στον σεχταρισμό και τη θρησκευτική πόλωση. Η αμφισβήτηση, η οποία ουσιαστικά προς το παρόν εκφράζεται από τους Σιίτες, στρέφεται ενάντια στην πανταχού παρούσα επιρροή του Ιράν.

 

Του Feurat Alani*

Περίπου 450 νεκροί και περισσότεροι από 20.000 τραυματίες μεταξύ 1ης Οκτωβρίου και μέσων Δεκεμβρίου: ο απολογισμός είναι τρομακτικός. Από την πλατεία Ταχρίρ, στο κέντρο της Βαγδάτης, μέχρι τις πόλεις του νότιου Ιράκ, χιλιάδες διαδηλωτές υψώνουν το ανάστημά τους στην κυβέρνηση και στις πολιτοφυλακές που την στηρίζουν. Απαιτούν το τέλος του εγκατεστημένου από το 2003 πολιτικού συστήματος, ημερομηνία της κατάρρευσης του καθεστώτος του δικτάτορα Σαντάμ Χουσεΐν, που ακολούθησε την εισβολή αμερικανικών και συμμαχικών, κυρίως βρετανικών, στρατευμάτων στη χώρα. Ο διάλογος μεταξύ κυβέρνησης και διαμαρτυρόμενου λαού φαίνεται πως έχει διακοπεί. Οι απαγωγές και οι δολοφονίες νεαρών ακτιβιστών συνεχίζονται μετά τη νυχτερινή σφαγή της 6ης Δεκεμβρίου, όταν είκοσι τέσσερις άνθρωποι (είκοσι διαδηλωτές και τέσσερις αστυνομικοί) οι οποίοι βρίσκονταν σε ένα πολυώροφο πάρκινγκ, τόπο συνάθροισης διαδηλωτών, σκοτώθηκαν από πολιτοφύλακες που δεν ταυτοποιήθηκαν. Μετά την παραίτηση του πρωθυπουργού Άντελ Άμπτουλ Μαχντί, στις 29 Νοεμβρίου, η άρχουσα τάξη κωφεύει στα αιτήματα της νεολαίας και αναζητά έναν νέο επικεφαλής της κυβέρνησης, καθώς ο πρώην πρωθυπουργός έχει πλέον διεκπεραιωτικό ρόλο. Δεκαέξι χρόνια μετά την πτώση της Βαγδάτης, η χώρα ζει μια πρωτοφανή κρίση.

Η νέα αυτή σελίδα της ιρακινής ιστορίας άνοιξε στις 27 Σεπτεμβρίου. Εκείνη την ημέρα, δύο γεγονότα έγιναν η σπίθα που προκάλεσε την έκρηξη. Καταρχάς, η βίαιη και αδικαιολόγητη διάλυση μιας συγκέντρωσης άνεργων πτυχιούχων μπροστά στο κτήριο των γραφείων του πρωθυπουργού. Κατόπιν, η καθαίρεση ενός άντρα που θεωρούνταν εθνικός ήρωας λόγω του ρόλου που διαδραμάτισε στη μάχη ενάντια στην Οργάνωση του Ισλαμικού Κράτους (ISIS): του αντιστράτηγου Αμπντέλ Ουάχαμπ Αλ-Σαάντι, υποδιοικητή της Ιρακινής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας (ICTS). Πολλοί Ιρακινοί είδαν ιρανικό δάκτυλο πίσω από αυτήν την αποπομπή. Ο άνδρας εκείνος ήταν φιλικά προσκείμενος στους Αμερικανούς, και το ICTS, του οποίου ήταν ντε φάκτο επικεφαλής, αποτελεί προπύργιο κατά των ηγεμονικών φιλοδοξιών των Χασντ Αλ-Σαάμπι, των Μονάδων Λαϊκής Κινητοποίησης (γνωστών και ως «λαϊκά πλήθη»). Δημιουργημένος το 2014 προκειμένου να διεξαγάγει τον ιερό πόλεμο ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος μετά την πτώση της Μοσούλης, αυτός ο συνασπισμός παραστρατιωτικών μονάδων πολιτοφυλακής, με κυρίαρχο το σιιτικό στοιχείο, χρηματοδοτήθηκε κυρίως από το Ιράν και εκπαιδεύτηκε από τους Φρουρούς της Επανάστασης, τον ένοπλο βραχίονα της Τεχεράνης στην περιοχή.

Καταδυνάστευση πτυχιούχων και παραγκωνισμός ενός εθνικού ήρωα με σκοπό να ικανοποιηθεί η Τεχεράνη. Αυτά τα δύο γεγονότα συνοψίζουν το διπλό κίνητρο του Χιράκ («κινήματος»): τον θυμό απέναντι σε μια επιδεινωμένη οικονομική και κοινωνική κατάσταση και την αγανάκτηση απέναντι στην επιρροή του Ιράν.

Οι τωρινές διαδηλώσεις, αν και αυθόρμητες, και τελευταίες χρονικά σε μια μακρά σειρά από το 2003, δεν είναι παρά η συνέπεια αθετημένων υποσχέσεων. Τα ενδημικά προβλήματα που υπήρχαν και πριν από δεκαέξι χρόνια παραμένουν: διαφθορά, πελατειακό καθεστώς, ανεργία, ένοπλη βία, αναποτελεσματικό και εξαντλημένο πολιτικό σύστημα. Κι όμως, η χώρα ποτέ δεν ήταν τόσο πλούσια, καθώς ο κρατικός προϋπολογισμός ευνοείται από το υψηλό επίπεδο των τιμών του πετρελαίου, που απέφεραν έσοδα ύψους 112 δισεκατομμυρίων δολαρίων για το 2019 (οι υδρογονάνθρακες αντιπροσωπεύουν το 99% των εξαγωγών). Και παράλληλα, η ήδη σημαντική κρατική διαφθορά κλιμακώθηκε. Στις αρχές του 2019, μια επιτροπή του Κοινοβουλίου επιβεβαίωνε ότι μέσα σε δεκαέξι χρόνια είχε καταβροχθίσει 200 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή το διπλάσιο του ΑΕΠ.

Με 50% ανεργία στους κόλπους της, η νεολαία είναι το πρώτο θύμα αυτής της κακοδιαχείρισης. Η αυτοκτονία, κατακριτέα από τη μουσουλμανική θρησκεία, δεν αποτελεί πλέον ταμπού. Μεταξύ 2016 και 2018, η (πολύ επίσημη) επιτροπή ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Κοινοβουλίου αναγνώρισε πως υπήρξε αύξηση των αυτοκτονιών σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30% και τα περιστατικά από 383 έφτασαν τα 519. Μολονότι κατά πάσα πιθανότητα είναι υποεκτιμημένοι, οι αριθμοί αυτοί προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στον πληθυσμό. Κάτι ακόμη χειρότερο: το 2019, πολλά από αυτά τα απονενοημένα διαβήματα διαπράχθηκαν και μεταδόθηκαν ζωντανά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μετά το 2003, η εκπαίδευση έχει εντελώς παραμεληθεί από τις διαδοχικές κυβερνήσεις. Σήμερα υπάρχει έλλειψη 20.000 σχολείων. Μια σχολική τάξη ενίοτε περιλαμβάνει περισσότερους από 80 μαθητές. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι το έτος 2017-2018, 130.000 παιδιά δεν φοίτησαν στο δημοτικό σχολείο.1 Αν και αφορά το σύνολο της χώρας, το πρόβλημα είναι ακόμη σοβαρότερο στις ζώνες που κάποτε είχε καταλάβει το ISIS. Η νεολαία έχει βγει στους δρόμους απαιτώντας μια αλλαγή.

«Η γενιά αυτή δεν έχει χρήματα για να ταξιδέψει, ωστόσο είναι σε μεγάλο ποσοστό συνδεδεμένη με τα νέα μέσα. Βλέπει πως στο εξωτερικό η ίδια ηλικιακή ομάδα ζει πολύ καλά και συχνά σε χώρες λιγότερο πλούσιες από το Ιράκ. Δεν δέχονται πλέον να ζουν σε μια χώρα όπου κυριαρχεί η ανομία, με οπλισμένες πολιτοφυλακές παντού. Η κρίση αυτή είναι πολύ βαθύτερη από τις προηγούμενες. Η καταγγελία αφορά ένα ολόκληρο σύστημα, και γι’ αυτόν τον λόγο οι πολιτικοί τηρούν σιγή: απειλούνται τα προσωπικά συμφέροντά τους», εξηγεί ο Μουστάφα Σααντούν, ιδρυτής του Ιρακινού Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ο εγκατεστημένος στη Βαγδάτη δημοσιογράφος ήταν ένας από τους πρωτεργάτες των διαδηλώσεων στην πλατεία Ταχρίρ το 2015. Τότε, οι διαδηλωτές ζητούσαν κοινωνικές μεταρρυθμίσεις από την κυβέρνηση του πρωθυπουργού Χαϊντέρ Αλ-Αμπάντι. «Το 2015, υπήρχε πολύ λιγότερη βία. Κι έπειτα, συναντιόμασταν μόνο κάθε Παρασκευή. Σήμερα, μέσα σε μόλις δύο μήνες, έχουμε περίπου πεντακόσιους νεκρούς! Όλοι τους ειρηνικοί διαδηλωτές: κανείς δεν ήταν οπλισμένος», καταλήγει αγανακτισμένος ο Σααντούν.

Εκτός από την κοινωνικοοικονομική αποσύνθεση της χώρας, η πανταχού παρούσα επιρροή του Ιράν αποτελεί ένα από τα καύσιμα της εξέγερσης. Ενώ οι Αμερικανοί εισβολείς το 2003 είχαν υποσχεθεί δημοκρατία, η χώρα έκτοτε έχει πιαστεί σε μια μέγγενη. Η παρουσία ξένων στρατευμάτων στο έδαφός της, η εξάρθρωση των δομών του παλαιού καθεστώτος, η εξαφάνιση πολλών θεσμών, η κατά το θρησκευτικό δόγμα μονομέρεια όσων απέμειναν, η σημαντική επιρροή πολλών πρώην αντιπολιτευόμενων που έζησαν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο εξωτερικό και εξακολουθούν να αγνοούν την πραγματικότητα της χώρας έχουν αποδυναμώσει σημαντικά τον κρατικό μηχανισμό. Αυτό άνοιξε τον δρόμο σε παρεμβάσεις από το Ιράν και τις ΗΠΑ.

Ωστόσο, από το 2011, ημερομηνία απόσυρσης των αμερικανικών στρατευμάτων κατόπιν απόφασης της κυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα, το Ιράν άρχισε να αυξάνει την επιρροή του έναντι του ανταγωνιστή του. Τον περασμένο Νοέμβριο, η ιστοσελίδα «The Intercept» δημοσίευσε ιρανικά τηλεγραφήματα που αποκάλυπταν κάτι που, για την πλειονότητα των Ιρακινών, δεν ήταν παρά κοινό μυστικό:2 το εύρος της διείσδυσης του Ιράν σε όλα τα επίπεδα της κυβέρνησης. Θα μπορούσαμε σχεδόν να μιλήσουμε για απροκάλυπτο εισοδισμό σε εθνικό επίπεδο, κρίνοντας από το μέγεθος της επιρροής, από τον Βορρά έως τον Νότο και από τα ανατολικά μέχρι τα δυτικά. Η επίδραση είναι τόσο ισχυρή που οι Ιρακινοί που συνεργάζονταν με την αμερικανική Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών (CIA) στρατολογήθηκαν άμεσα από τις ιρανικές υπηρεσίες μετά την αναχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων. Οι πηγές που επέτρεψαν τη διαρροή των αποδείξεων αυτών είναι ιρακινές, κάτι που αποκαλύπτει την αγανάκτηση μιας σημαντικής μερίδας των υπηρεσιών ασφαλείας.

«Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας του, το Ιράκ πάντα κατέληγε να ξεσηκώνεται ενάντια στις δυνάμεις κατοχής ή σε κάθε μορφή καταπίεσης. Τα πλήγματα της κυβέρνησης στην εκπαίδευση, η ενδημική διαφθορά, η πολιτική κακοδιαχείριση της χώρας όξυναν τον θυμό της νεολαίας», είναι η ανάλυση που κάνει ο Μουντάντχαρ Νάσερ, παρατηρητής και ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα, που συμμετείχε σε όλες τις διαδηλώσεις στην πλατεία Ταχρίρ από το 2015. Την 1η Οκτωβρίου 2019, ένα από τα πρώτα δημοφιλή συνθήματα δεν επικαλούνταν ούτε τις διακοπές ρεύματος ούτε την εργασία, αλλά ένα εθνικό όραμα που ποδοπατείται από το 2003: «Νούριντ Ουατάν» («Θέλουμε ένα έθνος»). «Για την οικοδόμηση του μέλλοντος μιας χώρας, η βάση είναι η παιδεία. Και η κινητήρια δύναμή της είναι η πολιτική αυτονομία, που θα αποκτήσουμε όταν θα ανακτήσουμε την ιδιότητά μας ως πολίτες», εξηγεί ο Χατέμ Αλ-Ζαΐντι, καταληψίας της πλατείας Ταχρίρ. «Απορρίπτουμε κάθε ξένη ανάμειξη στις υποθέσεις του Ιράκ. Δεν θέλουμε ούτε το Ιράν ούτε τις ΗΠΑ».

Κατά τον πρώτο καιρό των διαμαρτυριών, η κυβέρνηση επέμενε να μην ακούει τα αιτήματα των διαδηλωτών. Διέκοψε την πρόσβαση στο Διαδίκτυο και διατάραξε τις επικοινωνίες. Αναμφίβολα, η στάση αυτή ενίσχυσε απροσδόκητα το κίνημα. Απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, οι διαδηλωτές αψήφησαν τον θάνατο και τις προσκείμενες στην κυβέρνηση πολιτοφυλακές που, κάποιες φορές, υποστηρίζονταν απευθείας από ιρανικά στοιχεία, η ταυτότητα των οποίων αποκαλύφθηκε από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η δυσφορία για το Ιράν τροφοδοτείται τακτικά από τα σκαμπανεβάσματα στην πολιτική ζωή, που κατατείνουν στο συμπέρασμα ότι η Βαγδάτη είναι έρμαιο της Τεχεράνης. Τον Απρίλιο του 2019, βουλευτές φιλικά προσκείμενοι στην Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν παρουσίασαν βιαστικά ένα νομοσχέδιο το οποίο απαιτούσε την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων που διατηρούσαν παρουσία στο Ιράκ από το 2014, στο πλαίσιο της καταπολέμησης του Ισλαμικού Κράτους. Δεν είχε περάσει όμως απαρατήρητο από κανέναν ότι ο αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ μόλις είχε ζητήσει την απόσυρση από τον πρωθυπουργό Μάχντι, ενόσω τον υποδεχόταν στην Τεχεράνη. Ένα επίμονο αίτημα το οποίο, επιπλέον, συνέπιπτε χρονικά με μια κορύφωση της έντασης μεταξύ του Ιράν και των ΗΠΑ, μετά την απόφαση της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ να συμπεριλάβει τους Φρουρούς της Επανάστασης στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων. Η εργαλειοποίηση της χώρας τους από τη γείτονα προκαλεί ακόμη περισσότερη δυσαρέσκεια σε πολλούς Ιρακινούς επειδή η Βαγδάτη, από την πλευρά της, είναι πάντοτε πρόθυμη να καταγγείλει παρεμβάσεις της Δύσης. Έτσι, στις 9 Δεκεμβρίου, οι πρέσβεις της Γερμανίας, του Καναδά, της Γαλλίας και του Ηνωμένου Βασιλείου κλήθηκαν να παρουσιαστούν στο υπουργείο Εξωτερικών μετά το αίτημα που απηύθυναν οι πρωτεύουσές τους προς την κυβέρνηση να εμποδίσει τις πολιτοφυλακές να χρησιμοποιούν βία ενάντια στους διαδηλωτές.

Οι πολίτες ανησυχούν και για τη σταδιακή αύξηση της επιρροής των Χασντ Αλ-Σαάμπι, που πλέον έχουν ενσωματωθεί, τουλάχιστον θεωρητικά, στον μηχανισμό ασφαλείας, αλλά που, ισχυροποιημένες από την υποστήριξη της Τεχεράνης, συμπεριφέρονται ως κράτος εν κράτει, παρεμβαίνοντας στον πολιτικό διάλογο. Μετά τη μαζική δολοφονία της 6ης Δεκεμβρίου, ο επικεφαλής τους έδωσε εντολή στους άντρες του να μην πλησιάζουν τους διαδηλωτές. Αυτή η εντολή, εντούτοις, η οποία εντείνει τις υπάρχουσες υποψίες σχετικά με την ευθύνη των πολιτοφυλακών στις δολοφονίες, δεν έχει πραγματική επίδραση, δεδομένου ότι πολλά μέλη των μονάδων αυτών δρουν ανεξέλεγκτα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι διαδηλωτές στράφηκαν εναντίον ιρανικών συμφερόντων. Στις 4 Νοεμβρίου, το προξενείο του Ιράν στην Κερμπάλα δέχτηκε επίθεση. Στις 27 Νοεμβρίου, το προξενείο που βρίσκεται στην ετέρα ιερή πόλη των Σιιτών, τη Νατζάφ, πυρπολήθηκε από ένα οργισμένο πλήθος. Τα περιστατικά συνοδεύτηκαν από συνθήματα που έγιναν ύμνοι της αμφισβήτησης: «Έξω το Ιράν, έξω το Ιράν, η Βαγδάτη θα μείνει ελεύθερη». Ένα σύνθημα που επαναλήφθηκε στις 9 Δεκεμβρίου στην Κερμπάλα, κατά την κηδεία του Φαχίμ Αλ-Τάι, εμβληματικής μορφής των διαδηλώσεων, ο οποίος είχε δολοφονηθεί την προηγουμένη μπροστά στο σπίτι του από σκοπευτές σε μοτοσικλέτα. Για την εξεγερμένη νεολαία, η απαίτηση μιας «ελεύθερης χώρας» είναι μια λογική επιστροφή σε μια έννοια που χάθηκε την επομένη της πτώσης του καθεστώτος Χουσεΐν: την ιρακινή ταυτότητα.

«Ζούμε μια στιγμή που περιμέναμε όλοι για πολύ καιρό. Είναι ιστορική. Είμαστε απομονωμένοι και διχασμένοι από το 2003. Η ιρακινή ταυτότητα απαξιώθηκε και κυρίως διαστρεβλώθηκε από την κυβέρνηση, η οποία συνεχώς την εξομοιώνει με τη νοσταλγία για το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, ενώ οι περισσότεροι νέοι διαδηλωτές δεν γνώρισαν εκείνη την εποχή! Αυτό που θέλουμε σήμερα είναι η ταυτότητα αυτή να γίνει η μοναδική κινητήρια δύναμη του ιρακινού κράτους. Το μόνο που θέλουμε είναι να αναγνωριστούμε ως πολίτες», ζητάει ο κύριος Νάσερ.

Στα μέσα Δεκεμβρίου, η λαϊκή οργή δεν άγγιζε παρά μόνο την πρωτεύουσα και τις μεγάλες σιιτικές πόλεις, όπως η Νασιρίγια, η Κερμπάλα, η Νατζάφ, η Άμαρα, η Βασόρα. Στον Νότο, όπου κυριαρχεί το σιιτικό στοιχείο, οι νέοι εκφράζουν την επιθυμία τους να απαλλαγούν από ένα καθεστώς χτισμένο επάνω σε συσχετισμούς δογματικών δυνάμεων, με τη θρησκευτική πόλωση να αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής ζωής. Οι επιθυμίες αυτές είναι οι ίδιες με των Σουνιτών συμπατριωτών τους, οι οποίοι, προς τον παρόν, παραμένουν σιωπηλοί. Η κύρια αιτία αυτής της συγκράτησης βρίσκεται στην πρόσφατη ιστορία των μεγάλων πόλεων των επαρχιών του Ανμπάρ και της Νινευή, όπως η Φαλούτζα, το Ραμάντι και η Μοσούλη. Από το 2004, οι ένοπλες εξεγέρσεις κατά της αμερικανικής παρουσίας και στη συνέχεια ο ασφυκτικός έλεγχος από τζιχαντιστικές ομάδες που αμφισβητούσαν την κυβέρνηση της Βαγδάτης, το μόνο αποτέλεσμα που είχαν ήταν πολεμικές απαντήσεις και αμείλικτη καταστολή. Μολαταύτα, οι περισσότεροι Σουνίτες διατηρούν ένα ισχυρό εθνικό φρόνημα και δεν θεωρούν ότι είναι κάτι άλλο από Ιρακινοί. Ωστόσο, όλοι έχουν τη βαθιά επίγνωση ότι λογίζονται ως παρίες.

«Θεωρούμαστε τρομοκράτες από την κυβέρνηση», εξηγεί ο Ουντάι Αλ-Χαλμπούσι, που κατάγεται από το Ραμάντι. «Έχουμε ήδη διαδηλώσει πολλές φορές, χωρίς άλλα αποτελέσματα πλην της καταστολής. Έχουμε υποστεί πολλές απώλειες από το 2004. Οι πόλεις μας είναι γεμάτες χήρες, ορφανά, μάρτυρες και τραυματίες. Πολύ απλά, οι άνθρωποι φοβούνται, φοβούνται κυρίως τις παραστρατιωτικές ομάδες που έχουν διασυνδέσεις με την κυβέρνηση. Και κυρίως δεν έχουμε ούτε αρχηγό ούτε κάποια ξένη χώρα να μας υποστηρίζει, ούτε πολιτοφυλακές προστασίας, όπως έχουν οι διαδηλωτές στη Βαγδάτη», συνεχίζει, αναφερόμενος στα «μπλε κράνη», την άοπλη πολιτοφυλακή του ιμάμη Μοκτάντα Αλ-Σαντρ.

«Πιστεύω πως, όσο το κίνημα δεν οδηγεί σε καμία πρωτοβουλία κυβερνητικής μεταρρύθμισης και όσο οι Χασντ Αλ-Σαάμπι θα αστυνομεύουν τους δρόμους, οι Σουνίτες θα παραμένουν σε στάση αναμονής», προβλέπει ο Μοχάναντ Αλ-Αλουάνι, κάτοικος της Φαλούτζα. Αυτό εξηγεί γιατί, παρ’ όλο που στην πλατεία Ταχρίρ σουνιτικές αντιπροσωπείες φοιτητών ενώθηκαν με τους διαδηλωτές, οι περισσότερες πόλεις στα δυτικά και στα βόρεια παραμένουν προσεκτικές, ανησυχώντας για ενδεχόμενα αντίποινα από τις πολιτοφυλακές. Στο περιθώριο επί σειρά ετών από ένα πολιτικό σύστημα υπόλογο σε δύο ξένες, ανοικτά παρεμβατικές δυνάμεις, η απαίτηση του σεβασμού της εθνικής ταυτότητας παραμένει συνδεδεμένη με μια κινητοποίηση που φαίνεται πως θα ξεπεράσει τις διαχωριστικές γραμμές της θρησκευτικής πόλωσης.

 

1 «Le programme scolaire en Irak, un aperçu du désastre» (στα αραβικά), «Daraj», Βυρηττός, 10 Μαρτίου 2019.

2 James Risen, Tim Arango, Farnaz Fassihi, Murtaza Hussain και Ronen Bergman, «A spy complex revealed», «The Intercept» (σε συνεργασία με τους «The New York Times»), 18 Νοεμβρίου 2019, https://theintercept.com/2019/11/18/iran-iraq-spy-cables/

 

* Ο Feurat Alani είναι δημοσιογράφος και δημιουργός, μαζί με τον Léonard Cohen, του graphic novel «Le Parfum d’Irak» εκδόσεις Nova, Παρίσι, 2018.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Απολογισμός

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μια διαδικασία διεύρυνσης που θα τον αντιστοιχίσει πολιτικά και οργανωτικά στο 31,5% που πήρε στις πρόσφατες εκλογές. Στόχος είναι να εδραιωθεί ως μια δύναμη της Αριστεράς που θα αποτελεί, ταυτόχρονα, κορμό της προοδευτικής παράταξης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις