Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μ. Ρεβέλι: Ενάντια στην αισθητική του θανάτου

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, όταν το νεκρικό πέπλο της πανδημίας θα φύγει, σε ποιον κόσμο θα βρισκόμαστε. Σε ποια κοινωνία. Με ποια πολιτική. Φυσικά, είναι αλήθεια ότι μια ένδειξη δεν αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αν η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί, φοβάμαι ότι θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι αυτή η κουλτούρα του θανάτου θα συνεχίσει να περιπλανιέται ανάμεσά μας βάζοντας την υποθήκη της στα πρότυπα της κυβέρνησης και των αποφάσεων εάν δεν ξεκινήσουμε κάποια μορφή υπερβατικότητας του υπάρχοντος που να μας σώζει από την «πολιτιστική απελπισία». Εάν επικρατήσει δυστυχώς το «όλα όπως πριν», θα πέσουμε στα απείρως χειρότερα από πριν...

Του Μάρκο Ρεβέλι*

 

Ο θάνατος και ο φασισμός πάντοτε συμβαδίζουν. Η αισθητική του θανάτου οδήγησε στην έλευση του φασισμού στην Ευρώπη και σηματοδότησε την εποχή του καταστροφικού του τέλους. Οι τραμπούκοι των φασιστικών ομάδων πριν από την πορεία στη Ρώμη τον Οκτώβριο του 1922 είχαν στα λάβαρά τους μια νεκροκεφαλή με το σύνθημα «Δεν με νοιάζει» (Τον αψηφώ) για να επιβεβαιώσουν με την περιφρόνηση του θανάτου τους το κυρίαρχο δικαίωμά τους να αποφασίζουν για τη ζωή των άλλων. Αυτό υποστήριζε το παράδειγμα των πρωτοναζιστικών freikorps. Οι χασάπηδες των «Ταγμάτων Μ», των «Ταγμάτων Μουσολίνι», που στις υπηρεσίες των Γερμανών έκαναν τη βρόμικη δουλειά γι’ αυτούς τους μήνες του Απελευθερωτικού Πολέμου, τραγουδούσαν «Μαύρος ανθός στο τάγμα μας, εμείς τον θάνατο τον είδαμε, με δύο χειροβομβίδες, και στο στόμα ένα λουλούδι». Τραγουδούσαν ακόμη ένα άλλο τραγούδι για να φλερτάρουν με τον θάνατο και να τον φιλήσουν κάτω από το πολυβόλο. Λοιπόν, ίσως κάνω λάθος. Αλλά από αυτό το υπαρξιακό σκοτεινό φόντο νιώθω και πάλι μια αόριστη μυρωδιά (ασαφή φυσικά!) στο μακάβριο φωτοστέφανο που παράγει ο κορωνοϊός στον κόσμο και στον μαζικό θάνατο που σπέρνει.

Αισθάνομαι τη γεύση του στις σεξιστικές παρουσιάσεις του Μπολσονάρου στη Βραζιλία, στην αδιαφορία του Τραμπ απέναντι στην εξάπλωση της νόσου στις πόλεις του, στις θεωρίες της «ανοσίας της αγέλης» και στην επίκληση των αφεντικών όλων του κόσμου ότι οι μπίζνες θα πρέπει να συνεχιστούν ανεξάρτητα από το κόστος.

Η κουλτούρα του θανάτου

Αυτή η νοσηρή και εμμονική παρουσία του θανάτου -και η συνακόλουθη «ρητορική» και «αισθητική του θανάτου»- στην υπαρξιακή φασιστική διάσταση δεν είναι μια δευτερεύουσα και περιθωριακή άποψη. Είναι ένας ουσιαστικός χαρακτήρας του πρότυπου του φασιστικού «ανθρώπινου τύπου», καλά ριζωμένος στον ανθρωπολογικό και ιστορικό πεσιμισμό που αποτελεί το πολιτιστικό του υπόβαθρο. Σ’ αυτήν την «πολιτιστική απελπισία» [σκέφτομαι ένα παλιό, αλλά αξεπέραστο βιβλίο, «Την πολιτική της πολιτιστικής απελπισίας» («The politics of cultural dispair») του γερμανικού Φριτς Στερν], που γεννιέται από την ιδέα της απόλυτης υπέρβασης της ανθρώπινης ύπαρξης που καταστρέφεται από την ερημοποίηση του σύγχρονου, σε σχέση με την οποία ο μόνος τρόπος για να βγούμε από τη μη αυθεντική ζωή, παγιδευμένη στην αποπροσωποποίηση μιας ανώνυμης καθημερινής ζωής, φαίνεται να είναι ότι το «να ζεις για τον θάνατο» αποτελεί το μοναδικό απόλυτο σημείο πτώσης για να βιώσουμε το «αυθεντικό».

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ουμπέρτο Έκο δείχνει ότι το ενδέκατο χαρακτηριστικό της μήτρας του φασισμού, το Ur-fascismo, είναι η κουλτούρα του θανάτου, που «ανακηρύχθηκε ως η καλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή». «Ο Ουρ-φασίστας είναι ανυπόμονος να πεθάνει» γράφει ο Έκο σ’ αυτό το πολύ σύντομο, αλλά πυκνό κείμενό του με τίτλο «Ο αιώνιος φασισμός». «Παρ’ όλο που», προσθέτει, «στην ανυπομονησία του καταφέρνει πιο συχνά να κάνει τους άλλους να πεθάνουν». Ή σε κάθε περίπτωση αντιλαμβάνεται την «αξιοπρεπή ζωή» ως ένα συνεχές παιχνίδι με τον θάνατο, σχεδόν λες κι αν τα καταφέρνεις να βγεις ζωντανός να αποτελεί το σημάδι μιας υπαρξιακής ανωτερότητας, ένα ηθικό δίδαγμα για τους Κύριους - Άρχοντες, για να το πω σαν τον Νίτσε, σε αντίθεση με την ηθική των σκλάβων, αυτών που δεν διακινδυνεύουν.

Σήμερα, με μια αυξανόμενη αίσθηση τρόμου φαίνεται ότι βλέπω τις ψηφίδες αυτού του μωσαϊκού, που ονομάζεται ακριβώς «πολιτιστική απελπισία», να διαμορφώνεται ξανά σε μια ανησυχητική εικόνα: το ίδιο συναίσθημα μιας μη αυθεντικής ζωής (μια ζωή χωρίς μέλλον, γιατί δεν είναι βιώσιμο), η ίδια αίσθηση ενδοαισθησίας, η αδυναμία μιας σκέψης «να πάμε πέρα από...», παρ’ όλο που οι δυσοίωνοι οιωνοί είναι όλοι δραματικά παρόντες (η ίδια ιστορική απαισιοδοξία), ο ίδιος πειρασμός κάποιας θανατηφόρας αποζημίωσης εδώ και τώρα, με την αδυναμία μιας πραγματικής εξόδου σε ένα ιστορικά καθορισμένο μέλλον.

Ο προκλητικός Μπολσονάρου

Γύρω μας, το αποτέλεσμα της πανδημίας, όπως ήταν τότε του πολέμου, ο μακάβριος χορός ενός μαζικού θανάτου, ανώνυμου, ανελέητου, πλήττοντας τυχαία. Που γίνεται κάπως μεταδοτικό, ζητά και προκαλεί προσομοίωση ακριβώς όπως η λοίμωξη που είναι στη φασιστική αρχή του, όπως του Μπολσονάρου, η πρόκλησή του στην κοινή λογική και την πρόληψη, που επιμένει, που συνεχίζει να επαναλαμβάνεται και σαν θρασύς φαλλοκράτης σεξιστής της κερκίδας κάποιου γηπέδου επιμένει να δείχνει στο κοινό το πρόσωπό του χωρίς μάσκα, σχεδόν κατηγορώντας για δειλία όποιον προστατεύεται.

Δεν αποτελεί αυτό τη μεταμοντέρνα μορφή τής ίδιας αισθητικής του θανάτου; Τι ακριβώς σημαίνουν οι απειλές εναντίον των κυβερνητών που εφαρμόζουν τα περιοριστικά μέτρα του κλεισίματος σε αντίθεση με τις διαταγές του; Οι περιφρονητικές φράσεις του προς τους ανυπόμονους εργαζόμενους να πάνε και να μολυνθούν στο εργοστάσιο («Όποιος δεν θέλει να εργαστεί ας κάτσει σπίτι του, γαμώ το»); Η προεδρική ανακοίνωση για ένα μπάρμπεκιου την ημέρα του κλεισίματος των οικονομικών δραστηριοτήτων και γενικά ο πόλεμος που κηρύχθηκε από τον Πρόεδρο σε όλες τις υγειονομικές αρχές στο όνομα της αγάπης για τον κίνδυνο και τις επιχειρήσεις, η οποία κοστίζει στη Βραζιλία μια συνεχή σφαγή, ειδικά για τους φτωχούς;

Εν τω μεταξύ, ενώ απαγγέλλει το φασιστικό του «αψηφώ τον θάνατο» στην Μπραζίλια, στην Αμαζονία προετοιμάζει και επιτρέπει τη γενοκτονία των ιθαγενών από τη διασπορά του ιό. («300.000 ανυπεράσπιστοι άνθρωποι που σκόπιμα εκτέθηκαν στη διασπορά του ιού. Αυτό θα ήταν ήδη αρκετό για να μιλήσει κανείς για έγκλημα κατά της ανθρωπότητας» είπε ο μεγάλος φωτογράφος Σαλγκάδο. Είναι οι 20.000 χρυσωρύχοι που μπαίνουν στο δάσος της Αμαζονίας, οι ευαγγελιστές που φτάνουν με το ελικόπτερο και μεταφέρουν την ασθένεια παντού. «Βρισκόμαστε στα πρόθυρα της καταστροφής. Πάνω από πεντακόσια χρόνια πριν, όταν οι ασθένειες θέρισαν τους αυτόχθονες πληθυσμούς... Τώρα διακινδυνεύουμε τον πλήρη αφανισμό»).

Ο επανα-βαρβαρισμός του Τραμπ

Από την άλλη πλευρά, ποια είναι η επαναλαμβανόμενη περιφρονητική απάντηση του Ντόναλντ Τραμπ σε όποιον επιδεικνύει σύνεση ή φόβο μπροστά στην καταστροφική πορεία του SARS-CoV-2; Η κοροϊδία των επιστημόνων και των πολιτικών που προτείνουν ή εφαρμόζουν μέτρα για την προστασία της ζωής, ο προσωπικός του πόλεμος εναντίον του φτωχού Άντονι Φάουσι, ένοχος μόνο γιατί «γνωρίζει», ενώ αυτός θέλει να «τολμήσει». Τι δηλώνουν οι συμμορίες των ένοπλων κακοποιών και τραμπούκων που αμέσως μετά το κάλεσμά του πολιορκούν τα γραφεία των κυβερνητών που είναι ένοχοι ότι ήθελαν να σώσουν ζωές αν όχι ένα κακέκτυπο του φασιστικού συνθήματος του προηγούμενο αιώνα «Αψηφώ τον θάνατο»; Από μια παράλογη, ανορθολογική, αλλά πολύ ισχυρή επιθυμία να μας δείξει ότι αυτός είναι «ισχυρότερος από τον θάνατο» και να αποκτήσει από αυτό τον μανδύα του Κύριου. Παντού υπάρχει ένα στρώμα, λιγότερο ή περισσότερο μεγάλο, ανάλογα με τον βαθμό επανα-βαρβαρισμού της χώρας, το οποίο βρίσκει την πρόκληση του ιού ως ένα «πεδίο τιμής» στο οποίο μετρά τον εαυτό του για να βρει μια θανατηφόρα επιβεβαίωση του ασταθούς του «Εγώ».

Οι πιο πρόσφατες εικόνες του Προέδρου, που με ανήθικο τρόπο δεν έχει καλύψει το πρόσωπό του, ο μόνος χωρίς μάσκα, σηματοδοτούν τη διαφορά ανάμεσα στον Υπεράνθρωπο - τον Σούπερμαν και τα κοινά μικρά ανθρωπάκια (με τελευταία την επίδειξή του σε ένα εργοστάσιο μασκών), είναι η πλαστική αναπαράσταση αυτής της αισθητικής του θανάτου που επιστρέφει τραγικά.

Η διεστραμμένη ιδέα ότι η «εξωραϊσμένη» (και τιμημένη) ζωή των μεν, των ισχυρών, των Χέρεν, των Αρχόντων, των Λόρδων, που για να ζήσουν πλήρως προϋποθέτει και πρέπει να προϋποθέτει την έκθεση στο θάνατο της «γυμνής ζωής» των δε, των άλλων. Να θέσεις σε κίνδυνο τις ζωές που περισσεύουν, τις ζωές μη-ζωές των αδύναμων, των ηλικιωμένων, των χρόνιων ασθενών, αυτών που είναι πλέον περιορισμένοι τις κλινικές των χρόνιων, ανίατων νόσων ή βρίσκονται στο τελικό στάδιο, των οποίων η επιβίωση δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στην πλήρη ανάπτυξη της ελευθερίας των υγιών, των νέων, των παραγωγικών ανθρώπων, των δυναμικών, των «αρίστων»...

Ποια κοινωνία θα ξημερώσει;

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς όταν το νεκρικό πέπλο της πανδημίας θα φύγει σε ποιον κόσμο θα βρισκόμαστε. Σε ποια κοινωνία. Με ποια πολιτική. Φυσικά, είναι αλήθεια ότι μια ένδειξη δεν αποτελεί ένα αποδεικτικό στοιχείο, αλλά αν η καλή μέρα φαίνεται από το πρωί, φοβάμαι ότι θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι αυτή η κουλτούρα του θανάτου θα συνεχίσει να περιπλανιέται ανάμεσά μας βάζοντας την υποθήκη της στα πρότυπα της κυβέρνησης και των αποφάσεων που θα ρυθμίζουν τα συστήματα των σχέσεών μας εάν δεν ξέρουμε πώς να «ανοίξουμε ξανά τον χρόνο». Όχι μόνο να φανταστούμε, αλλά να ξεκινήσουμε κάποια μορφή υπερβατικότητας του υπάρχοντος που να μας σώζει από την «πολιτιστική απελπισία». Εάν επικρατήσει δυστυχώς το «όλα όπως πριν», θα πέσουμε στα απείρως χειρότερα από πριν, από τα οποία ο 20ός αιώνας μας έχει ήδη προσφέρει τρομακτικά παραδείγματα.

Ένα διαφωτιστικό ντοκουμέντο της συλλογικότητας «Παρά όλα αυτά» με τον τίτλο «Μικρό μανιφέστο τον καιρό της πανδημίας», παράλληλα με την καταγγελία του κινδύνου («η εμπειρία που ζούμε προσφέρει στη βιοεξουσία ένα άνευ προηγουμένου πεδίο πειραματισμού: τη δυνατότητα να επιβάλλει την τάξη και τον έλεγχό της στους πληθυσμούς ολόκληρων χωρών και ηπείρων»), περιέχει μια σωστή συνταγή για την αναγνώριση της κοινής μας ευθραυστότητας («καταλαβαίνουμε ότι δεν είναι να είμαστε ισχυροί ή αδύναμοι, να κερδίζουμε ή να χάνουμε, αλλά ότι υπάρχουμε, όλες και όλοι, και ότι μέσω αυτής της ευθραυστότητας μας επιτρέπεται να δοκιμάσουμε να ανήκουμε σε κάτι κοινό με όλες και όλους»).

Πολύ ωραία, ο δρόμος μας είναι να οικοδομήσουμε αυτή την «κοινότητα των αδύναμων» για τη ζωή εναντίον αυτής των «ομάδων θανάτου» των ισχυρών.

 

* Το κείμενο του πανεπιστημιακού και διανοούμενου της Αριστεράς δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Volerelaluna.it στις 15 Μαΐου 2020

 

Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις