Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Βέλγιο: Ένας φεντεραλισμός που δεν ολοκληρώνεται ποτέ

Κατά τη διάρκεια της πολιτικής κρίσης του 2007-2008 στο Βέλγιο, η χώρα είχε παραμείνει 194 ημέρες χωρίς νέα κυβέρνηση. Στην εκλογική αναμέτρηση της 10ης Ιουνίου 2007 ηττήθηκε ο απερχόμενος πρωθυπουργός Γκι Φερχόφστατ και νικητής αναδείχθηκε ο χριστιανοδημοκράτης Ιβ Λετέρμ.

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

 

Κατά τη διάρκεια της πολιτικής κρίσης του 2007-2008 στο Βέλγιο, η χώρα είχε παραμείνει 194 ημέρες χωρίς νέα κυβέρνηση. Στην εκλογική αναμέτρηση της 10ης Ιουνίου 2007 ηττήθηκε ο απερχόμενος πρωθυπουργός Γκι Φερχόφστατ και νικητής αναδείχθηκε ο χριστιανοδημοκράτης Ιβ Λετέρμ. Πρωθυπουργoί γίνονται διαδοχικά ο Γκι Φερχόφστατ, ο Ιβ Λετέρμ, ο Χέρμαν Βαν Ρομπάι και πάλι ο Ιβ Λετέρμ. Οι επόμενες πρόωρες εκλογές στις 13 Ιουνίου 2010 θα έχουν ως αποτέλεσμα μια ακόμα μεγαλύτερη πολιτική κρίση. Ο επόμενος πρωθυπουργός Έλιο Ντι Ρούπο ορκίζεται στις 6 Δεκεμβρίου 2011, έπειτα από 18 μήνες. Το κείμενο που μέρος του αναδημοσιεύουμε σήμερα χρονολογείται από τον Νοέμβριο του 2007 και ολόκληρο βρίσκεται στη διεύθυνση http://archives.monde-diplomatique.gr/spip.php?article90.

 

Του Vincent de Coorebyter *

 

Εκτός από δύο γερμανόφωνα καντόνια, τα οποία προσαρτήθηκαν στις Βρυξέλλες με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, στο Βέλγιο συναντούμε δύο μεγάλες γλωσσικές κοινότητες. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι ολλανδόφωνοι (ή Φλαμανδοί), που κατοικούν στη Φλάνδρα, την περιοχή που καλύπτει το βόρειο μισό της χώρας. Από την άλλη, βρίσκονται οι γαλλόφωνοι, η πλειονότητα των οποίων κατοικεί στο νότιο τμήμα της χώρας, δηλαδή στη Βαλονία, ενώ μια υπολογίσιμη μερίδα διαμένει στις Βρυξέλλες. Η Φλάνδρα και η Βαλονία τοποθετούνται έτσι, αντίστοιχα, στον Βορρά και στον Νότο ενός «γλωσσικού συνόρου» που, αν και, επισήμως, είναι πρόσφατο, στην πραγματικότητα υφίσταται εδώ και αιώνες.

Ωστόσο, το βελγικό κράτος, ήδη από τη δημιουργία του, το 1830, διαθέτει κεντρικούς θεσμούς και δεν αναγνωρίζει παρά μόνο μία επίσημη γλώσσα, τη γαλλική. Το φλαμανδικό ήμισυ του Βελγίου, επομένως, δεν είχε θέση στη γλώσσα του νεοσύστατου κράτους και αντιμετώπισε δυσκολίες στις σχέσεις του με τη Δημόσια Διοίκηση, τη Δικαιοσύνη, τον στρατό κ.λπ. Και όχι μόνο: ακόμη κι αν ορισμένοι κύκλοι της Φλάνδρας μιλούν καλά γαλλικά, πρόκειται για το ιδίωμα των πολιτικών και κοινωνικών ελίτ, των μεγάλων γαιοκτημόνων, των αφεντικών... Γι' αυτό ο αγώνας του φλαμανδικού κινήματος, με αφετηρία το 1840, έχει έκτοτε διπλό κίνητρο: την επιθυμία αναγνώρισης της ολλανδικής γλώσσας ως ισότιμης με τη γαλλική, καθώς και την εδραίωση της ταυτότητας και της αξιοπρέπειας του φλαμανδικού λαού έναντι των ελίτ των οποίων η γλώσσα συμβολίζει την κοινωνική τους ηγεμονία.

Ο αργός ρυθμός αναγνώρισης του ολλανδικού ιδιώματος και οι δισταγμοί ως προς το καταλληλότερο μοντέλο για το κράτος δεν μπορούν να εξεταστούν λεπτομερώς εδώ. Πρέπει, όμως, να υπογραμμιστούν τρία στοιχεία για να γίνουν κατανοητά τα σημερινά διακυβεύματα στο βασίλειο του Βελγίου.

Κατ' αρχάς, η διένεξη ανάμεσα στο φλαμανδικό κίνημα και στους γαλλόφωνους, που επί σειρά ετών εθελοτυφλούσαν έναντι των γλωσσικών προβλημάτων και αρνούνταν να αναγνωρίσουν την ηγεμονία που ασκούσαν. Κατόπιν, μια αντίστροφη πηγή διαφωνίας: η αίσθηση που αναπτύχθηκε στον γαλλόφωνο κόσμο ότι οι Φλαμανδοί δεν θέλουν μόνο την ισοτιμία των δικαιωμάτων αλλά και την εξάλειψη της γαλλικής γλώσσας από τη Φλάνδρα και τον περιορισμό της στις Βρυξέλλες. Σχετικά με το τελευταίο, το γεγονός ότι το γαλλόφωνο τμήμα του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβέν εκδιώχθηκε από τη Φλάνδρα, το 1968, υπήρξε τραυματικό. Τέλος, το γλωσσικό σύνορο και η γλωσσική ομοιογένεια της φλαμανδικής επικράτειας έγιναν αμετάκλητα κεκτημένα της Φλάνδρας, τα οποία βαρύνουν για τον καθορισμό του status των Βρυξελλών.

Το περίπλοκο σύστημα, το οποίο απαντά στις ανάγκες των μεν και των δε, θα μπορούσε να είναι ισορροπημένο εάν δεν υπήρχαν παράγοντες που εξωθούν σε βαθύτερες εξελίξεις. Κατ' αρχάς, το ζήτημα του καθεστώτος των Βρυξελλών. Γεωγραφικά, οι Βρυξέλλες βρίσκονται στον Νότο της Φλάνδρας. Από δημογραφική άποψη, πρόκειται για πόλη γαλλόφωνη, όπου οι Φλαμανδοί δεν αντιπροσωπεύουν παρά το ένα όγδοο του πληθυσμού. Όμως, η αριθμητική υπεροχή των γαλλόφωνων στις Βρυξέλλες αλλά και στις κοινότητες γύρω από το ιστορικό κέντρο της πόλης είναι πρόσφατη. Το συγκεκριμένο γεγονός έγινε αιτία για μία από τις μάχες του φλαμανδικού κινήματος: να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν νέες κοινότητες γύρω από τις Βρυξέλλες επισήμως δίγλωσσες αντί για ολλανδόφωνες, με μια διαδικασία εξάπλωσης που παρομοιάστηκε με «λεκέ από λάδι» να μεγαλώνει.

Το φλαμανδικό κίνημα δικαιώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με την παγίωση του γλωσσικού συνόρου. Έκτοτε, οι Βρυξέλλες περιορίζονται σε 19 δίγλωσσες κοινότητες, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται κοινότητες επισήμως φλαμανδικές, αλλά στις οποίες κατοικούν γαλλόφωνοι, άλλοτε ως μειονότητα άλλοτε ως πλειονότητα. Σημαντική μερίδα των γαλλόφωνων των Βρυξελλών παραπονιέται για τη «θηλιά» που επιβλήθηκε κατ' αυτό τον τρόπο στην πρωτεύουσα. Αντίστροφα, οι Φλαμανδοί πολιτικοί μάχονται ενάντια στη «γαλλοποίηση» της φλαμανδικής περιφέρειας των Βρυξελλών.

Βεβαίως, τα φλαμανδικά και γαλλόφωνα κόμματα συνεργάζονται στο πλαίσιο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αλλά με μεγαλύτερη δυσκολία απ' ό,τι στο παρελθόν, γιατί το κέντρο βάρους της πολιτικής τους αποκλίνει: εντοπίζεται δεξιά στη Φλάνδρα και κεντροαριστερά στη Βαλονία. Σοσιαλιστές και Οικολόγοι είναι δύο φορές ισχυρότεροι στη Βαλονία σε σχέση με τη Φλάνδρα, ενώ η Άκρα Δεξιά είναι τρεις φορές ισχυρότερη στη Φλάνδρα σε σύγκριση με τη Βαλονία.

Πρόσθετος παράγοντας αποστασιοποίησης είναι οι διαφορετικές θεσμικές βλέψεις των κοινοτήτων. Μετά τη μεταρρύθμιση του 1993, που θυσίασε την ομοσπονδιακή φύση του κράτους και απέδωσε νέες δικαιοδοσίες στις περιοχές και τις κοινότητες, η πλειονότητα των γαλλόφωνων κομμάτων επιθυμεί τα πράγματα να μείνουν εκεί. Τα φλαμανδικά κινήματα, από την άλλη, επεξεργάστηκαν πέντε θεσμικά σχέδια νόμου που υιοθετήθηκαν ηχηρά στις 3 Μαρτίου 1999 και τα οποία αξιώνουν σημαντικές δικαιοδοσίες για τις ομόσπονδες οντότητες. Μεταξύ των πλέον διαφιλονικούμενων προτάσεων, οι οποίες δεν υπερψηφίστηκαν, ξεχωρίζει η διάκριση δύο κλάδων κοινωνικής ασφάλισης (της υγείας και των οικογενειακών επιδομάτων), όπως και η επιθυμία διαχείρισης της περιοχής των Βρυξελλών σε ορισμένους τομείς «απέξω», δηλαδή από τις αρχές της Φλάνδρας και της Βαλονίας.

Οι παραπάνω φλαμανδικές αξιώσεις αναζωπυρώνονται σήμερα εξαιτίας του αισθήματος της οικονομικής ιδιαιτερότητας της Φλάνδρας. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη ανάγνωση, η οικονομία των τριών βελγικών περιοχών εμφανίζει μεγάλες αντιθέσεις. Εξωθούμενος προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση από το φλαμανδικό κίνημα και από ορισμένες οργανώσεις εργοδοτών, ο φλαμανδικός πολιτικός κόσμος ανησυχεί για τις προκλήσεις που περιμένουν τη Φλάνδρα και που, κατά την άποψή του, δεν είναι δυνατό να ρυθμιστούν εάν οι πολιτικές σε επίπεδο οικονομίας, φορολογίας, κοινωνικής πρόνοιας κ.ο.κ. δεν προσαρμοστούν στις φλαμανδικές ιδιοτυπίες.

 

* Ο Vincent de Coorebyter είναι Βέλγος φιλόσοφος και πολιτολόγος

 

ΜΟΤΟ

Το Βέλγιο δεν αναγνωρίζει παρά μόνο μία επίσημη γλώσσα, τη γαλλική. Το φλαμανδικό ήμισυ δεν είχε θέση στη γλώσσα του κράτους. Ταυτόχρονα, πρόκειται για το ιδίωμα των ελίτ. Γι' αυτό ο αγώνας του Φλαμανδών έχει διπλό κίνητρο: την επιθυμία αναγνώρισης της ολλανδικής γλώσσας ως ισότιμης με τη γαλλική και την εδραίωση της ταυτότητας και της αξιοπρέπειας του φλαμανδικού λαού έναντι των ελίτ των οποίων η γλώσσα συμβολίζει την κοινωνική τους ηγεμονία

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Θλιβερή ουρά της Ακροδεξιάς

Χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο σκέφτεται ο Κ. Μητσοτάκης είναι η χθεσινή του αναφορά στο σύνθημα “Η δημοκρατία πούλησε τη Μακεδονία”. Το σύνθημα αυτό χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στις μαθητικές...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο