Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σημαντικές προκλήσεις για τη μετάβαση στη Βραζιλία

Η αύξηση των εισοδημάτων και της κατανάλωσης συνδέονται με τη μονοπώληση του πλούτου από ένα ολοένα μικρότερο τμήμα της κοινωνίας, ενώ ο κοινωνικός αποκλεισμός απειλεί ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού. Στο δομικό αυτό πρόβλημα οφείλονται οι ανισότητες της βραζιλιάνικης κοινωνίας που είναι οι μεγαλύτερες σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο νεοφιλελευθερισμός απλώς τις έκανε βαθύτερες

Δεκέμβριος 2003. Κλείνει ένας χρόνος από την προεδρία του Λουίζ Ινιάσιο (Λούλα) ντα Σίλβα. Οι μεταρρυθμίσεις έχουν ξεκινήσει. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ο Λούλα είναι στη φυλακή και οι μεταρρυθμίσεις του ανατράπηκαν από μια αργή, μακρόχρονη επέλαση της Ακροδεξιάς που κατέληξε στην εκλογή του Ζαΐρ Μπολσονάρο στην εξουσία. Παρά το γεγονός ότι ακόμα και η Παγκόσμια Τράπεζα χαρακτήρισε την δεκαετία της διακυβέρνησης του Λούλα «χρυσή», αφού έγινε τεράστια πρόοδος για τη μείωση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, ο λαοφιλής ηγέτης, σήμερα στην φυλακή, δεν κατάφερε να κάνει σημαντικές αλλαγές στο σύστημα που έκανε την Βραζιλία, όπως και πολλές άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, να υποφέρει. Άφησε τις ελίτ να λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, να φοροδιαφεύγουν, να εξάγουν το κεφάλαιό τους και ταυτόχρονα δεν έκανε τίποτα για τον πλουραλισμό των μέσων ενημέρωσης. Το 2003 οι προσδοκίες ήταν ακόμα πολλές αλλά κάποιοι, όπως ο δημοσιογράφος Ζιλ ντε Στάαλ, ένας από τους πρωτεργάτες του Μάη του '68 έβλεπαν και τις παγίδες.

Β.Κ.

 

Του Gilles de Staal*

Από την πρώτη στιγμή της νίκης του, για την ηγεσία του βραζιλιάνικου Κόμματος των Εργατών (ΡΤ) ήταν ξεκάθαρο ότι η υλοποίηση του κυβερνητικού προγράμματος -ρήξη με τον νεοφιλελευθερισμό, αγροτική μεταρρύθμιση, αυτάρκεια τροφίμων, προσανατολισμός των επενδύσεων μέσα από τις παρεμβάσεις του κράτους, επανένταξη των θυμάτων του κοινωνικού αποκλεισμού στην κοινωνία, συμμετοχική δημοκρατία, με λίγα λόγια το «νέο παράδειγμα», όπως αρέσκονται να το χαρακτηρίζουν- θα γινόταν σε δύο στάδια.

Κατ' αρχάς, θα υπάρξει μια «μεταβατική περίοδος», με διάρκεια ανάλογη της συμφωνίας με το ΔΝΤ. Κατά την περίοδο αυτή, χωρίς να αλλάξει τίποτα από τους προσανατολισμούς που έχουν υιοθετηθεί, θα εφαρμοστεί πολιτική αυστηρής λιτότητας, η οποία θα στηρίζεται σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις της φορολογίας και των συντάξεων του Δημοσίου, έτσι ώστε να αποκτήσει και πάλι η Βραζιλία την οικονομική ανεξαρτησία που είναι αναγκαία για να υλοποιεί ελεύθερα τις αναπτυξιακές επιλογές της.

Έναν χρόνο αργότερα, ο δείκτης φερεγγυότητας της χώρας έχει επανέλθει σε κανονικό επίπεδο, το εμπορικό ισοζύγιο όχι μόνο ισοσκελίστηκε αλλά το πλεόνασμά του έφτασε στο επίπεδο που είχε επιτευχθεί πριν από δεκαπέντε χρόνια, η ισοτιμία του δολαρίου δεν ξεπερνάει τα τρία ρεάλ, η κατανάλωση αρχίζει και πάλι να αυξάνεται, έχει κερδηθεί η εμπιστοσύνη των ξένων εταίρων, ενώ τα βασικά επιτόκια της κεντρικής τράπεζας ακολουθούν σταθερά πτωτική πορεία από τον Αύγουστο, με αποτέλεσμα να έχουν ήδη μειωθεί σχεδόν κατά δέκα μονάδες. Επιπλέον, το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα έχουν δώσει την έγκρισή τους για όλα αυτά τα μέτρα... Στις 18 Μαρτίου, η κυβέρνηση δημοσιοποίησε την επιστολή που απηύθυνε στο ΔΝΤ, στην οποία, μεταξύ άλλων, καθησυχάζει τον οργανισμό ότι θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της για ιδιωτικοποίηση των πρώην ομοσπονδιακών κρατικών τραπεζών που πέρασαν υπό τον έλεγχο των ομόσπονδων πολιτειών και ότι θα πραγματοποιήσει τις μεταρρυθμίσεις που θα εξασφαλίσουν ουσιαστική αυτονομία στην Κεντρική Τράπεζα της Βραζιλίας.

Σε μια χώρα όπου υπολογίζεται ότι υπάρχουν 50 εκατομμύρια άτομα που ζουν μέσα στην απόλυτη φτώχεια, αυτή η «ορθόδοξη» οικονομική πολιτική προκάλεσε τις διαμαρτυρίες των κοινωνικών κινημάτων και την αποχώρηση ορισμένων στελεχών του ΡΤ. Ωστόσο, φαίνεται ότι ο λαός συνεχίζει να στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τις ελπίδες του στην κυβέρνηση ντα Σίλβα. Η έννοια της μετάβασης δεν αφορά μονάχα τον τομέα των μακροοικονομικών διαρθρωτικών αλλαγών. Στην πραγματικότητα, οι πιο αισθητές αλλαγές φαίνεται ότι πραγματοποιούνται στο πεδίο των πολιτικών σχέσεων ανάμεσα στην κοινωνία και στην εξουσία. Ταυτόχρονα, παρατηρείται πόλωση των κοινωνικών δυνάμεων γύρω από θεσμικά διακυβεύματα όπως η τοπική πολιτική εξουσία, οι εξουσίες και η οργάνωση της Δικαιοσύνης και της αστυνομίας, καθώς και το δίκαιο που αφορά την ιδιοκτησία γης.

Το γεγονός ότι η Βραζιλία αποτελεί την κοινωνία όπου παρατηρούνται οι μεγαλύτερες ανισότητες σε ολόκληρο τον κόσμο όσον αφορά τα εισοδήματα και τη συσσώρευση του πλούτου δεν οφείλεται μονάχα στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Ο οικονομολόγος Τσέζαρ Μπένγιαμιν υπογραμμίζει ότι αυτή η κατάσταση οφείλεται σε μακροχρόνιες τάσεις και στηρίζεται στη συγκέντρωση πλούτου υπό μορφήν ακινήτων, που είναι ανώτερη από τη συγκέντρωση των εισοδημάτων.

Κατ' αυτό τον τρόπο, η αύξηση των εισοδημάτων και της κατανάλωσης συνδέεται με τη μονοπώληση του πλούτου, με αποτέλεσμα η αγορά να αναπτύσσεται μέσα σε ένα ολοένα μικρότερο τμήμα της κοινωνίας, ενώ, αντίθετα, ο κοινωνικός αποκλεισμός απειλεί ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού (τα τρία πέμπτα του). Η συσσώρευση του πλούτου του 5% του πληθυσμού αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο, με αποτέλεσμα να μετατρέπεται η ευημερία ορισμένων ομάδων του πληθυσμού σε κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας. Η κουλτούρα αυτού του μονοπωλίου του πλούτου και η κουλτούρα των ελίτ αποτελούν τις δομές στις οποίες στηρίζεται ολόκληρη η κοινωνία. Το μόνο που έκανε ο νεοφιλελευθερισμός ήταν να οδηγήσει αυτές τις βαθύτερες τάσεις της κοινωνίας στα άκρα.

Το κράτος, το οποίο είναι ο κληρονόμος της «Δημοκρατίας των Ιδιοκτητών», αποτελεί την αντανάκλαση και το εργαλείο αυτής της κουλτούρας των ελίτ. Ο ομοσπονδιακός χαρακτήρας του κράτους είχε ως αποτέλεσμα τη διάσπαση των ελίτ σε «αυτάρκεις» ομάδες, που είναι οργανωμένες σε συντεχνιακή βάση και ελέγχουν απόλυτα μια περιοχή, συγκεντρώνοντας τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία, όπως επίσης και τον έλεγχο των τραπεζών. Οι δε θεσμοί έχουν μετατραπεί εξ ολοκλήρου σε εργαλεία των ολιγαρχικών ομάδων που ελέγχουν την πολιτεία και τον πλούτο της, που κατανέμουν μεταξύ τους το μονοπώλιο της πρόσβασης σε αυτόν τον πλούτο και προχωρούν στην αναδιανομή του ανάλογα με τα πελατειακά τους συμφέροντα. Αυτή είναι η πολιτική γεωγραφία της χώρας.

Όμως, και το ίδιο το κράτος αντικατοπτρίζει τη γενική συσσώρευση του πλούτου, καθώς απορροφά για τη λειτουργία του το 40% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι πολιτικές ελίτ καταχρώνται το 40% του συνόλου των δημόσιων προϋπολογισμών, τους οποίους θεωρούν κτήμα τους, αποδεικνύει ότι αυτός είναι μάλλον ο «κανονικός» τρόπος λειτουργίας του συστήματος και όχι η «διεφθαρμένη» μορφή του... Συνεπώς, η στροφή του κράτους προς ένα νέο οικονομικό μοντέλο απαιτεί βαθύτατη αλλαγή των θεσμών και των ηθών της πολιτικής εξουσίας, καθώς και τον εκδημοκρατισμό της χώρας.

Σε πολλές περιπτώσεις, η πραγματική πολιτική εξουσία έχει συγκεντρωθεί στα χέρια των φεουδαρχών και του πελατειακού συστήματος που έχουν εγκαθιδρύσει. Πολύ συχνά, πρόκειται για οικογένειες που ελέγχουν μια ολόκληρη πολιτεία, μια πόλη ή ένα οικονομικό μονοπώλιο, οικειοποιούμενες παράνομα τα δημόσια αγαθά και εξαργυρώνοντας την υποστήριξή τους ή την αντίθεσή τους στην ομοσπονδιακή εξουσία. Το σύνθημά τους είναι: «Μετά από εμάς, το χάος». Η υπεξαίρεση του δημόσιου χρήματος, η παράνομη εξαγωγή κεφαλαίων στις τράπεζες του εξωτερικού, οι σχέσεις με το διεθνές εμπόριο ναρκωτικών, η συγκυρία της προχωρημένης κοινωνικής αποσύνθεσης και του άγριου ξεσπάσματος της κοινωνικής βίας έχουν μετατρέψει αυτές τις ελίτ της πολιτικής -αλλά και ταυτόχρονα της οικονομίας, της δικαστικής εξουσίας και της μεγάλης ιδιοκτησίας της γης- σε φυσικούς συμμάχους του μεγάλου οργανωμένου εγκλήματος.

Έτσι, η ομοσπονδιακή αστυνομία ανακάλυψε κατατεθειμένο στη Νέα Υόρκη το ποσό των 41 δισεκατομμυρίων δολαρίων (ποσό μεγαλύτερο από το ύψος του τελευταίου δανείου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου!), το οποίο είχε υπεξαιρεθεί από την κρατική τράπεζα της πολιτείας του Παρανά (Banestado) την περίοδο 1996-1999. Στο Ρίο ντε Τζανέιρο, οι έρευνες περιστρέφονται γύρω από την οικογένεια Γκαρονίθο, κυβερνήτες και μεγιστάνες που εφαρμόζουν το σύστημα της εναλλαγής των δύο συζύγων στην εξουσία: η ελβετική κυβέρνηση ανακάλυψε και πάγωσε στη Ζυρίχη λογαριασμό με 30 εκατομμύρια δολάρια, που είχαν υπεξαιρεθεί από τους φόρους της πολιτείας. Όσο για την πολιτεία του Εσπίριτο Σάντο, έχει τεθεί υπό τον έλεγχο των ομοσπονδιακών δικαστικών αρχών μετά τη δολοφονία ενός δικαστή και τη σύλληψη του προέδρου του κοινοβουλίου της πολιτείας με την κατηγορία της σύστασης συμμορίας στην οποία συμμετείχαν μέλη του κοινοβουλίου. Στην Μπαΐα, ο Αντόνιο Κάρλος Μαγκαλθάες, ο τοπικός πανίσχυρος ηγέτης, κυβερνήτης, γερουσιαστής, πρώην υπουργός, πρόεδρος της TV Globo-Bahia και ηγετική μορφή του ενωμένου κόμματος της Δεξιάς -του Κόμματος του Φιλελεύθερου Μετώπου (PFL)-, απειλείται με καθαίρεση εξαιτίας των παράνομων δραστηριοτήτων του.

Εξάλλου δεν αρκεί η νομοθεσία για τον περιορισμό της εξουσίας των τοπικών ολιγαρχιών, για την καθιέρωση του δημοκρατικού ελέγχου στους δημόσιους θεσμούς και στα κρατικά κονδύλια, αλλά και για να αποκτήσει νόημα η έκφραση «διαχείριση των κοινών με στόχο το δημόσιο συμφέρον». Χρειάζεται μάλιστα κάτι περισσότερο κι από την κινητοποίηση και την επαγρύπνηση των διάφορων ομάδων του λαϊκού κινήματος, οι οποίες κάνουν κάθε μέρα αισθητή την παρουσία τους αγωνιζόμενες ενάντια στις αυθαιρεσίες, στις καταχρήσεις και στα εγκλήματα των ομάδων που νέμονται με φεουδαρχικό τρόπο την εξουσία. Έπρεπε αυτή η κινητοποίηση της κοινωνίας των πολιτών να στηριχθεί από τις δυνάμεις της τάξης, οι οποίες οφείλουν να επιβάλλουν τον σεβασμό της δημοκρατικής εξουσίας της κυβέρνησης και των δικαιωμάτων του πληθυσμού.

Η επιτυχία της μεταβατικής περιόδου δεν θα εξαρτηθεί μονάχα από την καλή πορεία των μακροοικονομικών δεικτών. Εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο, ρόλο θα διαδραματίσει η ικανότητα της κυβέρνησης να δώσει λύσεις στα κρίσιμα ζητήματα που αναφέρθηκαν. Πράγματι, μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή ενός νέου δημοκρατικού αναπτυξιακού μοντέλου που δεν θα έχει καμία σχέση με τον νεοφιλελευθερισμό -του περίφημου νέου παραδείγματος- ή να βουλιάξει μέσα στην πανωλεθρία που θα επιφέρει η εγκατάλειψη των αρχών της.

 

*Ο Gilles de Staal είναι δημοσιογράφος

 

 

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στην διεύθυνση

https://monde-diplomatique.gr/?p=3092

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ποιες Πρέσπες; Οι συντάξεις είναι το θέμα του

Απλή λογική: Αν ο Κ. Μητσοτάκης πιστεύει στα σοβαρά ότι η κυβέρνηση παζάρεψε το μακεδονικό με τις συντάξεις, προφανώς θεωρεί ότι οι Ευρωπαίοι θέλουν να λυθεί το μακεδονικό εις βάρος της Ελλάδας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο