Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ίμραν Χαν: Ο νέος πρωταθλητής των Πακιστανών στρατιωτικών

Εδώ και μια δεκαετία, ο στρατός αρνείται να καταλάβει απευθείας την εξουσία. Πρώτον, γιατί τα πραξικοπήματα έχουν συχνά υψηλό κόστος λόγω διεθνών κυρώσεων και, δεύτερον, γιατί η εμπειρία του στρατηγού Μουσάραφ είχε έναν πολύ μέτριο απολογισμό σε ό,τι αφορά τη διαχείριση μιας οικονομίας και μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται από πολλές εντάσεις

Επιμέλεια: Γιάννης Κυπαρισσιάδης

 

Έπειτα από πολλές απόπειρες, ο πρώην παίκτης του κρίκετ Ίμραν Χαν ανήλθε στην εξουσία τον Αύγουστο του 2018 και ηγείται μιας κυβέρνησης συνασπισμού. Οι ομιλίες του ενάντια στη διαφθορά και το σχέδιό του για ένα «νέο Πακιστάν» γοήτευσαν το 32% των ψηφοφόρων και επέτρεψαν στο κόμμα του να βρεθεί στην κορυφή της Εθνοσυνέλευσης με 116 έδρες (από 272). Εντούτοις τίποτα δεν θα ήταν εφικτό χωρίς την -λίγο ή πολύ εμφανή- υποστήριξη των στρατιωτικών.

Του Christophe Jaffrelot*

Οι πακιστανικές βουλευτικές εκλογές της 25ης Ιουλίου διεξήχθησαν υπό την επιρροή του στρατού, σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι προηγούμενες. Η χώρα, που γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1947 από τον διαμελισμό της βρετανικής Ινδίας, έχει ήδη ζήσει τρία πραξικοπήματα, τα οποία επέτρεψαν στους στρατιωτικούς να κυβερνήσουν συνολικά για τριάντα περίπου χρόνια (1958 έως 1970, κατόπιν 1977 έως 1988 και 1999 έως 2008). Ωστόσο, τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν εγκαταλείψει το προσκήνιο, αφήνοντας πολίτες να διαδέχονται αλλήλους στην εξουσία, μέσα από εκλογές που σημαδεύονται, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο, από παρατυπίες.

Οι εκλογές του 2008 έδειξαν μια δημοκρατική μετάβαση σε δύο χρόνους: τον Φεβρουάριο, το Λαϊκό Κόμμα του Πακιστάν (PPP) κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές χάρη στο κύμα συμπάθειας που προκλήθηκε από τη δολοφονία της Μπεναζίρ Μπούτο, κόρης του ιδρυτή του, Ζουλφικάρ Αλί Μπούτο. Στη συνέχεια, τον Αύγουστο, ο στρατηγός Περβέζ Μουσάραφ παρέδωσε την προεδρία στον χήρο της Μπεναζίρ Μπούτο, Ασίφ Αλί Ζαρνταρί. Πέντε χρόνια αργότερα, για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, ένα δημοκρατικά εκλεγμένο κόμμα κατάφερε να ολοκληρώσει τη θητεία του και υπήρξε εναλλαγή της εξουσίας, με τον συντηρητικότερο Μουσουλμανικό Σύνδεσμο του Πακιστάν - Ναουάζ (PML-N) να διαδέχεται το προοδευτικότερο PPP.

Η εμβάθυνση της δημοκρατικής διαδικασίας δεν μπορούσε παρά να ενοχλήσει τον στρατό, που στο Πακιστάν αποκαλείται διακριτικά «establishment» (κατεστημένο), αλλά από τους αντιπάλους του περιγράφεται ως deep state («βαθύ κράτος») εξαιτίας του ρόλου - κλειδί που έχουν διαδραματίσει οι στρατιωτικές υπηρεσίες πληροφοριών, οι Inter-Services Intelligence (ISI). Όχι μόνο η εδραίωση μιας πολιτικής εξουσίας, νομιμοποιημένης από τις εκλογές, επισκίαζε τον στρατό, αλλά κάποιοι αρχηγοί του PPP και του PML-N, όταν γίνονταν επικεφαλής του κράτους, επιχειρούσαν να ασκήσουν μια πολιτική αντίθετη με τις θέσεις του, κυρίως αναφορικά με την Ινδία, την οποία θεωρεί κύριο εχθρό του. Έτσι, ο Ζαρνταρί είχε προτείνει συνεργασία με το Νέο Δελχί στο πλαίσιο της έρευνας σχετικά με τις επιθέσεις του Νοεμβρίου του 2008 στη Βομβάη, που είχαν πάνω από εκατόν εξήντα νεκρούς. Ωστόσο, ο Ζαρνταρί σύντομα αναγκάστηκε να παραιτηθεί από την προσπάθεια, καθώς οι επιθέσεις είχαν ενορχηστρωθεί από μερίδα του πακιστανικού «κατεστημένου».

Παραδόξως, ο Ναουάζ Σαρίφ του PML-N (πρωθυπουργός 1990-1993, 1997-1999 και στη συνέχεια 2013-2017) αποδείχθηκε λιγότερο πειθήνιος. Ενώ αυτός ο επιχειρηματίας όφειλε την πολιτική σταδιοδρομία του στο «κατεστημένο», που τον είχε θέσει σε τροχιά αντιπαράθεσης με την Μπεναζίρ Μπούτο, προσπάθησε να απελευθερωθεί από την κηδεμονία του από τα τέλη της δεκαετίας του 1990. Τη δεύτερη φορά που βρέθηκε στην εξουσία, πάσχισε να συνάψει ειρήνη με την Ινδία, πεπεισμένος ότι το Πακιστάν εξαντλούνταν από αυτήν την κούρσα εξοπλισμών και ότι η οικονομία μόνο κέρδος θα είχε από την ανάπτυξη εμπορικών συναλλαγών με τη γείτονα. Αυτή η πολιτική, που δυσαρέστησε το Γενικό Επιτελείο, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το πραξικόπημα του 1999. Ο Σαρίφ συνέχισε και πάλι τις προσπάθειες μόλις ανέλαβε ξανά τα καθήκοντά του το 2013, όπως μαρτυρούν οι επανειλημμένες συναντήσεις του με τον Ινδό πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι, το 2014 και το 2015. Ο στρατός, αντίθετος στην εξομάλυνση των σχέσεων -η οποία θα επικύρωνε το μοίρασμα του Κασμίρ και θα στερούσε κάποιους από τους λόγους ύπαρξής του, συνεπώς και της χρηματοδότησής του- κατάφερε να προκαλέσει τον εκτροχιασμό αυτών των διαβουλεύσεων.

Ενώ ο Σαρίφ επέμενε στη χάραξη της δικής του πολιτικής, ο στρατός προσπαθούσε, με κάθε τρόπο, να τον ξεφορτωθεί. Σε αυτές του τις απόπειρες βοηθήθηκε και από τα «Panama Papers»1, τα οποία αποκάλυψαν τις απάτες οκτώ εταιρειών, δημιουργημένων στο εξωτερικό, στο όνομα της οικογένειας Σαρίφ. O φάκελος πέρασε στα χέρια της Δικαιοσύνης. Κι εκείνη το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να συνεργαστεί με τους στρατιωτικούς στην εξεταστική επιτροπή που συστάθηκε κατ’ απαίτηση του Ανώτατου Δικαστηρίου - το οποίο αποφάνθηκε πως ο πρωθυπουργός είχε παραβιάσει το σύνταγμα, που απαιτεί «ειλικρίνεια» και «αρετή» από τους πολιτικούς άνδρες. Αυτή η ετυμηγορία οδήγησε στην καθαίρεση του Σαρίφ από το αξίωμά του λόγω διαφθοράς στις 28 Ιουλίου 2017, κατόπιν στη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του και στην καταδίκη του σε δεκαετή φυλάκιση. Το «κατεστημένο» είχε καταφέρει να τον εκθρονίσει. Με ποιον θα μπορούσε να τον αντικαταστήσει;

Το απλούστερο για τον στρατό θα ήταν να καταλάβει απευθείας την εξουσία, όμως, εδώ και μια δεκαετία, αρνείται να κάνει κάτι τέτοιο. Καταρχάς, τα πραξικοπήματα έχουν συχνά υψηλό κόστος λόγω διεθνών κυρώσεων, τη στιγμή μάλιστα που το Πακιστάν εξαρτάται από εξωτερικούς χρηματοδότες, ξεκινώντας από το ΔΝΤ. Επιπλέον, η εμπειρία του στρατηγού Μουσάραφ (1999-2008) είχε για τους αξιωματικούς έναν πολύ αβέβαιο απολογισμό: η διακυβέρνηση μιας χώρας συνεπάγεται διαχείριση μιας οικονομίας -τα αποτελέσματα παρέμειναν μέτρια- και μιας κοινωνίας που δοκιμάζεται από πολλές εντάσεις.

Συνεπώς, αντί να λερώσει τα χέρια του, ο στρατός προτίμησε να χρησιμοποιήσει μια προσωπικότητα που θα του επέτρεπε να παραμένει υπεράνω των πολιτικών αντιπαραθέσεων, κρατώντας ταυτόχρονα τον έλεγχο των ζητημάτων που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία γι’ αυτόν: της πολιτικής απέναντι στην Ινδία, το Αφγανιστάν, τις ΗΠΑ και την Κίνα. Το Ισλαμαμπάντ έχει δρομολογήσει μαζί με το Πεκίνο ένα τεράστιο πρόγραμμα 56 δισεκατομμυρίων δολαρίων (49 δισεκατομμύρια ευρώ), τον Οικονομικό Διάδρομο Κίνας-Πακιστάν, που συνίσταται κυρίως στην κατασκευή συγκοινωνιακών συνδέσεων μεταξύ δυτικής Κίνας και Ινδικού Ωκεανού (βλ. χάρτη).

Ο άνθρωπος που χρειάζονται οι στρατιωτικοί οφείλει όχι μόνο να μοιράζεται κάποιες από τις ιδέες τους, αλλά και να χαίρει κάποιας ελάχιστης απήχησης, ώστε να έχει ελπίδες να εκλεγεί. Κι αυτό επειδή η χώρα διατηρεί ένα δημοκρατικό προσωπείο, τόσο για να είναι αρεστή στο εξωτερικό όσο και για να ικανοποιεί τις προσδοκίες του πληθυσμού για πολιτική ελευθερία. Ο λόγος είναι ότι επί εβδομήντα χρόνια το Πακιστάν ταλανίζεται από μια βαθιά ένταση ανάμεσα στην επιθυμία για ένα ισχυρό καθεστώς, ικανό να προστατέψει τη χώρα ενάντια στην (υποτιθέμενη) ινδική απειλή, και στη δίψα για δημοκρατία, στην οποία οφείλεται ότι οι στρατιωτικοί δεν κατάφεραν ποτέ να εγκαθιδρύσουν μια σταθερή δικτατορία2. Ο Ίμραν Χαν αποδείχθηκε πως ήταν ο μόνος πιθανός υποψήφιος, παρά τον ασταθή χαρακτήρα του.

Η δημοτικότητά του σε μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού οφείλεται στην αθλητική σταδιοδρομία του (και συγκεκριμένα στο Παγκόσμιο Κύπελλο Κρίκετ που ο «κάπταιν» κέρδισε το 1992), στη φιλανθρωπική δράση του, με κεντρικό σύμβολό της το νοσοκομείο καρκινοπαθών που δημιούργησε, προπάντων όμως στον αγώνα του ενάντια στη διαφθορά. Αυτή είναι η κύρια προτεραιότητά του αφότου δημιούργησε το Πακιστανικό Κίνημα για τη Δικαιοσύνη (PTI) το 1996. Για τον στρατό, η μάχη ενάντια στη διαφθορά παρουσιάζει διπλό πλεονέκτημα: αφενός τον καθιστά δημοφιλή σε μια μεσαία τάξη αγανακτισμένη από τον προσωπικό πλουτισμό των μεγάλων οικογενειών στην εξουσία (Ζαρνταρί - Μπούτο, Σαρίφ κ.λπ.) αφετέρου υπονομεύει την αξιοπιστία των πολιτικών ηγετών. Συνεπώς είχε έναν κοινό στόχο με τον Χαν: τους πολιτικούς.

Ο Χαν έχει κι άλλα κοινά σημεία με τον στρατό, που σχετίζονται με τον εθνικισμό του. Σε αντίθεση με τους αντιπάλους του, δεν συνδέεται με καμία επαρχία. Ενώ οι Μπούτο προσδιορίζονται ως Σίντι και οι Σαρίφ ως Παντζάμπι, o Χαν, μολονότι παρουσιάζεται ως Παστούν3 (αν και δεν μιλά Παστό), ανήκει σε μια ελίτ που είναι υπεράνω των περιφερειακών αντιπαλοτήτων - κυρίως χάρη στη σταδιοδρομία του με την ιδιότητα του αρχηγού της εθνικής ομάδας κρίκετ. Οι στρατιωτικοί, που ισχυρίζονται ότι είναι η ενσάρκωση της εθνικής ενότητας, είναι ευαίσθητοι σε αυτήν την παν-πακιστανική ιδέα, καθώς μάλιστα απορρίπτουν την τρέχουσα τάση προς ένα πιο προχωρημένο ομοσπονδιακό σύστημα. Έτσι, αντιτάσσονται σθεναρά στην εφαρμογή της δέκατης όγδοης τροπολογίας του συντάγματος, η οποία ψηφίστηκε το 2010 από το PPP και το PML-N και παραχωρεί μεγαλύτερη αυτονομία και χρηματοδοτήσεις στις επαρχίες. Ο εθνικισμός του νέου πρωθυπουργού είναι επίσης διαποτισμένος από έχθρα απέναντι στην Ινδία - στην οποία δεν έπαψε να αναφέρεται απαξιωτικά καθ’ όλη τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας.

Επιπλέον, οι αναφορές του στο Ισλάμ ουδόλως δυσαρεστούν τον στρατό, που αρέσκεται να παρουσιάζεται ως θεματοφύλακας της μουσουλμανικής ταυτότητας της χώρας. Παρά τον αέρα του αιώνιου πλεϊμπόι (και του ανάλογου τρόπου ζωής, καθώς μαρτυρούν τα δύο του διαζύγια), ο Χαν επιδεικνύει ευλάβεια και κοινωνικό συντηρητισμό. Σε ένα κείμενο του 2012 με τίτλο «Το ταξίδι μου προς τη θρησκεία»4 αφηγείται πώς ανακάλυψε εκ νέου το Ισλάμ ως αντίδραση στον υλισμό των Δυτικών, την ανηθικότητά τους και την κριτική τους στη θρησκεία του, με αφορμή την υπόθεση των Σατανικών Στίχων5. Στις νίκες του στο κρίκετ βλέπει το «θέλημα του Αλλάχ». Από τότε, έχει βάλει στόχο την ανάπτυξη ενός διαλόγου μεταξύ των δυτικοποιημένων ελίτ του Πακιστάν και των φανατικών, η μισαλλοδοξία των οποίων είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, ξένη προς το Ισλάμ.

Αν και εμφανίζεται ως διαμεσολαβητής, όλο και περισσότερο ο Χαν υποστηρίζει θέσεις προσφιλείς στους ισλαμιστές, στο όνομα των παραδόσεων και, προπάντων, των οικογενειακών αξιών. Τάχθηκε υπέρ μιας αυστηρής εφαρμογής της σαρία. Επιπλέον, από το 2013 δείχνει πρόθυμος να διαπραγματευθεί με τους Πακιστανούς Ταλιμπάν και υπερασπίζεται τους Αφγανούς ομολόγους τους, των οποίων επικροτεί το δικαστικό «σύστημα» και τον αγώνα ενάντια στους Αμερικανούς. Απέκτησε τη φήμη του αδιάλλακτου εθνικιστή εναντιωνόμενος στους αμερικανικούς βομβαρδισμούς με drone στα σύνορα με το Αφγανιστάν στις αρχές της δεκαετίας. Συνεπώς, η εκλογή του ενέχει τον κίνδυνο να οξύνει περαιτέρω τις ήδη τεταμένες σχέσεις με την Αμερική, οι οποίες έχουν γίνει ήδη περίπλοκες λόγω της μείωσης της βοήθειας προς το Ισλαμαμπάντ, που αποφασίστηκε από τον Ντόναλντ Τραμπ.

Για να προσελκύσει τους ψηφοφόρους, ο Χαν εκμεταλλεύτηκε αυτή την εικόνα του εύθικτου εθνικιστή, καθώς και το θρησκευτικό συναίσθημα. Μετέβη στον τάφο ενός διάσημου σούφι αγίου συνοδεία της τρίτης συζύγου του, την οποία παρουσιάζει σαν πνευματικό καθοδηγητή του. Επιπλέον, το κόμμα του κάλεσε τους Πακιστανούς να καταψηφίσουν το PML-N ως τον πολιτικό φορέα που ήταν υπεύθυνος για την εκτέλεση του Μαλίκ Μουμτάζ Χουσαΐν Κάντρι. Τον Ιανουάριο του 2011, ο άντρας αυτός είχε δολοφονήσει τον κυβερνήτη του Παντζάμπ, Σαλμάν Τασεέρ, λόγω της αντίθεσής του στον νόμο ενάντια στη βλασφημία, τα πρώτα θύματα του οποίου είναι οι μειονότητες, κυρίως οι Ινδουιστές, οι Χριστιανοί και οι Αχμάντι. Σχετικά με τους τελευταίους, που αυτοαποκαλούνται Μουσουλμάνοι αλλά πιστεύουν σε έναν προφήτη που γεννήθηκε τον 19ο αιώνα, ο Χαν δήλωσε πως αυτός ο νόμος (που έχει ήδη οδηγήσει εκατοντάδες άντρες και γυναίκες στη φυλακή) ήταν απαραίτητο να εφαρμοστεί πιο αυστηρά, καθώς «κανένας Μουσουλμάνος δεν είναι δυνατό να αυτοαποκαλείται Μουσουλμάνος εάν δεν πιστεύει ότι ο προφήτης Μωάμεθ είναι ο τελευταίος προφήτης». Αυτό το πολύ λεπτό θέμα έως τότε το εκμεταλλεύονταν μόνο τα πολύ σκληροπυρηνικά κόμματα.

Προκειμένου να στηρίξει τον Χαν, ο στρατός έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τα πιο εχθρικά μέσα μαζικής ενημέρωσης (προπάντων την «Dawn», την κυριότερη εθνική ημερήσια εφημερίδα). Προσπάθησε να εκφοβίσει τους δημοσιογράφους με διάφορα μέσα, από την απειλή αύξησης των φόρων έως την απαγωγή - κάτι που οι παρατηρητές από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την Κοινοπολιτεία χαρακτήρισαν «εμπόδιο στην ελευθερία έκφρασης» και «παράγοντα αυτολογοκρισίας»6. Ωστόσο, παρά την όποια χειραγώγηση, το PTI δεν έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία. Κατέλαβε συνολικά 116 από τις 272 έδρες και λιγότερο από το ένα τρίτο των ψήφων (32%), έναντι 64 εδρών (24%) για το PML-N και 43 (13%) για το PPP. Παρά τις πιέσεις, στελέχη του πρώην κυβερνώντος κόμματος κατάφεραν να είναι παρόντα. Ενδεχομένως το αποτέλεσμα να αντανακλά και το γεγονός ότι το κύριο μέλημα των στρατιωτικών δεν ήταν τόσο η χειροτόνηση του Χαν όσο η αποφυγή μιας δεύτερης θητείας του PML-N ή ακόμη και η συγκρότηση μιας Εθνοσυνέλευσης χωρίς πλειοψηφία, που θα επέτρεπε τη γενικότερη αποδυνάμωση των πολιτών.

Η αξιοσημείωτη παρουσία νεοφερμένων στην πολιτική, με την παρασκηνιακή υποστήριξη του στρατού, ενισχύει αυτή την υπόθεση. Έτσι, επιτράπηκε σε μέλη της ισλαμικής κίνησης Λασκάρ-ε-Τάιμπα, οργάνωσης που έχει παραδοσιακά στενή σχέση με τους στρατιωτικούς, να παρουσιαστούν ως ανεξάρτητοι υποψήφιοι από την εκλογική επιτροπή (η οποία ήταν κατευθυνόμενη). Το ίδιο ισχύει και για άλλα κινήματα, όπως είναι το Τεχρεέκ-ε-Λαμπάικ Πακιστάν, ένα κόμμα που συστάθηκε τον Αύγουστο του 2015 με σκοπό να υπερασπιστεί τη σαρία (και τον δολοφόνο του κυβερνήτη Τασεέρ), το οποίο κέρδισε πάνω από το 4% των ψήφων. Αυτοί οι καινούργιοι υποστηρικτές του ριζοσπαστικού Ισλάμ στον πολιτικό στίβο παίρνουν τη σκυτάλη από τα παραδοσιακά ισλαμικά κόμματα, το Τζαμάατ-ε-Ισλάμι και το Τζαμιάτ Ουλεμά-ε-Ισλάμ, ο συνασπισμός των οποίων χάνει πλέον έδαφος.

Αν και ο κατακερματισμός της Εθνοσυνέλευσης εξυπηρετεί το «κατεστημένο», δεν εμποδίζει τον Χαν να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με μικρά κόμματα, που θα του εξασφαλίσουν μια -έστω εύθραυστη- πλειοψηφία. Εκτός αυτού, το κόμμα του διοικεί δύο επαρχίες, μία εκ των οποίων είναι η σημαντικότερη της χώρας, το Παντζάμπ. Πρόκειται για τρόπαιο που απέσπασε με πολύ μικρή διαφορά από το PML-N, με την επακόλουθη ανακούφιση του στρατού, τον οποίο ανησυχούσε η επιρροή των Σαρίφ σε μια επαρχία από όπου στρατολογεί το μεγαλύτερο μέρος των αξιωματικών του. Ο Σαχμπάζ Σαρίφ, αδελφός του πρώην πρωθυπουργού, διοικούσε το Παντζάμπ από το 2008.

Άραγε αυτή η θέση ισχύος θα επιτρέψει στον Χαν να ασκήσει την πολιτική του ή θα ακολουθήσει τις εντολές του στρατού; Ο Ναουάζ Σαρίφ προσπάθησε να απελευθερωθεί από αυτές, ενώ ο Ζαρνταρί προσαρμόστηκε. Ενδεχομένως ο νέος επικεφαλής της κυβέρνησης να ψάξει να βρει μια μέση οδό, την οποία θα χρειαστεί να επινοήσει. Σύντομα, η θέση του σε κάποια ζητήματα θα επιτρέψει να κρίνουμε. Σίγουρα, ο νέος πρωθυπουργός δεν θα βρει κανένα μειονέκτημα στην εκ νέου συγκεντροποίηση του κράτους, με την αποδυνάμωση της δέκατης όγδοης τροπολογίας. Όπως επίσης δεν θα βρει και στη διάσπαση του Παντζάμπ σε πολλές επαρχίες, όπως επιθυμούν οι στρατιωτικοί, ώστε να εμποδιστεί κάποιο κόμμα να «χτίσει» ένα οχυρό στην περιοχή από την οποία σήμερα προέρχονται περισσότεροι από τους μισούς βουλευτές. Κινδυνεύει εντούτοις να αντιμετωπίσει δυσκολίες στη χρηματοδότηση του «ισλαμικού κράτους πρόνοιας», που υποσχέθηκε στους Πακιστανούς, εάν δεν μειώσει τον προϋπολογισμό του στρατού (το ένα πέμπτο των κρατικών δαπανών, χωρίς να συνυπολογίζονται οι συντάξεις των στρατιωτικών). Ενδέχεται επίσης να συναντήσει δυσκολίες στην περίπτωση που θα θελήσει να συζητήσει το θέμα των σχέσεων με την Κίνα -με την οποία επιθυμεί περαιτέρω προσέγγιση- και, φυσικά, με την Ινδία.

Οι προκλήσεις θα προέλθουν από την οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα -η οποία υποχρεώνει τον Χαν ζητιανέψει χρήματα από το ΔΝΤ, όπως και ο προκάτοχός του- και από την ανανεωμένη σύμπνοια των αντιπάλων του, ιδίως του PML-N και του PPP. Τέλος, ο Χαν θα έχει το βαρύ καθήκον να αποφασίσει για τη μοίρα του Ναουάζ Σαρίφ: να τον κρατήσει στη φυλακή, με κίνδυνο να τον κάνει μάρτυρα, ή να τον απελευθερώσει, πράγμα που θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την αντιπολίτευση1 Η λύση θα μπορούσε να ήταν να τον στείλει ξανά στην εξορία.

 

 

1 «Panama Papers», Διεθνής Κοινοπραξία των Ερευνητών Δημοσιογράφων, Ουάσινγκτον, 31 Ιανουαρίου 2017.

2 Επ’ αυτού του ζητήματος - κλειδιού, πρβλ. Le Syndrome pakistanais, ό.π.

3 Πρβλ. Imran Khan, «Pakistan: A Personal History», Bantam, Λονδίνο, 2012.

4 Imran Khan, «My journey into religion», 14 Φεβρουαρίου 2012, https://themuslimtimes.info

5 Μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε το 1988, ο δημιουργός του οποίου, ο Βρετανός συγγραφέας Σαλμάν Ρούσντι, υποχρεώθηκε να ζήσει κρυμμένος μετά την καταδίκη του σε θάνατο από τον Ιρανό ηγέτη Ρουχολάχ Χομεϊνί.

6 «EU monitors team says Pakistan election not a level playing field», 28 Ιουλίου 2018, www.geo.tv

 

* Ο Christophe Jaffrelot είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Διεθνών Ερευνών (CERI), μια μεικτή ερευνητική μονάδα του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας (CNRS), συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του βιβλίου «Le Syndrome pakistanais», Fayard, Παρίσι, 2013, και συντονιστής, με την Laurence Louër, του «Pan-Islamic Connections. Transnational Networks Between South Asia and the Gulf», Hurst, Λονδίνο, 2017.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Διπλή μάχη

Τη Δευτέρα ξεκινά και επίσημα ο προεκλογικός αγώνας με την παρουσίαση του ευρωψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ Προοδευτική Συμμαχία από τον Αλέξη Τσίπρα στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας. Ένας αγώνας που δίνεται...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο