Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο φούρναρης με τη ζεστή καρδιά

"Να κεράσουμε τίποτα; Πάρε ένα τυροπιτάκι". Ο μπαρμπα - Γιώργος υποδέχεται πάντα εγκάρδια τους πελάτες του. Η φωνή του είναι μεστή. Βαθιά και βαριά, με βραχνάδα σφυρηλατημένη από το κάπνισμα.

Φοράει μια μπεζ τραγιάσκα και μαύρα γυαλιά. Για να βλέπει καλύτερα τι κέρματα βγαίνουν και πού πρέπει μετά να μπουν. Το ταμείο είναι το σημερινό του πόστο. Στο μικρό γραφειάκι, υπάρχει πάνω η "Εφημερίδα των Συντακτών", ο καπνός του για το στριφτό τσιγάρο και τα καφέ χαρτάκια.

Όταν απευθύνεται στους νεότερους, τους αποκαλεί "Αγόρι μου. Λεβέντη. Παιδί μου". Στις γριούλες εύχεται: "Να 'σαι καλά, κούκλα μου". Αλλά και διευκολύνει: "Έλα, μάτια μου, τι κάνουμε, έχεις ένα δίφραγκο; Αν όχι, δεν πειράζει". Με κάθε πελάτη ξεκινά ένα καλαμπούρι. "Κάνεις επενδύσεις, ε;" λέει στον φούρναρη που έχει τελειώσει μόλις τη βάρδια και κρατά ένα περιοδικό με στοιχηματικές αποδόσεις.

Κανείς δεν έφυγε πικραμένος από το μαγαζί του μπαρμπα - Γιώργου όλα αυτά τα χρόνια. “Τώρα είναι πελάτες μου, παιδιά που όταν είχαν έρθει να δουλέψουν, πεινούσαν. Τους κερνάμε και πίνουμε καμιά ρακή.”

Ο φούρνος άνοιξε το 1978 στην οδό Αστυδάμαντος 5, στο Παγκράτι. Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από την τριβή που είχε με Ηπειρώτες φίλους. "Με παίρνανε μαζί τους το πρωί, για να βοηθήσω να βγει το ψωμί". Στη συνέχεια, παρουσιάστηκε η ευκαιρία, όταν έκλεισε ο κεντρικός φούρνος στην οδό Ευτυχίδου, γιατί τον αγόρασε τράπεζα. Η αγορά έμεινε ελεύθερη και "το επάγγελμα ήταν τότε ακόμη περιορισμένο".

Ο δικός του χώρος υπήρχε, αφού εκεί βρισκόταν παλιότερα η ταβέρνα του πατέρα του. Η ταμπέλα της παραμένει εκεί, δίπλα ακριβώς από αυτή του φούρνου. Πάνω είναι γραμμένα τα ονόματα των μουσικών από το σχήμα που έπαιζε καντάδες. "Στο πιάνο: ο Κ. Πολίτης. Τηλέφωνο 7230357".

Πέρα από τις ταμπέλες, από την ταβέρνα διατηρήθηκε και το όνομα: "Κρι-Κρι". Το οποίο και προδίδει την καταγωγή της οικογένειας από την Κρήτη. Με το "Κρι-Κρι" έχουν μεγαλώσει κοντά δυο γενιές Παγκρατιωτών.

Μια πελάτισσα, για να μη μας ενοχλήσει, αφήνει τα χρήματα και φεύγει χωρίς κουβέντα. Ο μπαρμπα - Γιώργος την παίρνει χαμπάρι μια στιγμή μετά και της φωνάζει: “Εντάξει; - Όλα μια χαρά!”. "Ξέρεις, αυτό το κοριτσάκι το ξέρω από μικρό παιδάκι. Δεν ρωτάω τον καθένα ποιος είναι, αλλά ξέρω φυσιογνωμίες. Κάπου - κάπου ξεχνάω. 'Καλά, κυρ - Γιώργο, δεν με θυμάσαι που μου 'δινες τυροπιτάκια; Κουλουράκι να φάμε;'".

Από τα προϊόντα του έχει διώξει "όλες τις σύγχρονες πρώτες ύλες με τα βελτιωτικά πράματα - θάματα. Δουλεύουμε α λα παλαιά, όπως ξέραμε, γιατί μας τρόμαξε αυτή η χημεία. Άμα φας, θα καταλάβεις το ελαιόλαδο. Έχω έναν φίλο στη Μεσσηνιακή Μάνη που μου το στέλνει. Παίρνω κι από την Κρήτη”.

Για τη ζωή δεν έχει πια άγχος. "Λειτουργούν αλλιώς στους μεγάλους τα προβλήματα. Τα προβλήματα μπορεί ο μεγάλος άνθρωπος να τα δει από μια απόσταση. Να μην εμπλέκεται μέσα τόσο πολύ. Όταν είσαι νέος, νομίζεις ότι ο κόσμος χάνεται. Αλλά ξέρω πια ότι ο κόσμος θα συνεχίσει να γυρνάει". Εκείνο που μονάχα τον απογοητεύει είναι ότι δεν μπόρεσε να κάνει τον φούρνο συνεταιριστικό. “Προσπάθησα να τον δώσω στους εργαζόμενους, αλλά δεν θέλησε κανείς ν' αναλάβει ευθύνη.”

Δείτε όλα τα σχόλια