Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Κωνσταντίνος Παγωνίδης: Μάστορας στη σφολιάτα εδώ και πενήντα χρόνια

Όσοι κατηφορίζουν τη Σόλωνος και όσοι την ανηφορίζουν κάθε μέρα αντιλαμβάνονται μεμιάς πότε βρίσκονται στο ύψος της Ιπποκράτους από τη μυρωδιά της τυρόπιτας. Άλλοι θα μιλήσουν για «λαδίλα». Οι περισσότεροι όμως, ειδικά μέσα στον χειμώνα, λαχταρούν τη ζεστή σφολιάτα μέσα στην παγωνιά κι έτσι συχνά - πυκνά σχηματίζονται μικρές ουρές απέξω.

Από το 1975 βρίσκεται στη συμβολή των δύο δρόμων και στην πλευρά απέναντι από τις εκδόσεις του Πύρινου Κόσμου, το τυροπιττάδικο (με δύο «τ») του Κωνσταντίνου Παγωνίδη. Ένα μαγαζί παλιάς κοπής, όπως φαίνεται και από την ταμπέλα, στην οποία με κόκκινα και μπλε κεφαλαία γράμματα αναγράφονται πάνω σε ένα καθαρό λευκό φόντο, λιτά κι απέριττα, τα κύρια προϊόντα: «Μπουγάτσες - Τυρόπιττες - Σπανακόπιττες».

“Κάνω τη δουλειά αυτή από το ’57, από 11 χρόνων. Μπήκα σε ένα τέτοιο μαγαζί, σε ένα τέτοιο εργαστήριο, μες στη Θεσσαλονίκη. Μετά ήρθα στην Αθήνα για να πάρω καλύτερα λεφτά. Πήρα καλύτερα λεφτά και μετά πήγα φαντάρος. Γύρισα και συνέχισα να κάνω αυτή τη δουλειά ως υπάλληλος. Μετά αποπειράθηκα να κάνω ένα σουβλατζίδικο, αλλά δεν μου άρεσε».

Η εμπειρία από το σουβλατζίδικο τον έπεισε ότι έπρεπε να γυρίσει οριστικά στη δουλειά που είχε μάθει από μικρός. «Διάλεξα μέσα από αυτά που ήξερα να κάνω ένα συγκεκριμένο κατάστημα. Μόνο μπουγατσάδικο, χωρίς καφέδες. Δυο καφέδες δίνω τώρα για την πλάκα και τίποτ’ άλλο». Το ονόμασε “Μακεδονικόν”, λόγω της καταγωγής του.

Από τότε οι εποχές άλλαξαν. «Το ’60 πήγαινες να πιάσεις δουλειά χωρίς γράμματα και χωρίς βρακί στον κώλο σου. Σήμερα ένας τριαντάρης ξεκινά σήμερα να πιάσει δουλειά με σαράντα πτυχία. Τότε το μόνο που δεν είχες πρόβλημα ήταν να βρεις δουλειά. Μεροκάματο μπορείς να μην έβρισκες, αλλά δουλειά έβρισκες... Πήγαινες, χτύπαγες την πόρτα και σου λέγανε 'περάστε'. Δεν ρώταγες τι θα πάρω ή τι θα κάνω. Σου λέγανε ‘κάτσε, ρε πιτσιρίκο’ και στο τέλος της εβδομάδας, άμα έπαιρνες κανά πενηντάρικο, ήσουν ικανοποιημένος».

Οι παλιοί στα τυροπιτάδικα, θυμάται, δεν τους φώναζαν ποτέ με τα ονόματά τους. «Δεν είχε Κώστα και Γιώργο. Είχε μάστορα». Και στην προκειμένη, η λέξη αντιστοιχεί πλήρως στο νόημά της. Όσο μιλάμε ο κύριος Κωνσταντίνος ανοιγοκλείνει τους φούρνους που ψήνονται οι σφολιάτες και ελέγχει με επιδεξιότητα τα τσίγκινα καυτά ταψιά, έχοντας στο ένα χέρι ένα «μετρημένο» στον χάρακα χαρτόνι και στο άλλο μια μικρή σπάτουλα. Κάτω από τους φούρνους υπάρχει πάντα ένας τενεκές όπου γέρνει το ταψί για να φύγει το λάδι.

Το μαγαζί του, όπως είναι λογικό, βρίσκεται εδώ και χρόνια στην καρδιά των γεγονότων. «Τα πολλά πράγματα γίνονταν από το '75 μέχρι το '83. Μεγάλες διαδηλώσεις. Μετά το ΠΑΣΟΚ και την παρέλευση δύο χρόνων περιορίστηκαν όλα. Έφυγαν και ορισμένες σχολές, αλλά πάντοτε θα υπάρχει παρουσία. Γιατί και πάνω στα Ιλίσια που είναι οι φοιτητές, στις πορείες και τις συγκεντρώσεις θέλουν κέντρο και κόσμο».

Από τους πολιτικούς που πέρασαν στο μαγαζί του ξεχωρίζει τον Ηλία Ηλιού. «Ήταν ο πιο μάγκας. Ωραίος άνθρωπος. Ωραίο γεροντάκι, μου χάρισε κι ένα τραπεζάκι για να κάθεται και να τρώει μια κρεατόπιτα το πρωί και το απόγευμα ένα παγωτό. Δεν είχαμε τραπεζάκια καθόλου και μου λέει ‘πάρε ένα εδώ πέρα, το πληρώνω εγώ’. Γελάσαμε.»

Δεν θα ξεχάσει ακόμη το καλοκαίρι του 1987. «Τότε που πέθαινε η Αθήνα με τον μεγάλο καύσωνα, ο μόνος ανοιχτός ήμουν εγώ. Κατά τις 4 η ώρα το μεσημέρι περνάει από μπροστά ο συγχωρεμένος ο Κακαουνάκης και μου λέει: 'Τι κάθεσαι, ρε μάστορα, εδώ πέρα; Σήκω φύγε!'».

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις