Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ιθαγένεια: Μια συζήτηση που δεν έχει τελειώσει

Με αφορμή την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας στον Γιάννη Αντετοκούμπο, τον δεκαοχτάχρονο παίκτη του NBA νιγηριανής καταγωγής και τις όλο υπερηφάνεια δηλώσεις του πρωθυπουργού, τον τελευταίο καιρό έχει επανέλθει στο προσκήνιο το ζήτημα της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας

Ελάτη Ποντικοπούλου-Βενιέρη*

Με αφορμή την απονομή της ελληνικής ιθαγένειας στον Γιάννη Αντετοκούμπο, τον δεκαοχτάχρονο παίκτη του NBA νιγηριανής καταγωγής και τις όλο υπερηφάνεια δηλώσεις του πρωθυπουργού, τον τελευταίο καιρό έχει επανέλθει στο προσκήνιο το ζήτημα της απονομής της ελληνικής ιθαγένειας στα παιδιά μεταναστών που έχουν μεγαλώσει στην Ελλάδα.

Η συζήτηση του θέματος αυτού απασχόλησε την επικαιρότητα ιδιαιτέρως μετά την απαράδεκτη απόφαση 460/2013 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας βάσει της οποίας κρίθηκε αντισυνταγματικός ο νόμος 3838/2010, γνωστός και ως «νόμος Ραγκούση». Ο νόμος αυτός, παρότι σίγουρα δεν αποτέλεσε τεράστιο βήμα, έθετε, ωστόσο, το ζήτημα της απονομής της ιθαγένειας σε μια πιο προοδευτική τροχιά ξεφεύγοντας από το προηγούμενο καθεστώς της πλήρους διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης και εξαρτώντας την απονομή της ιθαγένειας στα παιδιά μεταναστών από δύο κριτήρια: είτε τη γέννησή τους στην Ελλάδα από γονείς με νόμιμη πενταετή διαμονή στη χώρα είτε την εξαετή φοίτησή τους σε ελληνικό σχολείο.

Το ΣτΕ, ωστόσο, σε ένα παραλήρημα θεωρητικών παραπτωμάτων και εξαγγελιών και διδαχών περί έθνους, έκρινε τις βασικότερες διατάξεις του νόμου αντισυνταγματικές, με αποτέλεσμα το πάγωμα της διαδικασίας εξέτασης των αιτήσεων πολιτογράφησης.

Ας μην σταθούμε ξανά στην ανάλυση του πόσο άδικο είναι να γεννιέσαι σε μια χώρα, να πηγαίνεις σχολείο σε αυτήν, να μιλάς τη γλώσσα της, να ξέρεις την ιστορία της, οι φίλοι σου, τα μέρη που έπαιζες, οι αναμνήσεις σου, να σχετίζονται με αυτήν αλλά να πρέπει πάντα να ζεις υπό το άγχος της ανανέωσης της άδειας παραμονής-που αν λάβουμε υπ' όψιν την ελληνική γραφειοκρατία και αυθαιρεσία δεν είναι ποτέ βέβαιη-, να στερείσαι κάθε είδους παροχές που απευθύνονται «μόνο σε Έλληνες πολίτες» και να κινδυνεύεις να βρεθείς, σε περίπτωση που πολύ ανθρώπινα χάσεις ή ξεχάσεις την άδεια, κατευθείαν σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης αφού το τεκμήριο στη σημερινή ελληνική «δημοκρατία» είναι πάντοτε τεκμήριο παρανομίας και ενοχής.

Ας μην σταθούμε ούτε στην περίπτωση να μην έχεις την ιθαγένεια του κράτους καταγωγής των γονιών σου γιατί αυτό είναι διαλυμένο ή έχει διαφορετικά κριτήρια απονομής ιθαγένειας κι έτσι, με την άρνηση της ελληνικής πολιτείας να σου χορηγήσει την ελληνική ιθαγένεια βρίσκεσαι ανιθαγενής, άνθρωπος χωρίς νομικό δεσμό με κανέναν τόπο, αόρατος για κάθε έννομη τάξη.

Ας μην σταθούμε ούτε στις χυδαίες δηλώσεις του κατά τις συζητήσεις τροποποίησης του ν. 3838/2010 αρμόδιου αναπληρωτή υπουργού Χ. Αθανασίου πως «Δεν δίνουμε ιθαγένεια για να ενταχθεί ο αλλοδαπός στην ελληνική κοινωνία αλλά σαν επιβράβευση της δικής του προσπάθειας», δηλώσεις που τοποθετούν τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: εκείνη της υψηλής κλειστής και ανόθευτης ομάδας των Ελλήνων και εκείνη των κατώτερων μεταναστών που μόνο μετά από σκληρή προσπάθεια, προσήλωση και επιμονή καταφέρνουν να τους ανοιχτούν οι πύλες του παραδείσου και να γίνουν δεκτοί στο κλειστό, τιμητικό γκρουπ των «πετυχημένων».

Εκείνο το οποίο αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, την ουσία του ζητήματος είναι η ίδια η έννοια της ιθαγένειας.

Σε όλα τα εγχειρίδια συνταγματικού δικαίου η ιθαγένεια ορίζεται ως «η ιδιότητα του πολίτη, η σχέση του ανθρώπου με το κράτος στο λαό του οποίου ανήκει». Η πρόβλεψη κριτηρίων και η εξειδίκευσή τους εναπόκειται στον απλό νομοθέτη, αποτελεί, συνεπώς, κάθε φορά αποτύπωση των κυρίαρχων αντιλήψεων επί του θέματος.

Στην Ελλάδα του 2013 κυρίαρχη αντίληψη, όπως εκφράστηκε από την «ανεξάρτητη» δικαστική εξουσία, φαίνεται πως είναι η προσκόλληση στην ιδέα του καθαρού και ανόθευτου έθνους-κράτους το οποίο «κινδυνεύει να διαταραχθεί από την προσθήκη απροσδιόριστου αριθμού προσώπων ποικίλης προέλευσης». Επιλέγεται, δηλαδή ως συνεκτικός ιστός των ανθρώπων που κατοικούν στο κράτος αυτό το ανήκειν στο ελληνικό έθνος.

Η άποψη αυτή, ωστόσο, πέραν του ότι παραβλέπει πως το ίδιο το έθνος και η εθνική συνείδηση δεν είναι κάτι το καθαρό αλλά το αποτέλεσμα υιοθέτησης, αλληλεπιδράσεων και προσμείξεων γλωσσικών, ιστορικών και εθιμικών στοιχείων ποικίλων λαών που έτυχε να ζήσουν στον ελλαδικό εδαφικό χώρο ή να επηρεάσουν τους λαούς του χώρου αυτού, είναι, επίσης, αφενός παρωχημένη και αφετέρου επικίνδυνη. Επικίνδυνη, προφανώς, γιατί στην παρούσα φάση με την άνοδο της ακροδεξιάς και την εκτόξευση επιθέσεων όχι μόνο λεκτικών αλλά και εμπράκτων-ας μην ξεχνάμε πόσοι άνθρωποι έχασαν φέτος τη ζωή τους ως θύματα εγκλημάτων ρατσιστικής βίας- η εμμονή στην άποψη αυτή δίνει άλλοθι και κάλυψη σε συγκεκριμένες ομάδες να αυτοανακηρυχθούν φύλακες της καθαρότητας του έθνους.

Η στήριξη της ιθαγένειας στο έθνος με την τήρηση του δικαίου του αίματος(iussanguinis), της καταγωγής, δηλαδή, είναι επιπλέον παρωχημένη. Είναι παρωχημένη γιατί στις σημερινές κοινωνίες που χαρακτηρίζονται από πολυπολιτισμικότητα ως απόρροια της παγκοσμιοποίησης και των μεταναστευτικών ρευμάτων(που προκαλούνται, ας μην ξεχνάμε κατά κύριο λόγο από τις πολιτικές των μεγάλων καπιταλιστικών κρατών τις οποίες η χώρα μας υποστηρίζει) η προσκόλληση στην ήδη διαμορφωμένη έννοια του έθνους και η άρνηση πως η εθνική συνείδηση είναι μια έννοια εξελικτική, μόνο λόγο κοινωνικών συγκρούσεων και περιθωριοποιήσεων μπορεί να αποτελέσει.

Αντιθέτως, πρέπει να δούμε την έννοια της ιθαγένειας με μια θεώρηση αποστασιοποιημένη και απελευθερωμένη από το πρίσμα του έθνους, ως το δικαίωμα όσων συμβιώνουν σε ένα κράτος να συμμετέχουν στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή αυτού, να μπορούν, δηλαδή, να έχουν λόγο στο πώς διαμορφώνεται ο τόπος όπου ζουν.

Ο νόμος 3838/2010 προέβλεπε μια βασική ρύθμιση προς την κατεύθυνση αυτή, μια ρύθμιση που αποτέλεσε την αφορμή για το συνταγματικό έλεγχο του εν λόγω νόμου και κρίθηκε, πρώτη και καλύτερη, «αντισυνταγματική»: την απονομή στους νομίμως διαμένοντες στην Ελλάδα υπηκόους τρίτων χωρών για την ανάδειξή τους στην πρωτοβάθμια τοπική αυτοδιοίκηση του δικαιώματος του «εκλέγειν και εκλέγεσθαι».Την απονομή, δηλαδή, του πυρήνα των πολιτικών δικαιωμάτων και στους αλλοδαπούς στο πρωταρχικό επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης που συνδέεται αμεσότερα με το στοιχείο της αφοσίωσης στον τόπο όπου ζει κανείς. Η ρύθμιση αυτή συνδεόταν με τη θεώρηση που προαναφέρθηκε στην κατεύθυνση του να αναγάγουμε, τελικώς, ως συνεκτικό στοιχείο του λαού τη συμμετοχή στη φροντίδα του τόπου όπου ζει κανείς.

Στην έννοια αυτή χωρούν προφανώς και τα παιδιά των μεταναστών που έχουν γεννηθεί ή μεγαλώσει στην Ελλάδα, έχουν παίξει στις πλατείες και τους δρόμους της και έχουν νοιαστεί για να της ξαναδώσουν ζωή και ομορφιά. Ίσως πάλι να μην χωρούν κάποιοι άλλοι…

*Αριστερή Ενότητα Νομικής

Δείτε όλα τα σχόλια