Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η Γερμανία εξάγει ύφεση

Το πρόβλημα δεν αφορά το τι πράττει η Γερμανία, αλλά η επιμονή της να εξαπλωθεί το παράδειγμά της σε ολόκληρη την Ευρωζώνη επιβάλλοντας πολιτική λιτότητας με τα γνωστά αποτελέσματα στο σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης και κυρίως των χωρών του Νότου

Για πενήντα χρόνια περίπου, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η οικονομία των ΗΠΑ λειτουργούσε ως ο βασικός παράγοντας αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης, απορροφώντας (εισάγοντας) σημαντικές ποσότητες εξαγωγών, αγαθών και υπηρεσιών από τον υπόλοιπο κόσμο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της. Φυσικά, ήταν εύκολο να χρηματοδοτήσει το συγκεκριμένο έλλειμμα μέσω κεφαλαιακών εισροών, δεδομένου ότι ήταν και είναι η χώρα που κατέχει το βασικό αποθεματικό νόμισμα στον πλανήτη. Όμως, ταυτόχρονα με το γεγονός ότι οι ΗΠΑ επέβαλαν στον υπόλοιπο κόσμο, εν τοις πράγμασι, να πληρώνει για την εξάπλωση της εγχώριας οικονομίας τους, παράλληλα αυτή η εξάπλωση είχε θετικές επιδράσεις στη μεγέθυνση των οικονομιών του υπόλοιπου κόσμου.

Οι ΗΠΑ λειτούργησαν ως η πρωταρχική πηγή ζήτησης των μεγαλύτερων εξαγωγικών χωρών, επιτρέποντας σε αυτές να έχουν αυτά τα επιτεύγματα που τις οδήγησαν σε σταθερή και διαρκή μεγέθυνση των οικονομιών τους. Ειδικά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, ήταν η περίοδος συνεχών υψηλών ελλειμμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ (Γραφική Παράσταση 1), δημιουργώντας σημαντική ζήτηση στις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη. Την περίοδο αυτή η Κίνα, η Γερμανία και δευτερευόντως η Ιαπωνία εκμεταλλεύτηκαν αυτή τη συγκυρία, με αποτέλεσμα να επωφεληθούν περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα. Όμως υπήρξε και διάχυση στις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη.

Φυσικά, με απόλυτη βεβαιότητα σημειώνουμε ότι ο τρόπος αυτός μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας δεν ήταν ο σωστός, με αποτέλεσμα να προκληθούν μεγάλες ανισορροπίες οι οποίες αποδείχτηκαν μη διατηρήσιμες. Οι κρίσεις του 2001 και του 2008 σίγουρα έχουν τις ρίζες τους σε αυτό τον τρόπο μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας (όπως έχω προσπαθήσει να δείξω στο Κ. Μελάς, “Οι σύγχρονες κρίσεις του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος 1974-2008”, εκδόσεις Λιβάνη, 2011).

Το πρόβλημα ήταν ότι οι χώρες προσπάθησαν να εξάγουν τον τρόπο μεγέθυνσής τους που εδραζόταν στο κίνητρο της εξωτερικής ζήτησης, κάτι το οποίο μπορεί να συμβεί εις βάρος των υπόλοιπων οικονομιών. Ένας καλύτερος και προτιμότερος δρόμος για την παγκόσμια μεγέθυνση θα ήταν αυτός που θα συμπεριλάμβανε, σε πρώτο επίπεδο, την εγχώρια εξάπλωση των οικονομιών κάθε χώρας. Αυτό, βεβαίως, θα απαιτούσε, όπως συνήθως λέγεται, έναν μεγαλύτερο διεθνή συντονισμό.

Ένα ατύχημα

Αυτός ο συντονισμός παρουσίασε μεγάλα κενά στο πρόσφατο παρελθόν. Αυτό είναι ένα ατύχημα, διότι από την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση του 2008, το επίκεντρο της οποίας ήταν οι ΗΠΑ, το καθαρό κίνητρο ζήτησης προς τον υπόλοιπο κόσμο βρίσκεται σε πτωτική τροχιά, ενώ δεν διαπιστώνεται αύξηση ζήτησης από τις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη ώστε να υποκατασταθούν οι απώλειες. Συνεπώς, οι εξελίξεις αυτές πιθανά θα οδηγήσουν την παγκόσμια οικονομία να σταθεροποιείται σε χαμηλότερο επίπεδο ισορροπίας.

Τα παραπάνω μπορούμε να τα δείξουμε από τις εξελίξεις στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των περιοχών - οικονομικών περιφερειών του πλανήτη και των μεγαλύτερων οικονομιών με βάση τα στοιχεία του ΔΝΤ.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Γραφικής Παράστασης 2, οι αναπτυγμένες οικονομίες, ως σύνολο το 2008, παρουσίαζαν έλλειμμα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών τους, ύψους περίπου 580 δισ. δολάρια ΗΠΑ. Με το πέρασμα του χρόνου, και συγκεκριμένα από το 2013, οι αναπτυγμένες οικονομίες παρουσιάζουν αυξανόμενο πλεόνασμα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Με απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι, ως σύνολο - γκρουπ, όχι μόνο δεν αποτελούν πηγή ζήτησης για την παγκόσμια οικονομία, αλλά αντιθέτως συμβάλλουν αποφασιστικά στη μείωσή της.

Στο μεταξύ, η ομάδα των αναπτυσσόμενων, αναδυόμενων και σε μετάβαση χωρών παρουσίαζε πλεονάσματα στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών, ως σύνολο, μέχρι το 2014. Μετά το έτος αυτό άρχισε να παρουσιάζει ελλείμματα. Όμως, αυτό το έλλειμμα είναι πολύ μικρότερο από το πλεόνασμα που παρουσιάζουν οι αναπτυγμένες οικονομίες, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της παγκόσμιας ζήτησης.

Όπως παρατηρείται στη Γραφική Παράσταση 2, η παγκόσμια οικονομία παρουσίασε σημαντικό πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, με αυξητική τάση την περίοδο 2008-2014. Αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές του ΔΝΤ, να βρεθεί στο ίδιο επίπεδο του 2008. Αν θέλουμε να το μεταφράσουμε σε απλά οικονομικά αυτό, σημαίνει ότι η παγκόσμια αποταμίευση υπερβαίνει την παγκόσμια επένδυση και συνεπώς το παγκόσμιο ΑΕΠ βρίσκεται σε χαμηλότερο από το δυνητικό του επίπεδο.

Τι παρατηρούμε στη Γραφική Παράσταση 3; Αύξηση του πλεονάσματος στην περιοχή των χωρών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής μέχρι το 2013 και μείωση στη συνέχεια λόγω της πτώσης της τιμής του πετρελαίου. Επίσης, κάμψη του πλεονάσματος των χωρών των αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων χωρών της Ασίας. Κάμψη του πλεονάσματος των χωρών της Βόρειας Αμερικής μέχρι το 2014 και στη συνέχεια αύξηση. Όμως, το πλέον σημαντικό γεγονός αποτελεί η αύξηση του πλεονάσματος των χωρών της Ευρωζώνης.

Όμως, παρ’ ότι αυτές οι περιφερειακές συνομαδώσεις είναι αρκετά κατατοπιστικές για την παγκόσμια κατάσταση, είναι επιβεβλημένο ότι θα πρέπει να διερευνήσουμε τη συμπεριφορά των μεγάλων χωρών του πλανήτη, που, όπως συμβαίνει πάντα, αποτελεί τον βασικό και κυρίαρχο παράγοντα των παγκόσμιων εξελίξεων. Στη Γραφική Παράσταση 4 παρουσιάζονται οι εξελίξεις στα ισοζύγια τρεχουσών συναλλαγών των τριών μεγαλύτερων παικτών του πλανήτη: ΗΠΑ, Γερμανίας και Κίνας.

ΗΠΑ - Κίνα - Γερμανία

Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ βρίσκεται σε πτωτική πορεία σε σχέση με το 2008. Επίσης, το πλεόνασμα της Κίνας βρίσκεται σε σαφή πορεία μείωσης. Όμως το πλεόνασμα της Γερμανίας ακολουθεί αυξητική πορεία σε όλη αυτήν την περίοδο. Μάλιστα, η Γερμανία το 2016 γίνεται η χώρα με το μεγαλύτερο πλεόνασμα στον πλανήτη. Η εμποροκρατική αντίληψη της Γερμανίας είναι σαφές ότι απορροφά ζήτηση από τον πλανήτη και εξάγει ύφεση, συμμετέχοντας αρνητικά στη μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Μάλιστα, ακόμα περισσότερο, αν μέρος αυτών των πλεονασμάτων οφείλεται στη στασιμότητα των μισθών και γενικά των αμοιβών της εργασίας του ίδιου του πληθυσμού της.

Όμως, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το τι πράττει η Γερμανία, αλλά είναι και η επιμονή της να εξαπλωθεί το παράδειγμά της σε ολόκληρη την Ευρωζώνη, κάτι που προσπαθεί με την οικονομική πολιτική που έχει επιβάλει στην Ευρωζώνη, την πολιτική συνεχούς δημοσιονομικής προσαρμογής στον εσωτερικό τομέα και πλεονασμάτων στον αντίστοιχο εξωτερικό. Με άλλα λόγια, την οικονομική πολιτική λιτότητας, με τα γνωστά αποτελέσματα στο σύνολο των χωρών της Ευρωζώνης και κυρίως των χωρών του Νότου. Όμως μια σειρά χωρών της Ευρωζώνης βαδίζουν στα βήματα της Γερμανίας συμμετέχοντας με τη σειρά τους και με το βάρος τους στην εξαγωγή ύφεσης και ανεργίας στις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη. Στη Γραφική Παράσταση 5 φαίνεται καθαρά ότι το συνολικό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των χωρών της Ευρωζώνης είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο γερμανικό. Χώρες που ακολουθούν τη συγκεκριμένη πολιτική της Γερμανίας είναι η Ολλανδία και η Αυστρία. Στον Πίνακα 1 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των τριών αυτών χωρών για του λόγου το αληθές.

Κώδωνας κινδύνου από τον Κέυνς το μακρινό 1936

Αντί συμπεράσματος, θα αναφέρουμε το πώς ο Κέυνς, θέτει όλες τις πλευρές του συγκεκριμένου ζητήματος και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου από το μακρινό 1936.

Γράφει ο Κέυνς, (J.M. Keynes, “Η γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος”, εκδόσεις Παπαζήση, 2001, σ. 397-398): «Ο πόλεμος έχει πολλές αιτίες. Οι δικτάτορες και οι όμοιοί τους, στους οποίους ο πόλεμος, τουλάχιστον ως προσδοκία, προσφέρει μια ευχάριστη συγκίνηση, βρίσκουν εύκολο να οικοδομούν στη φυσική φιλοπόλεμη διάθεση των λαών τους. Όμως, πέρα και πάνω από αυτό, που απλώς τους διευκολύνει να υποκινούν τη λαϊκή φλόγα, βρίσκονται οι οικονομικές αιτίες του πολέμου, δηλαδή η πληθυσμιακή πίεση και ο ανταγωνισμός για αγορές. Είναι ο δεύτερος παράγοντας, ο οποίος, πιθανώς, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον 19ο αιώνα και ίσως να ξαναπαίξει παρόμοιο ρόλο στο μέλλον.

Στο σύστημα του εγχώριου laissez - faire και με διεθνή κανόνα χρυσού, όπως ήταν η Ορθοδοξία στο δεύτερο μισό του 19oυ αιώνα, το κράτος δεν διέθετε άλλα μέσα για να αμβλύνει την οικονομική δυσπραγία στο εσωτερικό, παρά μόνο τον ανταγωνισμό για τις αγορές. Όλα τα επιβοηθητικά μέτρα που είχε στη διάθεσή του το κράτος για τη χρόνια ή διαλείπουσα υποαπασχόληση διαγράφηκαν, εκτός από εκείνα που στόχευαν στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου...

Αν, όμως, τα κράτη μπορούν να μαθαίνουν να εξασφαλίζουν πλήρη απασχόληση για τον εαυτό τους, με την εσωτερική τους πολιτική, δεν χρειάζονται σημαντικές οικονομικές δυνάμεις για να στρέφουν το συμφέρον μιας χώρας ενάντια στο συμφέρον των γειτόνων της. Θα υπήρχε ακόμη χώρος για τον διεθνή δανεισμό σε κατάλληλες συνθήκες. Δεν θα υπήρχε πλέον πιεστικό κίνητρο ώστε μια χώρα να χρειάζεται να επιβάλει τα εμπορεύματά της σε μια άλλη ή να αποκρούσει τις προσφορές των γειτόνων της, όχι επειδή κάτι τέτοιο ήταν αναγκαίο για να την καταστήσει ικανή να πληρώσει ό,τι επιθυμεί να αγοράσει, αλλά με ρητό σκοπό να ανατρέψει την ισορροπία των πληρωμών, έτσι ώστε να αναπτύξει ένα ευνοϊκό γι’ αυτήν εμπορικό ισοζύγιο. Το διεθνές εμπόριο θα έπαυε να είναι αυτό που είναι, δηλαδή μέσο απελπισίας για τη διατήρηση της εγχώριας απασχόλησης, με την επιβολή πωλήσεων σε αλλοδαπές αγορές και τον περιορισμό των αγορών - πράγμα που, αν στεφόταν από επιτυχία, απλώς θα μετατόπιζε το πρόβλημα της ανεργίας στον γείτονα, που θα είχε ηττηθεί - και θα μετατρεπόταν σε εκούσια και ανεμπόδιστη ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών σε συνθήκες αμοιβαίου οφέλους».

Οι παραπάνω αντιλήψεις, οι οποίες αποτελούν έναν συγκεκριμένο κανόνα δράσης μεταξύ των χωρών, δεν έχουν τη θέση που τους αρμόζει στον σημερινό κόσμο. Η ανταγωνιστικότητα, με τον τρόπο που προβάλλεται πανταχόθεν σήμερα, και κυρίως από τα παγκόσμια ΜΜΕ, έχει καταντήσει να ταυτίζεται ως έννοια με τον αγώνα επιβίωσης των άγριων ζώων στη ζούγκλα. Οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών, όπως επανειλημμένα στο παρελθόν, αλλά και σήμερα, βρίσκουν εύκολο να οικοδομούν στη φυσική φιλοπόλεμη διάθεση των λαών τους.

Δείτε όλα τα σχόλια