Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Οι ατεκμηρίωτες κριτικές για την οικονομική πορεία της χώρας και οι συνέπειές τους

Πέραν των διαρθρωτικών αλλαγών, απαιτείται για την εμπέδωση του θετικού οικονομικού κλίματος η συμβολή όλων των πλευρών. Αν όχι θετικά, τουλάχιστον απέχοντας από τις «τρικλοποδιές» που βάζουν για λόγους μικροπολιτικού κοντόφθαλμου συμφέροντος παράγοντες του οικονομικού - πολιτικού - μιντιακού μας βίου

Του Λόη Λαμπριανίδη*

Πριν από μερικές ημέρες βρέθηκα στη ΒΙΠΕ Κιλκίς. Εντυπωσιάστηκα από το υψηλότατο επίπεδο των επιχειρήσεων. Κάποιες από αυτές έχουν γίνει ουσιαστικά πολυεθνικές, στηριζόμενες στη λογική Έρευνα και Ανάπτυξη, εικόνα πολύ διαφορετική από την εικόνα καταστροφής της εθνικής μας οικονομίας που συχνά, και άδικα, κυριαρχεί. Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν σε όλη τη χώρα. Ασφαλώς υπάρχουν και επιχειρήσεις που πάνε λιγότερο καλά, που αντιμετώπισαν δυσκολίες και ενίοτε οδηγήθηκαν στην πτώχευση. Θα αναφερθώ σ’ αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα που δεν χωράει απλουστεύσεις, αλλά που επιτέλους παρουσιάζει ορατές προοπτικές.

Πρόσφατα οικονομικά στοιχεία επιβεβαιώνουν τη διστακτική, αλλά σταθερή και όχι ασήμαντη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας. Το ΑΕΠ το δεύτερο τρίμηνο 2017 παρουσίασε αύξηση 0,5% σχετικά με το πρώτο τρίμηνο 2017 και 0,8% σχετικά με το αντίστοιχο δεύτερο τρίμηνο 2016. Η ανεργία παρουσιάζει σταθερά καθοδική τάση, τον Ιούνιο ήταν στο 21,2%, έναντι 24% τον Ιανουάριο. Ο πληθωρισμός κινείται πλέον σε κανονικά(θετικά) επίπεδα, έπειτα από πέντε ολόκληρα χρόνια, ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου τα πρώτα δύο τρίμηνα του 2017 είναι ο μεγαλύτερος μετά το 2013, ενώ η υποκατηγορία «μηχανολογικός και μεταφορικός εξοπλισμός», ίσως ο σημαντικότερος επιμέρους επενδυτικός δείκτης, βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο από το 2011.

Ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής είναι σταθερά θετικός από τις αρχές του 2016, ο δείκτης οικονομικού κλίματος (ΙΟΒΕ) βρίσκεται σε άνοδο από το καλοκαίρι του 2015 προσεγγίζοντας τα μέσα επίπεδα 2001-2016, και ο δείκτης μισθολογικού κόστους είναι σταθερά θετικός από τα μέσα του 2014. Επιπλέον, καταγράφεται σταθερή βελτίωση του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών, ιδίως λόγω της εντυπωσιακής τουριστικής επίδοσης, ενώ ο δείκτης ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (WEF) δείχνει εμφανή βελτίωση μετά τη διαρκή επιδείνωσή του έως το 2013. Τα spread των ελληνικών κρατικών ομολόγων μειώθηκαν πάνω από 300 μονάδες βάσης σε λιγότερο από έναν χρόνο, και οι ξένες άμεσες επενδύσεις το 2016 συνολικά αυξήθηκαν 170% έναντι του 2015, υπερβαίνοντας κατά 800 εκατ. τα επίπεδα εισροών του 2014, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2017 σημείωσαν νέα άνοδο 185% έναντι του πρώτου εξαμήνου 2016.

Βέβαια, δεν είναι όλες οι ενδείξεις το ίδιο ενθαρρυντικές. Για παράδειγμα, υπάρχει μικρή επιδείνωση στο εμπορικό ισοζύγιο, καθώς οι εισαγωγές αυξάνονται ταχύτερα από τις εξαγωγές. Το κύριο ζητούμενο όμως είναι ο βαθμός σταθερότητας της οικονομικής ανάκαμψης. Όσο και αν είναι σημαντική η παρατηρούμενη ανάκαμψη, απαιτείται προφανώς περαιτέρω βελτίωση για να έχει γερά θεμέλια και διάρκεια. Όμως έπειτα από μια δεκαετή διεθνή και εθνική οικονομική κρίση, έπειτα από μια άνευ προηγουμένου δυσφήμιση της χώρας σε όλα τα διεθνή φόρα και μέσα ενημέρωσης, με πολλά ζητήματα να παραμένουν εκκρεμή (π.χ. διευθέτηση χρέους, εξασφάλιση επαρκούς δημοσιονομικού χώρου), απαιτείται μεγάλη προσπάθεια. Απαιτείται συνεκτικός σχεδιασμός αλλαγής του οικονομικού υποδείγματος, ώστε να μεταβούμε από το για είκοσι χρόνια κυρίαρχο με έμφαση στην κατανάλωση (μέσω δανεισμού), σε ένα νέο, με έμφαση στην παραγωγή προϊόντων με μεγάλο βαθμό γνώσης, καινοτομικότητας κ.λπ. Στόχος που βρίσκεται στην καρδιά της κυβερνητικής Εθνικής Αναπτυξιακής Στρατηγικής 2021 (βλ. αναλυτικότερα: https://chronos.fairead.net/labrianidis-EAS2021) για τη μετάβαση στην «οικονομία της γνώσης» με παράλληλη μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων. Στόχος μακράς πνοής, που ωστόσο είναι ανάγκη από σήμερα να τεθούν οι στέρεες βάσεις του.

H μείζονα αυτή αλλαγή απαιτεί κοινωνική «επανεκπαίδευση». Απαιτείται συγκροτημένη εθνική αναπτυξιακή στρατηγική, που βρίσκεται σε τελικό στάδιο κατάρτισης, μια νέα κοινωνική νοοτροπία που να διαπνέει εργαζόμενους και εργοδότες, ένα νέο επιτελικό Δημόσιο. Το επιχειρείν οφείλει να απομακρυνθεί από την παραδοσιακή τακτική αναζήτησης προσόδων (rent seeking) μέσω κρατικής εύνοιας και να αναλάβει υγιή επιχειρηματικά ρίσκα, οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα, και ιδίως οι συνδικαλιστικοί τους εκπρόσωποι, οφείλουν να δεσμευτούν σε μια κουλτούρα αυξημένου επαγγελματισμού, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα να προστατευτούν από την απορρυθμιστική καταιγίδα των μνημονιακών χρόνων και οι αμοιβές τους να ανακάμψουν, οι κρατικές πρακτικές να απομακρυνθούν οριστικά από την αναξιοκρατία, την πατρωνία το ρουσφέτι κ.λπ. Όλα αυτά απαιτούν χρόνο. Το νέο αναπτυξιακό πρότυπο δεν θα προκύψει ξαφνικά, όπως η Αθηνά από το κεφάλι του Δία.

Πέραν όμως των παραπάνω διαρθρωτικών αλλαγών, απαιτείται για την εμπέδωση του θετικού οικονομικού κλίματος η συμβολή όλων των πλευρών. Αν όχι θετικά, τουλάχιστον απέχοντας από τις «τρικλοποδιές» που βάζουν για λόγους μικροπολιτικού κοντόφθαλμου συμφέροντος παράγοντες του οικονομικού - πολιτικού - μιντιακού μας βίου, υποσκάπτοντας συνειδητά ή ασυνείδητα την εμπιστοσύνη στην οικονομία. Αυτή η κακώς εννοούμενη κριτική προβάλλει τα εξής ατεκμηρίωτα επιχειρήματα:

α) «Η ανάκαμψη είναι καθαρά κυκλικού χαρακτήρα και επομένως δεν παρουσιάζει βιώσιμα χαρακτηριστικά». Όπως είπαμε όμως, η ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη απαιτεί διάρκεια και σθεναρότητα, που δεν θα εξασφαλιστούν το πρώτο ή το δεύτερο τρίμηνο θετικού προσήμου. Απαιτούνται ριζικός επανασχεδιασμός, προσπάθεια, υπομονή και συναινέσεις, στοιχεία που δυστυχώς έχουν ελλειμματική παρουσία στη χώρα.

β) «Η ανάπτυξη προέρχεται κατά μεγάλο μέρος από την αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, που, καθώς δεν στηρίζεται σε αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος, προκαλεί μείωση των αποταμιεύσεων, θέτοντας σε κίνδυνο την πιθανότητα μελλοντικής ανάκαμψης». Ας είμαστε σαφείς: καμία επιστροφή δεν υπάρχει στο προηγούμενο σαθρό καταναλωτικό μοντέλο με δανεικά.

Η ιδιωτική καταναλωτική δαπάνη παρουσιάζει μια πολύ μικρή ανάκαμψη της κατανάλωσης από το πρώτο τρίμηνο του 2016 και έπειτα, κατά 2,5%, που, αν αφαιρέσουμε τον πληθωρισμό μεταφράζεται σε όχι παραπάνω από 1% πραγματική αύξηση της κατανάλωσης - μέγεθος καθόλου θεματικό και απολύτως συμβατό με την αύξηση του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο.

Τέτοιες μικρομεταβολές δεν δικαιολογούν κραυγές προς άγραν εντυπώσεων, όπως «οι Έλληνες τρώνε από τα έτοιμα», «καθήλωση στο προγενέστερο και αποτυχημένο αναπτυξιακό πρότυπο που βασίζεται στην κατανάλωση» κ.λπ. Αντιθέτως, αυτή η μικρή ανάκαμψη της κατανάλωσης είναι ευπρόσδεκτη, καθώς δεν νοείται οικονομική ανάπτυξη χωρίς μια έστω και περιορισμένη αύξησή της. Θυμίζουμε ότι η καταναλωτική δαπάνη το 2008 ήταν 163 δισ., ενώ δύσκολα θα ξεπεράσει τα 126 δισ. φέτος (30% κάτω). Καμία καταναλωτική έξαρση δεν υπάρχει. Άλλωστε από πού να προκύψει; Η υπερβολική καταναλωτική δαπάνη της δεκαετίας του 2000 προήλθε κυρίως μέσα από τραπεζικό υπερδανεισμό, που και αυτός στηρίχθηκε στον υπερδανεισμό από ευρωπαϊκές-αμερικανικές τράπεζες. Δεν υπάρχουν ενδείξεις επανάληψης. Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι ρυθμοί τραπεζικής χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα παραμένουν μειούμενοι τα τελευταία δύο χρόνια, επομένως ο τραπεζικός υπερδανεισμός προφανώς όχι μόνο αποκλείεται, αλλά απαιτείται και αύξηση των πιστώσεων ώστε να αποφύγουμε μια ουσιαστικά αναιμική ανάκαμψη.

Αν όχι ο τραπεζικός δανεισμός, τότε τι συμβάλλει στην «καταναλωτική ευφορία»; Αρκετοί αναζητούν τις πηγές της στην υπερανάληψη καταθέσεων, στα σεντούκια, στις αγοροπωλησίες - εκποιήσεις ακινήτων. Πρόκειται για ατεκμηρίωτα επιχειρήματα. Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι καταθέσεις αυξήθηκαν 2 δισ. τον Ιούνιο και τον Ιούλιο και καμιά υπερβολή δεν καταγράφεται στις αγοροπωλησίες-εκποιήσεις ακινήτων που να δικαιολογεί υπερκαταναλωτική έξαρση. Απομένουν τα «σεντούκια», αλλά δεν αντέχει στη λογική η υπόθεση ότι οι πιο σκεπτικιστές, οι λιγότερο αισιόδοξοι Έλληνες που επέλεξαν στα μνημονιακά χρόνια την απόκρυψη καταθέσεών, αποφάσισαν ξαφνικά να κατασπαταλήσουν το κρυμμένο κεφάλαιό τους εμπλεκόμενοι σε μια νέα καταναλωτική «φούσκα».

Αυτή η μικρή αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης αποτελεί πρόδρομο στοιχείο αποκατάστασης κλίματος εμπιστοσύνης στην πορεία της οικονομίας από μέρους των καταναλωτών, που θα μεταφραστεί σε περαιτέρω αύξηση επενδύσεων, βελτίωση οικονομικού κλίματος κ.λπ. Δυστυχώς, αυτό το ουσιωδώς ευνοϊκό για την οικονομία μας στοιχείο υπονομεύεται από την ανωτέρω ατεκμηρίωτη επιχειρηματολογία.

Τίποτα το εποικοδομητικό δεν υπάρχει σε τέτοιου είδους μηδενιστικές στάσεις, που δυστυχώς συνηθίζονται σε φορείς με λόγο και ρόλο στην οικονομία μας, οι οποίοι θα έπρεπε να επιδεικνύουν περισσότερη συναίνεση και σοβαρότητα, όπως άλλωστε επαγγέλλονται. Θα ήταν και αυτό μια από τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» που έχουμε ανάγκη, χωρίς κόστος και θυσίες, καθώς αφορά τη συλλογική μας νοοτροπία. Είναι κι αυτή μία από τις αναγκαίες αλλαγές για να περάσουμε σε ένα ριζικά νέο παράδειγμα οικονομικής ανάπτυξης, μία από τις υπερβάσεις που καλούμαστε να κάνουμε.

* Ο Λόης Λαμπριανίδης είναι γενικός γραμματέας Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Δείτε όλα τα σχόλια