Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Μαρξ, το Κεφάλαιο και η Εργασία στην εποχή της ψηφιακής εργασίας 1

Το 2018 τιμήσαμε τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Μαρξ. Υπήρξε όχι μόνο φιλόσοφος, οικονομολόγος, κοινωνιολόγος και ιστορικός, αλλά -και κυρίως- θεωρητικός της επανάστασης και στρατευμένος, κυρίως στα πλαίσια της Α’ Διεθνούς των Εργαζομένων. Η εργασία αποτελεί τη βάση του έργου του μέσα στο οποίο αρθρώνεται μια γενική ανθρωπολογία, μια οικονομική και κοινωνικο-ιστορική ανάλυση και μια κοινωνική φιλοσοφία της εργασίας.

Η ανθρωπολογία της εργασίας στο Μαρξ μας δίνει έναν οικουμενικό ορισμό της εργασίας. Βέβαια, μόνο οι σύγχρονες κοινωνίες ανέδειξαν και επέβαλαν την κεντρικότητα της εργασίας στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Όμως για το Μαρξ δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία που δεν έχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την εμπειρία της εργασίας ως συστατική διάσταση της ανθρώπινης κατάστασης.

Eνώ η ανθρωπολογία της εργασίας ορίζει τον άνθρωπο στην ουσία του, η κοινωνικο-οικονομική ιστορία των τρόπων παραγωγής -κυρίως του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής- δείχνει ότι η εργασία ήταν πάντα αντικείμενο πολλαπλής αλλοτρίωσης, με αποτέλεσμα να συσκοτίζεται η οικουμενική της σημασία. Άρα, μόνο μια κοινωνία χειραφετημένη από όλες τις μορφές κυριαρχίας που βαραίνουν πάνω την εργασία μπορεί να επιτρέψει στον καθένα να ζήσει ολοκληρωμένα την ανθρώπινη ιδιότητα του ως εργαζόμενος, δηλαδή να ζήσει ως ολοκληρωμένος άνθρωπος.

Η ανάλυση του Μαρξ για το βιομηχανικό καπιταλισμό και βέβαια για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής εξακολουθεί να είναι απολύτως απαραίτητη για να κατανοήσουμε και τον σύγχρονο καπιταλισμό, παρά τους όποιους μετασχηματισμούς που αφορούν και εμπεριέχουν την λεγόμενη Δ’ βιομηχανική επανάσταση. Η ανάλυση που μας παρέδωσε ο Μαρξ για τον καπιταλισμό και για την εργασία εξακολουθεί να είναι χρήσιμη και επίκαιρη, αν και πολλά δεδομένα έχουν αλλάξει. Η μισθωτή εργασία ως κοινωνική σχέση, η θεωρία της αξίας, η θεωρία της εκμετάλλευσης, η υπεραξία, η υπερεργασία, η εμπορευματοποίηση, συνιστούν, μεταξύ πολλών άλλων, βασικά εργαλεία που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε τη σημερινή φύση του καπιταλισμού, καθώς και τις όποιες διαφοροποιήσεις του από τον βιομηχανικό καπιταλισμό του οποίου την ανάλυση μας παρέδωσε ο Μαρξ.

Στη συνέχεια θα παρουσιάσω κάποιες επεξεργασίες για τις νέες μορφές εργασίας που συχνά στη βιβλιογραφία βρίσκουμε κάτω από τον γενικό τίτλο της «ψηφιακής εργασίας».

Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσονται πολλαπλές ψηφιακές πλατφόρμες (Airbnb, Uber, κλπ) που παρουσιάζονται ως νέοι τύποι μεσαζόντων μεταξύ των πελατών και των όσων προσφέρουν εργασία. Παρέχουν ευκαιρίες σε νέα τμήματα του εργατικού δυναμικού και δίνουν στους καταναλωτές μεγαλύτερη επιλογή με χαμηλότερο κόστος. Η ανάπτυξη αυτών των νέων εταιρειών φαίνεται να ασκεί ένα είδος γοητείας, ενώ έχει οδηγήσει σε μια μάλλον πολωμένη συζήτηση μεταξύ της εξύμνησης της «συνεργατικής οικονομίας», από τη μια, και, από την άλλη, της καταγγελίας των προβλημάτων που δημιουργεί η «ubérisation» της εργασίας και της απασχόλησης. Μερικοί από αυτούς τους νέους οικονομικούς παίκτες έχουν γίνει σε λίγα χρόνια πολυεθνικές επιχειρήσεις, δημιουργώντας τεράστια έσοδα, ενώ στη συνέχεια καθιερώνονται ως σύμβολα της νέας ψηφιακής οικονομίας. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό σε αυτό το οικονομικό μοντέλο συναλλαγής που θεωρείται πρωτοποριακό είναι ότι αυτοί που προσφέρουν εργασία είναι μερικές φορές, ή και συχνά, ιδιώτες, δηλαδή δεν είναι απαραίτητα μισθωτοί, ούτε κατ 'ανάγκη επαγγελματίες. Διαθέτουν το εργαλείο εργασίας ή πωλούν την εργατική τους δύναμη ως ανεξάρτητοι είτε απευθείας στους καταναλωτές είτε σε έναν μεσάζοντα. Δηλαδή, αυτοί οι ίδιοι αναλαμβάνουν τους κινδύνους που προκύπτουν από την εργασία τους (επένδυση, πελατεία, φυσικοί κίνδυνοι), ενώ ταυτόχρονα είναι ελάχιστα αυτόνομοι στην οργάνωση της εργασίας τους (διαβαθμισμένες διαδικασίες αξιολόγησης, τιμές καθορισμένες από την πλατφόρμα, έλεγχος από τον πελάτη και την πλατφόρμα).

Αυτές οι υβριδικές μορφές στην οργάνωση της εργασίας αποτελούν καπιταλιστικές σχέσεις εργασίας. Διότι μέσα από αυτές τις μορφές εργασίας που εμφανίζονται ως ανεξάρτητες παράγονται αξίες τις οποίες ιδιοποιούνται με άνισο τρόπο οι κάτοχοι των αλγορίθμων και των sites των εφαρμογών που στηρίζουν τις πλατφόρμες, καθώς και οι εργαζόμενοι σε αυτές. Οι εργαζόμενοι αυτοί έχουν την ιδιαιτερότητα ότι δεν είναι μισθωτοί και ότι βάζουν στη διάθεση της εταιρείας την εργατική τους δύναμη, αλλά και μέρος των εργαλείων παραγωγής (ποδήλατα, αυτοκίνητα). Βάζοντας στη δουλειά ανεξάρτητους εργαζομένους, ο καπιταλισμός της πλατφόρμας, ενώ δεν τους παραχωρεί αυτονομία, παράγει νέες, ανανεωμένες μορφές υπαγωγής και εκμετάλλευσης των εργαζομένων, παρακάμπτοντας τις υπαρκτές κατακτήσεις του κόσμου της εργασίας και τους ισχύοντες κανονισμούς.

Η άνοδος των ψηφιακών χώρων και των εφαρμογών ευνόησε πράγματι την εμφάνιση των ηλεκτρονικών αγορών εργασίας, των ψηφιακών τόπων ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών, μακριά από τους κανονισμούς και το εργατικό δίκαιο. Οι αλλαγές αυτές είναι αποτέλεσμα των τεχνολογικών καινοτομιών, αλλά και των πολιτικών αποφάσεων προς την κατεύθυνση της αποδυνάμωσης του σταθερού μισθού και της προώθησης του ανεξάρτητου έργου (project) μικρής διάρκειας που υποτίθεται ότι εγγράφεται σε μια λογική έργων και συνεργασιών που συνεχώς ανανεώνονται. Από την εξέταση αυτών των μετασχηματισμών χρειάζεται να επαναδιατυπωθούν κάποια ερωτήματα: πώς να (ξανασκεφτούμε) τα όρια της εργασίας και της μη εργασίας; Συνιστούν οι διαδικασίες απομάκρυνσης από την μισθωτή εργασία καινοτομία; Τι (ανα) θεμελιώνει τη σχέση και τη σύμβαση της εξαρτημένης εργασίας; Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε κάποια στοιχεία ανάλυσης για κάθε ένα από τα άνω ερωτήματα.

Πώς να (ξανασκεφτούμε) τα όρια της εργασίας και της μη εργασίας;

Εάν οι μετασχηματισμοί της εργασίας στην ψηφιακή εποχή αποτελούν το αντικείμενο διερώτησης, πρέπει να καθορίσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια για τι πράγμα μιλάμε. Οι ορολογίες είναι πολλαπλές, και αυτό γιατί οι πραγματικότητες που παρατηρούνται είναι διαφοροποιημένες. Ποια είναι τα κοινά σημεία μεταξύ ενός τηλεργαζομένου, ενός οδηγού Uber ή του πελάτη που τον αξιολογεί; Κατά κάποιο τρόπο, όλες αυτές οι δραστηριότητες παράγουν αξίες χρησιμοποιώντας νέες τεχνολογίες. Η έννοια που επιτρέπει την ευρύτερη κάλυψη είναι αυτή της «ψηφιακής εργασίας». Σύμφωνα με την αγγλοσαξωνική κυρίως βιβλιογραφία, το ψηφιακό εργατικό δυναμικό μπορεί να οριστεί ως «η εξαιρετικά υψηλή γνωσιακή εργασία που εκδηλώνεται μέσω μιας άτυπης δραστηριότητας, που λαμβάνει χώρα σε ένα εμπορικό πλαίσιο και διαμεσολαβείται από ψηφιακές συσκευές» (Cardon and Casilli 2014). Η έννοια αυτή μπορεί να περιλάβει από τα like στο Facebook, μέχρι τα σχόλια σε διάφορους ιστότοπους ή τους κώδικες «captcha» που αποκωδικοποιούνται τακτικά στο διαδίκτυο. Στη συνέχεια, παρουσιάζεται το ενδιαφέρον της αμφισβήτησης των ορίων της εργασίας, θέτοντας το ζήτημα αυτών των δραστηριοτήτων που θεωρούνται ως ελεύθερος χρόνος, αλλά που παράγουν αξία για τις ψηφιακές εταιρείες. Eχει προταθεί μάλιστα (Trebor Scholz 2013) η έννοια του «playbor» για να χαρακτηρίσει αυτές τις δραστηριότητες που θεωρούνται ψυχαγωγικές, αλλά που βρίσκονται στο επίκεντρο του οικονομικού μοντέλου των ψηφιακών εταιρειών.

Όμως μπορούμε να διακρίνουμε εμπειρικά τις πλατφόρμες, σύμφωνα με την εμπορική διάσταση ή όχι των συναλλαγών και την επιδίωξη κέρδους ή όχι της πλατφόρμας.2

Αν επικεντρωθούμε στις εμπορευματικές συναλλαγές σε μια πλατφόρμα που επιδιώκει την κερδοφορία, και εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για τον «καπιταλισμό της πλατφόρμας», μπορούμε στη συνέχεια να διακρίνουμε την ανταλλαγή αγαθών μέσω πλατφόρμας και την διαχείριση της εργασίας μέσω πλατφόρμας. Έτσι, οι συμβάσεις που συνάπτονται μέσω της πλατφόρμας μπορεί να αφορούν ένα αγαθό (μίσθωση ενός διαμερίσματος, μια συσκευής, κ.λπ.) ή (οι συμβάσεις που συνάπτονται μέσω της πλατφόρμας) να αφορούν την πραγματοποίηση μιας εργασίας (μεταφράσεις λογισμικό, κ.λπ.). Και βέβαια αυτή η διάκριση έχει σημασία για το εργατικό δίκαιο. Πράγματι, μόνο στη δεύτερη περίπτωση «το αντικείμενο της σύμβασης είναι το εργατικό δυναμικό».

Στο πλαίσιο των πλατφορμών ανταλλαγής εργασίας, από κάποιους ερευνητές γίνεται η διάκριση ανάμεσα στο «crowdwork» αφενός και το «work-on-demand μέσω εφαρμογών». Το πρώτο ονομάζεται επίσης «crowdworking», κυριολεκτικά «εργολαβία μέσω του πλήθους», ένας όρος που δημιούργησε ο Jeff Howe (2006) για να αναφερθεί στη λήψη εργασίας (που παραδοσιακά γινόταν από έναν συγκεκριμένο -συνήθως- μισθωτό εργαζόμενο), από ένα μεγάλο και μη προσδιορισμένο σύνολο ανθρώπων με τη μορφή της ανοικτής ανάθεσης. Συγκεκριμένα, το crowdwork συνίσταται στην εκτέλεση μικροεργασιών on line, που πληρώνονται ανά μονάδα, σε πλατφόρμες από τις οποίες η πιο διάσημη είναι ο Μηχανικός Τούρκος της Άμαζον (Mechanical TurK d’ Amazon). Πρόκειται για μια ανανεωμένη και προηγμένη μορφή διαίρεσης της εργασίας, σε ένα πλαίσιο τηλεργασίας, και με δεδομένο ότι η ψηφιοποίηση καθιστά δυνατή τη διαίρεση της εργασίας σε πλανητική κλίμακα. Όμως, συνήθως δεν πρόκειται για την κύρια απασχόληση των ατόμων. Για το λόγο αυτό, διακρίνεται από το «work-on-demand μέσω εφαρμογών», το οποίο συνίσταται στην εκτέλεση πιο παραδοσιακών εργασιών, όπως η μεταφορά ή ο καθαρισμός, για τις οποίες το αίτημα και η παραγγελία γίνεται με ψηφιακά εργαλεία. Η διάκριση αυτή καθιστά δυνατή την εισαγωγή της γεωγραφικής μεταβλητής, προκειμένου να διαχωριστούν οι δραστηριότητες που δεν μπορούν να αποδεσμευτούν από έναν τόπο από εκείνες που είναι αποσυνδεδεμένες.

Οι διαδικασίες φυγής από την μισθωτή εργασία συνιστά καινοτομία;

Σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές οι νέες οικονομικές και εργασιακές πρακτικές μπορούν επίσης να γίνουν αντιληπτές ως μορφές αναζωπύρωσης παλαιών πρακτικών. Η εξωτερική ανάθεση που διευκολύνεται από τις νέες τεχνολογίες μπορεί όντως να συγκριθεί με το «σύστημα εξάπλωσης» (putting-out system) που χαρακτηρίζει την πρωτοβιομηχανία, όπου ένας «κατασκευαστής» διανέμει τις παραγγελίες και το υλικό που χρειάζονται οι κατ’ οίκον εργαζόμενοι, οι οποίοι κατασκευάζουν μέρη ή το σύνολο στο συμφωνημένο χρόνο με προκαθορισμένες τιμές. Ο Pierre-Yves Gaumez (LIntelligence du Travail, 2016), αναφέρεται σε «exode digitale», αναφερόμενος στη μετανάστευση χιλιάδων μισθωτών προς την ανεξάρτητη εργασία που πραγματοποιείται από το σπίτι, από έναν υπολογιστή, αναγεννώντας έτσι τη δουλειά στο σπίτι της προ-βιομηχανικής περιόδου, καθώς και τους τρόπους αμοιβής της με το κομμάτι ή το έργο. Το Crowdsourcing μπορεί τότε να θεωρηθεί ως μια ανανεωμένη και διεθνοποιημένη μορφή αυτού του «συστήματος οικιακής οικονομίας».

Τι (ανα) θεμελιώνει τη σχέση και τη σύμβαση της εξαρτημένης εργασίας;

Οι πλατφόρμες κινητοποιούν τους εργαζομένους χωρίς να τους κάνουν μισθωτούς. Αυτό ισχύει για την Uber και άλλες πλατφόρμες διακίνησης εργασίας, οι οποίες συνάπτουν συμφωνίες εταιρικής σχέσης με ανεξάρτητους οδηγούς. Αυτή η ιδιότητα του ανεξάρτητου συνεργάτη είναι συχνά μέρος των επίσημων όρων που έχουν υπογραφεί από τους εργαζόμενους της πλατφόρμας. Αυτή είναι η περίπτωση του Μηχανικού Τούρκου της Άμαζον, μιας εμβληματικής περίπτωση του «crowdsourcing», στην οποία οι «τούρκοι» υπογράφουν γενικούς όρους που καθορίζουν την ανεξαρτησία τους. Ακριβώς το ίδιο ισχύει με την εταιρεία Walt (Φινλανδική) στην Ελλάδα. Αλλά η συζήτηση δεν σταματά σε αυτή τη μονομερή διακήρυξη ανεξαρτησίας και πολλές αντιπαραθέσεις συμβαίνουν ως προς την υπαγωγή (subordination) των εργαζομένων στην πλατφόρμα.

Στη Γαλλία, σύμφωνα με το νόμο, το απόλυτο κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ μισθωτής και μη μισθωτής εργασίας είναι εκείνο της «μόνιμης νομικής υπαγωγής» (subordination juridique permanent). Ο εργαζόμενος εκτελεί αμειβόμενη εργασία υπαγόμενος (subordination) στον εργοδότη του. Αλλά πώς ορίζεται ο δεσμός της υπαγωγής (subordination); Με βάση τα (νομικά) κείμενα χαρακτηρίζεται από την εκτέλεση εργασιών υπό την εποπτεία ενός εργοδότη που έχει την εξουσία να εκδίδει εντολές και οδηγίες, να εποπτεύει την εκτέλεση του έργου και να τιμωρεί τις παραλείψεις και τα σφάλματα του υπαγόμενου στο διευθυντικό δικαίωμα. Στην πράξη, οι δικαστές ψάχνουν για ένα «σύνολο αποδεικτικών στοιχείων» για να πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής: τις ώρες και τον τόπο εργασίας, την προμήθεια του εξοπλισμού, τις σχέσεις με άλλους υπαλλήλους, την κατανομή ανάληψης κινδύνων, την οικονομική εξάρτηση, την έννοια της οργανωμένης υπηρεσίας, κ.λπ. Σ’ αυτά τα πλαίσια η διαμάχη σχετικά με το καθεστώς των οδηγών Uber είναι παραδειγματική. Εκτός από την τυπικά αναγνωρισμένη ανεξαρτησία των οδηγών, οι διευθυντές και οι δικηγόροι της εταιρείας υπογραμμίζουν την ελευθερία τους να επιλέγουν τον όγκο και τις ώρες εργασίας και τη δυνατότητα να έχουν πολλούς πελάτες και να εργάζονται για διάφορες αιτήσεις. Τα επιχειρήματα εναντίον τους είναι: οι κυρώσεις (αποσυνδέσεις) που εφαρμόζει η Uber, η τιμολόγηση από την εταιρεία, οι υποχρεώσεις όσον αφορά την ποιότητα της υπηρεσίας. Έρευνες υπογραμμίζουν επίσης τον έλεγχο που ασκούν οι πλατφόρμες μέσω του αλγόριθμου κατανομής ζήτησης (Rosenblatt and Stark 2016). Στις Ηνωμένες Πολιτείες, το νομικό πλαίσιο είναι σχετικά παρόμοιο και το ζήτημα του δικαίου που τίθεται κατά προτεραιότητα, όσον αφορά τους εργαζόμενους στην πλατφόρμα, είναι αυτό της φύσης της σχέσης τους με την παροχή υπηρεσίας. Το ζήτημα της της «εσφαλμένης ταξινόμησης» (misclassification), δηλαδή, της εσφαλμένης κατάταξης των εξαρτημένων εργαζομένων σε ανεξάρτητους (Bensman 2014), έχει ιδιαίτερα ανανεωθεί με την ανάπτυξη των πλατφορμών ανταλλαγής εργασίας. Πολλοί ερευνητές έχουν αναδείξει την αύξηση της τάσης συγκάλυψης των μισθωτών τα τελευταία χρόνια, ιδίως λόγω της ζήτησης για εργασία στο Διαδίκτυο. Ήδη από τις αρχές του 2000, προβλέπονταν ότι οι εργαζόμενοι που αναφέρονταν ως «εργαζόμενοι σε απευθείας σύνδεση» (online) θα βρεθούν να εργάζονται σε μια γκρίζα περιοχή μεταξύ μισθωτής και ανεξάρτητης εργασίας.

Βεβαίως, αυτό που κάνει τη διάκριση μεταξύ μισθωτής εργασίας και ανεξάρτητης εργασίας τόσο ζωτικής σημασίας και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι η κοινωνική προστασία και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Διότι, όπως αναλύεται από τον Alain Supiot, η ανάπτυξη της ανεξάρτητης εργασίας είναι έντονα πολωμένη (bipolarised) και μερικές φορές αντιστοιχεί σε τροχιές ευαλωτότητας: «σε γενικές γραμμές, η χαλάρωση του δεσμού μεταξύ της υπαγωγής (subordination) και του καθεστώτος του μισθωτού επέτρεψε σε εργαζομένους που απολαμβάνουν μεγάλη ανεξαρτησία στην εργασία (στελέχη επιχειρήσεων, για παράδειγμα) να επωφεληθούν από την προστασία του εργατικού δικαίου, ενώ οι πιο αδύναμοι εργαζόμενοι στερήθηκαν ορισμένες ή όλες τις προστασίες μέσα από την προσωρινότητα της απασχόλησης ή διότι εκτοπίσθηκαν από το εργατικό δίκαιο με τη χρήση ψευδούς ανεξαρτησίας» (Alain Supiot 1999: 40).

Τα θέματα της κοινωνικής προστασίας εγείρουν ερωτήματα σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών που παρέχουν εργασία. Το καθεστώς των αυτοαπασχολούμενων παρέχει πρόσβαση στην ασφάλιση υγείας και την ασφάλιση γήρατος, αλλά όχι στην ασφάλιση επαγγελματικών ατυχημάτων/επαγγελματικών ασθενειών, στην ασφάλιση κατά της ανεργίας ή στην επαγγελματική κατάρτιση. Ωστόσο, στις πλατφόρμες, ποιος είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια και την υγεία του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της δουλειάς του; Η πλατφόρμα ή ο εργαζόμενος; Ή και οι δύο; Ποιος είναι υπεύθυνος για τα ατυχήματα των πελατών; Με άλλα λόγια, ποιος αναλαμβάνει τη κάλυψη των κινδύνων που ενυπάρχουν στην εργασιακή δραστηριότητα (Pasquier 2010);

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι τα θεμελιώδη δικαιώματα των εργαζομένων. Πράγματι, όταν μια αμερικανική εταιρεία παραγγέλλει εργασίες στο Διαδίκτυο, πώς μπορεί κανείς να βεβαιωθεί ότι ο εργαζόμενος στο τέλος της αλυσίδας δεν είναι παιδί ή ότι εργάζεται σε αξιοπρεπείς συνθήκες; Διακυβεύεται η τήρηση των τεσσάρων θεμελιωδών αρχών και δικαιωμάτων που ορίζονται από τη διεθνή οργάνωση εργασίας: ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, απαγόρευση της καταναγκαστικής εργασίας, κατάργηση της παιδικής εργασίας και απαγόρευση των διακρίσεων. Τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και η οργανωτική ισχύς των εργατών της πλατφόρμας περιορίζονται από τη νομική ανεξαρτησία των εργαζομένων (όταν δεν είναι άτυπη εργασία), από τον γεωγραφικό τους κατακερματισμό και από την απουσία συλλογικών δομών. Εντούτοις, τα τελευταία χρόνια έχουν προκύψει συλλογικές δράσεις, με πρωτοβουλία των ίδιων των εργαζομένων ή των υφιστάμενων συνδικάτων και δομών.

1 Το κείμενο αυτό στην αρχική του μορφή παρουσιάστηκε στις εκδηλώσεις Ο ΜΑΡΞ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ (13-15 Δεκεμβρίου 2018), σε συζήτηση με θέμα «Ο Μαρξ, το Κεφάλαιο και η εργασία στην εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης».

2 Πχ. το facebook σύμφωνα με την Marie-Anne Dujarier (2016) είναι μια πλατφόρμα που επιδιώκει το κέρδος, αλλά που οι συναλλαγές δεν είναι εμπορευματοποιημένες.

 

Δείτε όλα τα σχόλια