Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η σιωπή των γυναικών

Οι γυναίκες που εκφέρουν δημόσιο λόγο και αμφισβητούν τη «νόμιμη» πατριαρχική εξουσία συστηματικά χαρακτηρίζονται ως ενοχλητικές. Ανεξάρτητα από το τι λένε, η φωνή τους ακούγεται στριγκή και κακόηχη. Είναι φυσικά γνωστό ότι οι προσλαμβάνουσές μας είναι ήδη κοινωνικά διαμεσολαβημένες από βαθιά παγιωμένα έμφυλα στερεότυπα.

Της Υβόν Κοσμά*

Οι γυναίκες που εκφέρουν δημόσιο λόγο και αμφισβητούν τη «νόμιμη» πατριαρχική εξουσία συστηματικά χαρακτηρίζονται ως ενοχλητικές. Ανεξάρτητα από το τι λένε, η φωνή τους ακούγεται στριγκή και κακόηχη. Είναι φυσικά γνωστό ότι οι προσλαμβάνουσές μας είναι ήδη κοινωνικά διαμεσολαβημένες από βαθιά παγιωμένα έμφυλα στερεότυπα.

Ο τακτικός αποκλεισμός των γυναικών από τη δημόσια σφαίρα είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο την αποσιώπηση της γυναικείας εμπειρίας, αλλά και τη συνήθη απαξίωση εκείνων που τολμούν να παραβιάσουν τα έμφυλα όρια του κοινωνικού. Πριν βιαστούμε να αποκηρύξουμε αυτή την ιδέα ως παρωχημένη -μα πλέον έχουμε ισότητα!- ας αναλογιστούμε γιατί ακόμη και σήμερα οι γυναίκες πολιτικοί κρίνονται πιο συχνά για την εμφάνιση και την περιβολή τους, παρά για το κοινοβουλευτικό τους έργο. Επίσης, γιατί ακούγονται στα αυτιά μας πιο σοβαρές και αξιόπιστες, εάν μιλούν με μπάσα φωνή (έκτος κι αν δεν ανήκουν σε φίλιο πολιτικό χώρο, οπότε και πάλι παραβιάζουν την έμφυλη τάξη με την αμφισβητήσιμη «θηλυκότητά» τους). Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώην πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, Μάργκαρετ Θάτσερ, έκανε μαθήματα φωνητικής για να αποπνέει μια περισσότερο ηγετική φυσιογνωμία, κατεβάζοντας τον τόνο της φωνής της κατά 60 ολόκληρα Hz. Έχει ενδιαφέρον ότι αυτός ο ανδροκεντρισμός επηρέασε ακόμη και το πώς διαμορφώθηκαν οι τεχνολογίες του ήχου, οι οποίες με τη σειρά τους, μέσα από τον τρόπο που μετέδιδαν την ανθρώπινη φωνή, ενίσχυσαν αυτό το στερεότυπο.

Τα πάντα, από τα μικρόφωνα μέχρι τους τρόπους αναμετάδοσης, ήταν βελτιστοποιημένα για χαμηλότερες συχνότητες. Το φάσμα των συχνοτήτων που κάλυπτε το ραδιοφωνικό σήμα στα AM έκανε της υψηλότερες φωνές των γυναικών να ακούγονται παραμορφωμένες και συχνά ακατάληπτες, καθώς κόβονταν κάποια σύμφωνα. Αλλά και σήμερα ακόμη, πολλοί αλγόριθμοι συμπίεσης δεδομένων και αρκετά ηχεία τεχνολογίας Bluetooth εξακολουθούν να επηρεάζουν δυσανάλογα τη μετατροπή και μετάδοση των υψηλών συχνοτήτων, ιδίως στα σύμφωνα, και έτσι οι γυναικείες φωνές συχνά χάνουν σε ευκρίνεια και ακούγονται ψιλές και δίχως εκτόπισμα.

Αυτή η κατ’ εξακολούθηση αγνόηση των γυναικείων φωνών δεν είναι ανεξάρτητη από το δικαίωμα πρόσβασής τους στην παραγωγή της γνώσης. Η έμμεση πίεση που ασκείται στις γυναίκες να απαρνηθούν τη φωνή και την άποψή τους μέσα από την υποβάθμιση των λεγομένων τους αποτελεί ιστορικά άλλη μια έκφανση της πατριαρχίας. Παρόλο που ξέρουμε πως οι παλιές συνήθειες πεθαίνουν δύσκολα και οι κοινωνικές πρακτικές πάντοτε βρίσκονται σε διαφορά φάσης με αυτά που μας διδάσκει η θεωρία του φύλου, δεν παύω να εκπλήσσομαι κάθε φορά από την τεράστια απόσταση μεταξύ τους. Στον απόηχο του #MeToo η περσινή κινηματογραφική εσοδεία μας έφερε τρεις (!) ταινίες με την ίδια θεματική: ευκατάστατος, εγωκεντρικός, αλαζόνας συγγραφέας καρπώνεται το έργο, δηλαδή τη φωνή, της κοινωνικά κατώτερης, αλλά περισσότερο μορφωμένης και χαρισματικής συζύγου του, η οποία οικειοθελώς αποποιείται τη μητρότητα των γραπτών της. Εδώ, αν και εμμέσως αναγνωρίζεται ότι η σύζυγος έχει κάτι σημαντικό να πει, η υπονοούμενη παραδοχή είναι ίσως και χειρότερη. Αυτό που έχει πρωτεύουσα σημασία δεν είναι τα λεγόμενα, αλλά το υποκείμενο της εκφοράς του λόγου. Ακόμη και αν οι γυναίκες έχουν κάτι να πουν, κανείς δε θέλει να το ακούσει από αυτές. Άλλωστε τίποτα από όσα λέει δεν είναι σπουδαίο πριν μετουσιωθεί από τη δική του πένα (και στις τρεις ταινίες ο συγγραφέας, σε μια προσπάθεια να πείσει τον εαυτό του πρωτίστως, ισχυρίζεται ότι εκείνος είναι ο ιθύνον νους και η γυναίκα του απλώς επιμελήτρια). Και φυσικά δεν πρέπει ποτέ να διαρρεύσει ότι το συγγραφικό του έργο δεν είναι πραγματικά δικό του. Όχι λόγω του αδικήματος της λογοκλοπής (θυμίζω πως τα γραπτά που δημοσιεύτηκαν στο όνομά του του εκχωρήθηκαν οικειοθελώς), αλλά διότι κάτι τέτοιο θα υπονόμευε το μύθο του σπουδαίου δημιουργού που -όπως μας δίδαξε ο κανόνας της λογοτεχνίας- θα πρέπει εξ ορισμού να είναι γένους αρσενικού. Τουλάχιστον στην ταινία Colette (Westmoreland, 2018), ένα βιογραφικό δράμα εποχής, στο τέλος η πρωταγωνίστρια κάνει την επανάστασή της και καταφέρνει να αφήσει το στίγμα της τόσο ως συγγραφέας όσο και ως ελεύθερη, χειραφετημένη προσωπικότητα. Απεναντίας στο The Wife (Runge, 2017) και το Monsieur et Madame Adelman (Bedos, 2017) η σύζυγος αποκαλύπτει την αλήθεια μονάχα στο βιογράφο του πρόσφατα αποθανόντος συγγραφέως, με τον όρο να μην δημοσιοποιηθεί ποτέ ώστε να διαφυλαχθεί η υστεροφημία του.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που μοιράζονται οι τρεις συγγραφείς είναι οι κατά συρροή απιστίες τους, τις οποίες αποδέχονται στωικά οι σύζυγοι, διότι είναι γνωστό ότι δικαιωματικά οι άντρες και δη οι φερόμενοι ως ταλαντούχοι καλλιτέχνες δεν μπορούν ούτε χρειάζεται να περιορίζουν την αχαλίνωτη ερωτική τους ορμή (sic)... Τα όρια της σεξουαλικής ελευθεριότητας μέσα στη σχέση προφανώς και δε θα αποτελούσαν πρόβλημα καθαυτό, εφόσον ίσχυαν ίσα μέτρα και ίσα σταθμά μεταξύ των εμπλεκομένων - εδώ όμως δεν πρόκειται για συναινετικά πολυερωτικές σχέσεις. Το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι αναπαράγεται μια συγκεκριμένη αναπαράσταση ανδρισμού, η οποία νομιμοποιεί την ανδρική κυριότητα της γυναικείας σεξουαλικότητας και την έμφυλη βία. Οι θεατές απορούν γιατί αυτές οι γυναίκες παραμένουν σε μια σχέση ακραίας εκμετάλλευσης για τόσο καιρό και γιατί, στις δύο από τις τρεις περιπτώσεις, αποδέχονται μέχρι τέλους τους όρους της υποτέλειάς τους. Εδώ θα μπορούσε εύλογα κάποιος/α να πει πως πρόκειται για την ιστορία των συγκεκριμένων χαρακτήρων ή οποία ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα.

Είναι όμως έτσι; Για να αντιληφθούμε τη δομική εμβέλεια αυτών των σχέσεων κυριαρχίας, και κατ’ επέκταση να συνειδητοποιήσουμε το πόσο βαθιά ριζωμένες και φυσικοποιημένες είναι οι αντιλήψεις που έχουμε για το φύλο, αρκεί μονάχα να αντιστρέψουμε το σενάριο: ευκατάστατη, εγωκεντρική, αλαζονική συγγραφέας καρπώνεται το έργο του κοινωνικά κατώτερου, αλλά περισσότερο μορφωμένου και χαρισματικού συζύγου της, ο οποίος οικειοθελώς αποποιείται την πατρότητα των γραπτών του... Στο μεταξύ τον μειώνει και τον κακοποιεί και εκείνος παρόλα αυτά καταπίνει τον εγωισμό του και επιστρέφει διαρκώς σε αυτήν. Πόσο ρεαλιστικό θα μας φαινόταν αυτό το σενάριο και θα έβρισκε άραγε κινηματογραφική διανομή εις τριπλούν; Αν δεν πειστήκατε ακόμη -διότι πλέον έχουμε ισότητα!- αναζητήστε την εξαιρετική ταινία μικρού μήκους Majorité Opprimée (Pourriat, 2010), στην οποία, μέσα από την αντιστροφή των κυρίαρχων έμφυλων ρόλων, ένας άντρας βιώνει τις προσβολές, τους αναγκαστικούς συμβιβασμούς και τους κινδύνους που συχνά αντιμετωπίζουν οι γυναίκες εξαιτίας της εμφάνισής τους, του στάτους πολίτη δεύτερης κατηγορίας και του καθημερινού σεξισμού. Βλέποντας τον εαυτό μας στη θέση του «Άλλου» (εδώ η ίδια η γλώσσα προδίδει το επιχείρημα, καθώς έχουμε τόσο συνηθίσει το καθολικό υποκείμενο του λόγου να είναι γένους αρσενικού), αντιλαμβανόμαστε πιο καθαρά τις δικές μας έμφυλες προκαταλήψεις και στεγανά. Σχετικά με το αν μου άρεσαν οι τρεις ταινίες; Όχι ιδιαίτερα, αλλά σίγουρα αποτέλεσαν τροφή για σκέψη.

 

* Επίκουρη Καθηγήτρια στο Αμερικάνικο Κολέγιο της Θεσσαλονίκης (ACT)

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

ΜΜΕ και αυτοσεβασμός

Υπάρχουν Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που υπερασπίζονται την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητά τους, ακολουθούν αυστηρά τους κανόνες δεοντολογίας και συχνά προθέτουν και δικούς τους. Το χαρακτηριστικό των μέσων αυτών είναι ο αυτοσεβασμός.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο