Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Από την προπαγάνδα της συγκίνησης στην πολιτική του μαγκαλιού

Η μείωση των κονδυλίων για το πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων, για παράδειγμα, παρέχει μια σαφή ένδειξη της γενικότερης υποβάθμισης του κοινωνικού κράτους από τη νέα κυβέρνηση

Tου Παύλου Χαραμή*

 

Δέκα χρόνια νωρίτερα, με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης και καθώς τα περιστατικά λιποθυμιών στα σχολεία είχαν ανεβάσει την ανησυχία της κοινής γνώμης στο κατακόρυφο, επιστρατεύτηκε από τους κύκλους της εξουσίας το εφεύρημα της προπαγάνδας της συγκίνησης. Σήμερα, καθώς η κρατική αναλγησία δημιουργεί συνθήκες αναβίωσης παρόμοιων προβληματικών καταστάσεων, επινοείται η πολιτική του μαγκαλιού. Υπάρχει άραγε κάποιος αρμός που συνδέει αυτές τις δύο διαφορετικές συγκυρίες; Κι ακόμα, μπορούμε να διακρίνουμε κάποια ουσιαστική αλλαγή στην κοινωνική πολιτική ανάμεσα στο τότε και το σήμερα ικανή να δώσει μια ελπίδα, λίγη αισιοδοξία στον κόσμο που μαστίζεται από τη φτώχεια και την ανέχεια; Μια διαχρονική σύγκριση των δύο περιπτώσεων ίσως αποδειχτεί χρήσιμη στην τρέχουσα συγκυρία.

Ήταν αρχές της δεκαετίας όταν άρχισαν να πυκνώνουν τα δημοσιεύματα που έκαναν λόγο για υποσιτιζόμενα παιδιά στο σχολείο και για ακραίες συνθήκες φτώχειας και στέρησης. Στα τέλη του 2011 δεν ήταν λίγοι εκείνοι που προτίμησαν να υποβαθμίσουν ή να αγνοήσουν το θέμα. Η τότε υπουργός Παιδείας, λόγου χάρη, αντέδρασε δηλώνοντας κυνικά ότι πρόκειται για συνήθεις υπερβολές και αμφισβήτησε την ακρίβεια των σχετικών δημοσιευμάτων.

Λίγους μήνες αργότερα, στις αρχές του 2013, γνωστός αρθρογράφος από τις στήλες της “Καθημερινής της Κυριακής” (10.3.13) επιχειρούσε να εκφαυλίσει την πυκνή σχετική ειδησεογραφία χαρακτηρίζοντάς τη σκόπιμη προσπάθεια για τη δημιουργία εντυπώσεων από πολιτικούς κύκλους. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά, «οι ‘λιποθυμίες στα σχολεία’ είναι μόνο ένα μέσον στην προπαγάνδα της συγκίνησης την οποία χρησιμοποιεί (με εξαιρετική επιτυχία, ελέω των ρηχών ΜΜΕ) το αντιμνημονιακό μέτωπο». Υποστήριζε δε το “αβάσιμο”, κατά την έκφρασή του, τέτοιων καταγγελιών ισχυριζόμενος ότι, αντίθετα, την ίδια περίοδο «...το βασικό πρόβλημα των παιδιών στην Ελλάδα είναι η αύξηση της παχυσαρκίας».

Η απάντηση, ωστόσο, σε αυτή την επιχειρηματολογία ήρθε λίγο αργότερα όχι από την Ελλάδα αλλά από τη Γενεύη. Ο Ντούσαν Σιντγιάνσκι, πρόεδρος επί τιμή του Κέντρου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, σε επιστολή του που δημοσιεύτηκε στην ίδια εφημερίδα (4.12.13), αφού επέκρινε αυτή την τακτική, σημείωνε χαρακτηριστικά: «Αντί να συνδιαλεγόμαστε για τη χρήση των διάφορων επιχειρημάτων από κόμματα της αντιπολίτευσης [...], ας ενώσουμε από κοινού τις προσπάθειές μας και τους πόρους μας για να αποτρέψουμε τόσο την πείνα όσο και την τάση παχυσαρκίας», η οποία επίσης, όπως τόνιζε, «είναι πολλές φορές αποτέλεσμα της κακής διατροφής».

Φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός

Την ίδια πάνω, κάτω περίοδο είχε πραγματοποιηθεί ειδική συνεδρία της Διαρκούς Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής στην οποία συζητήθηκε διεξοδικά το θέμα «Νέα φτώχεια και κοινωνικός αποκλεισμός» (15.2.12). Κατά τη συνεδρία αυτή δηλώθηκε σαφώς και ευθαρσώς, και μάλιστα όχι μόνο από κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους της αντιπολίτευσης, ότι η πολιτική που επιβλήθηκε τότε στην Ελλάδα «παραβιάζει τα δικαιώματα του παιδιού, τη Διεθνή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού...] καθώς και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Παιδιού που έχει να κάνει με το κανονιστικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Δραματική ήταν η επισήμανση ότι «τουλάχιστον δυόμισι χιλιάδες παιδιά στην Αθήνα που βρίσκονται στη βασική εκπαίδευση υποσιτίζονται» (σελ. 165), ενώ «η στέρηση υλικών αγαθών στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι πιθανό να επηρεάσει αρνητικά την ανάπτυξή τους και τις μελλοντικές τους ευκαιρίες» (σελ. 32).

Αλλά και η UNICEF στην έκθεσή της για την «Κατάσταση των παιδιών στην Ελλάδα» του 2014 δήλωνε την έντονη ανησυχία της για την επιδείνωση της κατάστασης των παιδιών και των νέων στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Όπως αναφερόταν σχετικά (σελ. 15), η υφιστάμενη οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα συνιστά «έσχατη ευκαιρία» για την ανάληψη δράσης υπέρ των παιδιών, καθώς «τα στοιχεία του 2012 δείχνουν ραγδαία επιδείνωση σχεδόν όλων των κοινωνικών δεικτών που σχετίζονται με τα παιδιά και κυρίως αυτών της ‘φτώχειας’ και της ‘φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού’». Η έκθεση τόνιζε πως η αύξηση της παιδικής φτώχειας στην Ελλάδα (26,9% το 2012) είναι η μεγαλύτερη που καταγράφεται στην Ευρώπη.

Η ακραία φτώχια... ζει

Αυτά τότε. Σήμερα δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία, και ειδικά τα παιδιά, είναι της ίδιας έντασης με εκείνα των πρώτων μνημονιακών χρόνων. Έχει μεσολαβήσει ήδη η τετραετία διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, στη διάρκεια της οποίας οι ανάγκες των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων βρέθηκαν στο επίκεντρο του κυβερνητικού ενδιαφέροντος και αντιμετωπίστηκαν με στοχευμένες πολιτικές ενίσχυσης και αντιστάθμισης, παρά τις μεγάλες δυσκολίες της συγκυρίας. Από την άλλη, όμως, δεν μπορεί κανείς εξίσου να παραβλέψει το γεγονός ότι φαινόμενα ακραίας φτώχειας εξακολουθούν να παραμένουν και μάλιστα το τελευταίο διάστημα να ενισχύονται εξαιτίας της πολιτικής της Νέας Δημοκρατίας. Η μείωση των κονδυλίων για το πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων, για παράδειγμα, παρέχει μια σαφή ένδειξη της γενικότερης υποβάθμισης του κοινωνικού κράτους από τη νέα κυβέρνηση, ενώ η αδυναμία των αρμόδιων υπηρεσιών να αντιμετωπίσουν έγκαιρα τις γραφειοκρατικές δυσκολίες στην εφαρμογή του προγράμματος επιδείνωσε την κατάσταση, καθώς οδήγησε σε ολική ακύρωση της παροχής των γευμάτων από την αρχή του σχολικού έτους έως σήμερα σε εκτεταμένες περιοχές της χώρας.

Δεν γνωρίζουμε αν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, απαντώντας στις εύλογες επικρίσεις του Αλέξη Τσίπρα για τους απαράδεκτους χειρισμούς της σημερινής κυβέρνησης στο ζήτημα των σχολικών γευμάτων, είχε υπόψη του την αμαρτωλή προϊστορία της πρώτης μνημονιακής περιόδου και απλώς επικαιροποίησε τον όρο προπαγάνδα της συγκίνησης προτιμώντας το πιο λαϊκότροπο “πολιτική του μαγκαλιού”. Ούτε μπορούμε να βεβαιώσουμε ότι ο γνωστός δημοσιογράφος του ΣΚΑΪ που ρωτούσε προκλητικά σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή αν “ξεκίνησε η φάμπρικα με τις λιποθυμίες”, ξεπατίκωνε συνειδητά τον πρόδρομο συνάδελφό της “Καθημερινής” του 2013 ή απλώς ακολουθούσε μια οικεία δημοσιογραφική πεπατημένη του καθεστωτικού τύπου.

Μιλώντας, ωστόσο, για “χυδαία μικροπολιτική εκμετάλλευση της ανθρώπινης ανέχειας”, η Νέα Δημοκρατία δια του εκπροσώπου της αστόχησε διπλά. Από τη μια πλευρά ομολόγησε τόσο την ύπαρξη της ακραίας φτώχειας στην ελληνική κοινωνία όσο και κυρίως την ανικανότητά της να την αντιμετωπίσει έστω και στοιχειωδώς. Από την άλλη, δέσμια των αποτυχημένων πρακτικών του παρελθόντος της, επιχείρησε για ακόμη μια φορά με διαδικαστικά τερτίπια και εξόφθαλμες διαστρεβλώσεις να διασκεδάσει τις αρνητικές εντυπώσεις που γεννά η πολιτική της. Μια πολιτική που συρρικνώνει καθημερινά το κοινωνικό κράτος και με πρόσχημα την ενίσχυση της μεσαίας τάξης εγκαταλείπει στο έλεος της μοίρας τους τα πιο αδικημένα στρώματα της κοινωνίας. Και όσο αυτή η πολιτική βάζει το δικό της στίγμα στην ελληνική κοινωνία, τα προβλήματα για τους κοινωνικά αδικημένους θα οξύνονται.

 

* Ο Π. Χαραμής είναι εκπαιδευτικός και ερευνητής σε θέματα εκπαίδευσης

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πειθαρχία ναι, δημοκρατία θα δούμε

Ακόμη μία φορά η Γερμανία εκμεταλλεύεται μια κρίση για να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο έναντι των εταίρων της. Τώρα όμως οι αντιδράσεις είναι οξύτατες, η πειθαρχία κλονίζεται και η συνοχή της Ε.Ε. δεν φαίνεται τόσο χαλύβδινη. Όλο και λιγότεροι στενοχωριούνται γι’ αυτό.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο