Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Βιομηχανικές ΑΠΕ. Ένα απατηλό νεοφιλελεύθερο Ελντοράντο

Του Νικόλα Κουντούρη*

- Το ερώτημα, όμως, που τίθεται εύλογα είναι το εξής. Πως λοιπόν θα απαντήσουμε στην κλιματική αλλαγή, αν δεν καταφύγουμε σε βιομηχανικής κλίμακας έργα; Η βάση της απάντησης μπορεί να προέλθει μέσα από τοπικά σχήματα, με την συμμετοχή της παραγωγικής βάσης κάθε περιοχής. Με ενεργειακή δημοκρατία δηλαδή. Η δημιουργία μικρών ενεργειακών συνεταιρισμών θα μπορούσε να απαντήσει στις ανάγκες. Η έμφαση στην οικονομία της εγγύτητας θα μπορούσε να μειώσει την ενεργειακή σπατάλη. Η επαναφορά σε κρατικό έλεγχο όλων των ενεργειακών πηγών θα ήταν επίσης ένα σημαντικό βήμα, ώστε η ενεργειακή ασφάλεια να μην σχετίζεται με εταιρικές κερδοσκοπικές πρακτικές.

Σταθερά, τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, διάφοροι νεοφιλελεύθεροι κήνσορες υπερθεματίζουν ως προς την «πράσινη» ανάπτυξη, μέσα από τις «ανανεώσιμες μορφές ενέργειας». Οι αφηγήσεις τους στέκονται ιδιαίτερα στη «μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου» και στην περιβαλλοντική «ευαισθησία», η οποία υποτίθεται ότι μπορεί να βαδίσει παράλληλα με ένα καπιταλιστικό μοντέλο «πιο πράσινο». Οι λαθροχειρίες αυτού του αφηγήματος είναι γνωστές. Άλλωστε και σε επίπεδο χώρας και σε επίπεδο παγκόσμιας αγοράς ΑΠΕ οι εταιρίες που προωθούν τον εξοπλισμό ή εκτελούν τα τεχνικά έργα εγκατάστασης «πάρκων ΑΠΕ» είναι ως επί το πλείστον θυγατρικές εταιριών που δραστηριοποιούνται παραδοσιακά σε πιο συμβατικές ρυπογόνες βιομηχανίες, όπως είναι οι εξορύξεις μετάλλων, οι εξορύξεις υδρογονανθράκων και οι εξορύξεις λιγνίτη.

Πέρα όμως από το γνωστό νεοφιλελεύθερο αφήγημα περί «πιο πράσινου» καπιταλισμού, οι τιμητές των συμφερόντων των εταιριών και των φορέων που προσπαθούν να προωθήσουν τις ΑΠΕ αποκρύπτουν συστηματικά αφενός τους όρους αυτών των επενδύσεων, αφετέρου το μέγεθος τους, και κυρίως αδιαφορούν επιδεικτικά για το περιβαλλοντικό ισοζύγιο των ΑΠΕ, ιδιαίτερα εκείνων που σχεδιάζονται σε βιομηχανική κλίμακα.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα της νεοφιλελεύθερης υπερβολής και αδημονίας στα θέματα των ΑΠΕ υπάρχουν πολλά. Έχει ενδιαφέρον να σταθούμε σε κάποια που ήδη έχουν υλοποιηθεί και σε άλλα που σχεδιάζονται ή υλοποιούνται τώρα. Ένα πρώτο παράδειγμα θα μπορούσε να αφορά την εξάπλωση των αιολικών πάρκων βιομηχανικής κλίμακας στην Νότια Καρυστία της Εύβοιας. Η περιοχή έχει χαρακτηριστεί ως η «μπαταρία της Ελλάδας». Ήδη είναι εγκατεστημένες σε περιοχές μοναδικού φυσικού κάλλους πάνω από 300 ανεμογεννήτριες. Τι βλέπει όποιος διασχίζει την περιοχή; Εκτός από τους τεράστιους έλικες, οι περισσότεροι από τους οποίους παραμένουν ακίνητοι όταν ο άνεμος δεν έχει συγκεκριμένη φορά και ροή, μπορεί κανείς να διακρίνει φαραωνικούς υποσταθμούς ρεύματος, η ύπαρξη των οποίων σκόπιμα αποκρύπτεται στη δημόσια συζήτηση. Με άλλα λόγια, ένας έλικας δεν έρχεται ποτέ μόνος. Υπάρχει πάντα δίπλα του ένα ογκώδες πλέγμα κτιρίων που τον συνοδεύει. Υπάρχει, επίσης, και η ανάγκη για περισσότερες «μπαταρίες» που θα αποθηκεύουν την ενέργεια, δηλαδή για βαρέα μέταλλα, δηλαδή για εξορύξεις. Ας συγκρατήσουμε αυτά τα στοιχεία.

Ένα δεύτερο παράδειγμα διολίσθησης στη μυθολογία των ΑΠΕ είναι το γνωστό φράγμα της Μεσοχώρας στα ορεινά των Τρικάλων. Ένα φαραωνικό έργο μερικής εκτροπής του Αχελώου, με στόχο την παραγωγή υδροηλεκτρικής ενέργειας. Όποιος αντικρίσει αυτό το έργο καταλαβαίνει που μπορεί να οδηγήσει ο πυρετός των ΑΠΕ. Το έργο σχεδιάστηκε για να βυθίσει ένα χωριό, για να δημιουργήσει μία τεχνική λίμνη, η οποία θα οδηγεί το νερό σε ένα γιγάντιο φράγμα, και μέσα από την εγκατάσταση τεράστιων μηχανοστασίων, υποσταθμών και οδικών δικτύων να μετατρέψει έναν τόπο μοναδικής ομορφιάς σε βαριά βιομηχανική εγκατάσταση. Το έργο σταμάτησε (αφού πυρετωδώς κατασκευάστηκε!) μαζί με τα υπόλοιπα έργα εκτροπής του Αχελώου, και έκτοτε όλοι οι ένοικοι του Υπουργείου Περιβάλλοντος προσπαθούν να το επαναφέρουν, με στόχο να ξαναβάλουν στο κάδρο τη διάθεση του υδάτινου αποθέματος του Αχελώου σε βαριές βιομηχανικές χρήσεις. Ένα τρίτο και τελευταίο παράδειγμα του λαμπρού παρελθόντος των ΑΠΕ είναι βέβαια η οικονομική «φούσκα» των φωτοβολταϊκών. Τι απέμεινε από αυτή την υπόθεση; Κόκκινα δάνεια, έλλειμμα στο λογαριασμό των ΑΠΕ της ΔΕΗ, αύξηση των χρεώσεων του ρεύματος στον καταναλωτή και μη λειτουργικά, σκουριασμένα πάνελ, διασκορπισμένα στην παραγωγική αγροτική γη της Ελλάδας.

Σήμερα, όμως, φαίνεται ότι επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα πιέζουν εκ νέου για εγκατάσταση νέων μεγάλων βιομηχανικών έργων ΑΠΕ σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η παραζάλη με τις τεράστιες ανεμογεννήτριες στα Άγραφα και τον Ασπροπόταμο είναι ένα μόνο παράδειγμα. Τα σχέδια για την κατασκευή υβριδικού σταθμού παραγωγής ενέργειας στη Σητεία της Κρήτης είναι επίσης πολύ ανησυχητική. Το έργο αφορά στην κατασκευή υδροηλεκτρικού φράγματος και αιολικού πάρκου σε μία περιοχή που πάσχει από λειψυδρία, και η οποία προφανώς θα υποστεί εκτεταμένη τσιμεντοποίηση, για να εγκατασταθούν εκεί οι σχετικές φαραωνικές υποδομές. Να σημειωθεί ότι οι συγκεκριμένες υποδομές, εκτός από τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο, εμπεριέχουν και μία ακόμα διάσταση που θα πρέπει να υπογραμμιστεί. Έχουν σχεδιαστεί για να κατασκευαστούν από ιδιώτες και για να τις διαχειρίζονται εταιρίες, οι οποίες δεν έχουν ως μέλημα τους την βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη κάθε περιοχής, αλλά το κέρδος. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί η εγκατάσταση βιομηχανικών ΑΠΕ να προβάλλεται ως απάντηση στο στόχο του απεγκλωβισμού από τον λιγνίτη, όχι μόνο επειδή το πραγματικό τους αποτύπωμα δεν είναι τόσο πράσινο όσο φαίνεται, αλλά και γιατί εκθέτει την ενεργειακή ασφάλεια όλων στις ορέξεις ιδιωτών.

Το ερώτημα, όμως, που τίθεται εύλογα είναι το εξής. Πως λοιπόν θα απαντήσουμε στην κλιματική αλλαγή, αν δεν καταφύγουμε σε τέτοια έργα; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έχει ήδη απασχολήσει τους θεωρητικούς της οικολογίας, αλλά και αρκετές τοπικές κοινωνίες. Η βάση της απάντησης μπορεί να προέλθει μέσα από τοπικά σχήματα, με την συμμετοχή της παραγωγικής βάσης κάθε περιοχής. Με ενεργειακή δημοκρατία δηλαδή. Η δημιουργία μικρών ενεργειακών συνεταιρισμών θα μπορούσε να απαντήσει στις ανάγκες. Η έμφαση στην οικονομία της εγγύτητας θα μπορούσε να μειώσει την ενεργειακή σπατάλη. Η επαναφορά σε κρατικό έλεγχο όλων των ενεργειακών πηγών θα ήταν επίσης ένα σημαντικό βήμα, ώστε η ενεργειακή ασφάλεια να μην σχετίζεται με εταιρικές κερδοσκοπικές πρακτικές. Η αξιοποίηση του ενεργειακού αποθέματος των υπολειμμάτων της γεωργίας και της κτηνοτροφίας θα μπορούσε να δώσει τοπικές λύσεις, χωρίς να χρειάζεται καταφυγή σε ογκώδεις υποδομές εργοστασίων βιομάζας. Τα ολοκληρωμένα σχέδια διαχείρισης υδάτων, σε συνδυασμό με την επαναφορά μη υδροβόρων παραδοσιακών καλλιεργειών που θα συμβάλλουν στη διατροφική επάρκεια είναι επίσης μία λύση, ιδιαίτερα για το θεσσαλικό κάμπο. Με άλλα λόγια, οι βιομηχανικές ΑΠΕ απαντούν στρεβλά στις προκλήσεις του κλίματος και της ενέργειας, γιατί αποτελούν εργαλεία ιδιωτικοποίησης των ενεργειακών πόρων και εξάρτησης από άλλες βαριές μορφές βιομηχανίας, όπως οι εξορύξεις μετάλλων. Οι «πράσινες» αφηγήσεις που τις συνοδεύουν είναι εξίσου παραπλανητικές, γιατί αποκρύπτουν το πραγματικό ενεργειακό ισοζύγιο της κατασκευής, εγκατάστασης και συντήρησής τους.

* Δρ. Πολιτικής Επιστήμης

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πειθαρχία ναι, δημοκρατία θα δούμε

Ακόμη μία φορά η Γερμανία εκμεταλλεύεται μια κρίση για να ισχυροποιηθεί ακόμη περισσότερο έναντι των εταίρων της. Τώρα όμως οι αντιδράσεις είναι οξύτατες, η πειθαρχία κλονίζεται και η συνοχή της Ε.Ε. δεν φαίνεται τόσο χαλύβδινη. Όλο και λιγότεροι στενοχωριούνται γι’ αυτό.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο