Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Γιατί -και πώς- θέλει η Αριστερά να (ξανά)κυβερνήσει

Για την Δεύτερη Φορά Αριστερά

Του Αντώνη Παπαζαχαρίου*

 

- Με απλά λόγια χρειαζόμαστε ένα κόμμα -και όχι παράταξη- το οποίο θα είναι ανοιχτό στην ένταξη μελών, αλλά κλειστό στην ένταξη μηχανισμών. Ένα κόμμα που θα συμβάλει στη δημιουργία μιας παράταξης, ενός ευρύτατου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου, αλλά που δεν θα διαχυθεί σε αυτό. Ένα κόμμα που θα εκλέγει τα όργανά του και δεν θα τα βλέπει να διορίζονται. Ένα κόμμα που θα αποκτήσει δύναμη στα συνδικάτα, αλλά και στους φοιτητικούς συλλόγους, όχι ξεπατικώνοντας αποτυχημένα παραδείγματα και απορροφώντας όσους ευθύνονται για την κατάντια του συνδικαλιστικού ή του φοιτητικού κινήματος, αλλά χτίζοντας εναλλακτικά παραδείγματα, μιλώντας με τις ανάγκες των εργαζομένων και των φοιτητών, κερδίζοντας την ηγεμονία.

 

Στην κομματική φρασεολογία, η φράση του Α. Ελεφάντη «το κόμμα που μας έλαχε» ακούγεται εξαιρετικά συχνά. Όμως για πολλούς και πολλές από εμάς ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κάτι πολύ παραπάνω από αυτό. Για εμάς που έχουμε περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής μας στις γραμμές του, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το κόμμα που οικοδομήσαμε, το κόμμα στο οποίο εναποθέσαμε τις ελπίδες μας, το κόμμα που μας πλήγωσε παραπάνω από μία φορά και μας ενθουσίασε άλλες τόσες. Από το κίνημα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, την υπεράσπιση του δημοσίου πανεπιστημίου, το Δεκέμβρη του 2008, τις πλατείες, μέχρι την έξοδο από τα μνημόνια και την συμφωνία των Πρεσπών, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν εκεί, στη σωστή πλευρά της Ιστορίας.

Το τελευταίο διάστημα, λοιπόν, σε αυτό το κόμμα τίθενται συνεχώς δύο ερωτήματα. Τα ίδια δύο ερωτήματα ερωτώνται καλοπροαίρετα και κακοπροαίρετα, εκ των έσω, αλλά και από τον αντίπαλο: Θέλετε να είστε ένα κλειστό κόμμα ή μια ανοιχτή παράταξη; Θέλετε να ξανακυβερνήσετε ή να ξαναγίνετε κόμμα διαμαρτυρίας; Ισχυρίζομαι ότι και τα δυο ερωτήματα είναι λάθος. Για αρχή όμως, ας τα θέσουμε εντός πλαισίου.

Το τέλος των κεντρώων λύσεων

H τελευταία δεκαπενταετία χαρακτηρίζεται από ένα ριζικό ξαναμοίρασμα της πολιτικής τράπουλας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η πάλαι ποτέ κυριαρχία του αυτοαποκαλούμενου Κέντρου, τόσο με την εκδοχή της Δεξιάς όσο και με αυτή του κατ’ όνομα σοσιαλδημοκρατικού τρίτου δρόμου φαίνεται να έχει υποχωρήσει, αν όχι να έχει βρεθεί οριστικά εκτός παιχνιδιού. Η κρίση του 2008 αποτέλεσε ένα σημείο ιστορικής καμπής, μετά το οποίο το σύστημα δεν έχει καταφέρει να βρει κανένα σημείο ισορροπίας. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, όταν το νεοφιλελεύθερο - και άρα θνησιγενές - μοντέλο ανάπτυξης, βασισμένο στον ιδιωτικό και δημόσιο δανεισμό, το «δανεισμό από το μέλλον», σύμφωνα με το χαρακτηρισμό του Στρεκ στο Πως θα τελειώσει ο καπιταλισμός, απέτυχε να αποτρέψει την επιστροφή των ανισοτήτων σε επίπεδα που είχαν να παρατηρηθούν στις καπιταλιστικές οικονομίες από την δεκαετία του 1920.

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα πλαίσιο όπου η κοινωνία των 2/3 αποτελεί παρελθόν και όπου οι ανά τον κόσμο μεσαίες τάξεις βιώνουν μια βίαιη υποτίμηση της αγοραστικής τους δύναμης, ενώ βλέπουν ότι τα παιδιά τους θα έχουν χειρότερο βιοτικό επίπεδο και πολύ περιορισμένες προοπτικές, μόνο τυχαίο δεν είναι το γεγονός ότι, αφενός, η Δεξιά μετατοπίζεται προς την ακραία ξενοφοβική και αυταρχική πλευρά της (Trump, Orban, Johnson), αφετέρου, είτε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποκτούν ένα ριζοσπαστικότερο λόγο και ηγεσία (η νίκη του Bernie Sanders στις 3 πρώτες πολιτείες για το χρίσμα του Δημοκρατικού κόμματος των ΗΠΑ είναι εξαιρετικά ελπιδοφόρο μήνυμα) είτε τα αριστερά κόμματα αποκτούν ρόλο κυρίαρχο ή τουλάχιστον ρόλο ρυθμιστή (SinnFein, Podemos, και προφανώς ΣΥΡΙΖΑ).

Στα καθ' ημάς

Η περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ενδεικτική. Όπως σημειώνει το κείμενο του απολογισμού, «την εποχή που συντελέστηκε η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε τη μόνη κοινοβουλευτική νίκη των δυνάμεων της ευρωπαϊκής Αριστεράς, τη μόνη νίκη που έφερε την Αριστερά στην κυβέρνηση». Νίκη η οποία οφείλεται στο «κίνημα που δημιούργησε ‘από τα κάτω’ το κοινωνικό μέτωπο ενάντια στα μνημόνια».

Γνωρίζουμε λοιπόν γιατί και πώς κερδίσαμε. Γνωρίζουμε και για ποιους κερδίσαμε, αφού διακηρυγμένος πρώτος στόχος της κυβέρνησης (ο οποίος και επετεύχθη) ήταν η ανάσχεση της ανθρωπιστικής κρίσης.

Το τι μεσολάβησε από τον Ιανουάριο έως το Δημοψήφισμα, από τον επώδυνο συμβιβασμό έως την νίκη του Σεπτέμβρη και από εκεί μέχρι τον Ιούλιο του 2019 είναι λίγο έως πολύ γνωστό. Αναλύεται δε σε βάθος και στο ως άνω αναφερθέν κείμενο, τη μοναδική, εξ όσων γνωρίζω, παγκοσμίως προσπάθεια κόμματος να αναλύσει δημόσια και ανοιχτά τα αίτια της νίκης του, της ήττας του, αλλά και τα πεπραγμένα του στην κυβέρνηση.

Και η ιδέα του κειμένου του απολογισμού είναι κάτι πολύ παραπάνω από μια πράξη εσωστρέφειας. Διότι, όπως γράφει ο Αλτουσέρ στο Ιστορία Τελειωμένη, Ιστορία Χωρίς Τελειωμό, «είναι σοβαρότερο να σωπαίνεις για ένα λάθος από το να το διαπράττεις (...). Αν το κόμμα βρεθεί αντιμέτωπο με το λάθος και αρκείται στο να το ‘επανορθώσει’ χωρίς να πει λέξη, τότε το μεγαλύτερο μέρος του λάθους θα μείνει εκεί και θα παραφυλάει».

Και αν το πρόσφατο παρελθόν θα αποτελέσει -και καλώς- ύλη του συνεδρίου μας (ή μάλλον των συνεδρίων μας, καθώς του συνεδρίου του κόμματος προηγείται αυτό της Νεολαίας του), τη μερίδα του λέοντος πρέπει να λάβουν το παρόν και το μέλλον.

Στα συνέδρια αυτά οφείλουμε να μάθουμε από τα λάθη μας και να απαντήσουμε στα ταυτοτικά ερωτήματα «τι είναι και για ποιους παλεύει ο ΣΥΡΙΖΑ», διότι αλλιώς κινδυνεύουμε να τα δούμε να παίρνουν απάντηση δια της διολισθήσεως, απάντηση που ίσως δεν ικανοποιεί εμάς, αλλά ούτε και τον κόσμο που θέλουμε να εκπροσωπήσουμε.

Τι κόμμα θέλουμε;

Ο ΣΥΡΙΖΑ λοιπόν δεν είναι, και δεν επιθυμεί ποτέ να γίνει, ένα μικρό κλειστό κόμμα. Και αυτό διότι κάθε αριστερός και αριστερή γνωρίζει πολύ καλά ότι ένα κλειστό κόμμα, με μέλη που ανήκουν σε μια φωτισμένη ελίτ και καθοδηγούν αφ’ υψηλού τις μάζες είναι ένα κόμμα που δεν είναι χρήσιμο. Ένα κόμμα που δεν θα μπορέσει ποτέ να «οργανώσει αυτήν τη λαϊκή διαθεσιμότητα που “ξεχύνεται” καταπάνω του, (...) να την καταστήσει ικανή να κερδίσει τη μεγάλη λαϊκή συναίνεση».1 Γι’ αυτό και όλοι και όλες σήμερα συμφωνούμε στην ανάγκη μαζικοποίησης των γραμμών μας, στην ανάγκη οργάνωσης του κόσμου της εργασίας, ώστε να γίνει ένα «σθεναρό πολιτικό υποκείμενο που θα είναι σε θέση να καθοδηγήσει τις μάζες και να καθοδηγηθεί απ’ αυτές».2 Να γίνει ένα κόμμα ανοικτό και έτοιμο να δώσει χώρο στα κινήματα, να τα ενισχύσει σεβόμενο την αυτονομία τους, να ζυμωθεί με τον κόσμο που συμμετέχει σε αυτά.

Για τους ίδιους, όμως, ακριβώς λόγους χρειαζόμαστε ένα κόμμα που θα έχει πραγματικά μέλη. Τα οποία θα έχουν αυτοπρόσωπη παρουσία στους κοινωνικούς τους χώρους. Τα οποία θα συζητάνε, διαφωνώντας και συμφωνώντας, όμως στο τέλος θα συναποφασίζουν να δράσουνε μαζί. Ένα κόμμα αρχών στο οποίο δεν χωράνε όλοι, γιατί σε ένα κόμμα που χωράνε όλοι δεν νοιώθει άνετα κανένας.

Με απλά λόγια χρειαζόμαστε ένα κόμμα -και όχι παράταξη- το οποίο θα είναι ανοιχτό στην ένταξη μελών, αλλά κλειστό στην ένταξη μηχανισμών. Ένα κόμμα που θα συμβάλει στη δημιουργία μιας παράταξης, ενός ευρύτατου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου, αλλά που δεν θα διαχυθεί σε αυτό. Ένα κόμμα που θα εκλέγει τα όργανά του και δεν θα τα βλέπει να διορίζονται. Ένα κόμμα που θα αποκτήσει δύναμη στα συνδικάτα, αλλά και στους φοιτητικούς συλλόγους, όχι ξεπατικώνοντας αποτυχημένα παραδείγματα και απορροφώντας όσους ευθύνονται για την κατάντια του συνδικαλιστικού ή του φοιτητικού κινήματος, αλλά χτίζοντας εναλλακτικά παραδείγματα, μιλώντας με τις ανάγκες των εργαζομένων και των φοιτητών, κερδίζοντας την ηγεμονία.

Γιατί -και πώς- θέλει η Αριστερά να (ξανα)κυβερνήσει

Χρειαζόμαστε ένα μεγάλο ανοιχτό κόμμα που θα μπορέσει να κάνει πράξη τη Δεύτερη Φορά Αριστερά. Γιατί τα τελευταία τέσσερα χρόνια συνειδητοποιήσαμε την αξία που έχει η Αριστερά να επιμένει στα δύσκολα, να αναλαμβάνει ευθύνες (τις δικές της, αλλά και των άλλων), να βγάζει τα κάστανα από την φωτιά. Κατανοήσαμε έτσι με τον πλέον εμφατικό τρόπο, ότι η Αριστερά από κυβερνητική θέση μπορεί να προσφέρει πολλά περισσότερα στον κόσμο της εργασίας, στους από κάτω, σε όσους και όσες δεν έχουν φωνή.

Και αν υπήρξαν νίκες εντός του καταναγκασμού των μνημονίων, γνωρίζουμε καλά ότι εκτός αυτού μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα. Ειδικά τώρα, που έχουμε αποκτήσει και μια συσσωρευμένη συλλογική εμπειρία σε θέματα όπου η Αριστερά δεν είχε καν αναλύσεις, όπως η δημόσια διοίκηση. Που μάθαμε πως μπορούμε να πετυχαίνουμε νίκες, γιατί είναι απαραίτητος ο συνδυασμός πολιτικής σκέψης και τεχνικής επάρκειας, πότε είναι χρήσιμη μια υποχώρηση και πότε ένα άλμα προς τα εμπρός. Όμως, για να μπορέσουμε να πραγματώσουμε τη Δεύτερη Φορά Αριστερά υπάρχουν δύο βασικές προϋποθέσεις:

Πρώτον, να υπάρξει δεύτερη φορά. Αντιλαμβανόμενοι ότι οι κεντρώες λύσεις δεν μπορούν να γίνουν ηγεμονικές, ούτε στα λαϊκά ούτε στα μεσαία στρώματα, γίνεται κατανοητή η ανάγκη ύπαρξης ενός προγράμματος που μπορεί να εμπνεύσει την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, που να είναι ριζοσπαστικό, που να έχει αιχμές, που να είναι οικολογικό, φεμινιστικό, οραματικό. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Bernie Sanders μιλάει ανοιχτά για «δημοκρατικό σοσιαλισμό», στις ΗΠΑ όπου η λέξη μέχρι πριν λίγα χρόνια σε καταδίκαζε στην πολιτική ανυπαρξία.

Δεύτερον να είναι Αριστερά. Να μην ξεχάσουμε ποτέ πως ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα. Πως μια κυβέρνηση που, αντί να προσπαθεί να θωρακίσει το κράτος από παρεμβάσεις των αντιπάλων, θα παρεμβαίνει σε αυτό η ίδια, ενεργώντας ώστε το λάφυρο να μην είναι κυβέρνηση της Αριστεράς. Να μην ξεχάσουμε ποτέ την τάση της εξουσίας να ενσωματώνει, να σε κάνει ακίνδυνο, να σε κάνει ένα με αυτήν. Να μην ξεχάσουμε ποτέ τον Ιβάν Ιβάνοβιτς.3

* Οικονομολόγος

 

1 Α. Ελεφάντης, «Να οργανώσουμε και να οργανωθούμε», Η ΑΥΓΗ 16/3/2008

2 Στο ίδιο

3 Ναζιμ Χικμέτ, «Υπήρξε ή όχι ο Ιβάν Ιβάνοβιτς;»

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Οι περικοπές μισθών είναι η αρχή

Ο περισσότερος κόσμος δεν το έχει συνειδητοποιήσει, υπνωτισμένος από το success story των καναλιών. Όμως το ξήλωμα της κοινωνικής συνοχής έχει ήδη ξεκινήσει με τη μείωση των μισθών κατά 20% και την απελευθέρωση των απολύσεων.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις