Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το Κέντρο είναι ένα ακίνητο που καταρρέει

Του Shuja Haider*

- Οι πόλοι του πολιτικού συστήματος ορίζονται από τα εξωτερικά του όρια. Η παραδοχή ότι αυτοί που διστάζουν να επιλέξουν πλευρά καταλαμβάνουν κάποια θέση στο Κέντρο είναι λάθος. Η αλήθεια μπορεί να είναι ότι βρίσκονται έξω από το σύστημα εντελώς, ότι δεν βλέπουν οι ίδιοι να εκπροσωπούνται σ’ αυτό.

Το πιο κουραστικό κλισέ στα πολιτικά κείμενα προέρχεται από το ποίημα του Γέιτς Η Δεύτερη Παρουσία (1919): «Το κέντρο δεν μπορεί να κρατήσει». Ο Γέιτς περίμενε την Αποκάλυψη, ο στίχος έχει καταλήξει να συμβολίζει όμως την οποιαδήποτε απόκλιση από τα συνηθισμένα. Σύμφωνα με τους New York Times, το ποίημα «αναφέρθηκε το 2016 περισσότερες φορές από οποιαδήποτε άλλη χρονιά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες».

Οι λόγοι για την αναζωοπύρωση του ενδιαφέροντος είναι εμφανείς. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε ασαφές πού ήταν το Κέντρο μετά από οκτώ χρόνια υποτιθέμενης ιδεολογικής σταθερότητας. Καθώς αρχίζουν οι προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών, το Κέντρο βρίσκεται υπό αμφισβήτηση για άλλη μια φορά. Το κόμμα δείχνει θεμελιωδώς διχασμένο. Η αντιπρόσωπος της Νέας Υόρκης Αλεξάντρια Οκάζιο - Κόρτες, που συνδέεται με τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής, δήλωσε στο περιοδικό New York: «Σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, ο Τζο Μπάιντεν κι εγώ δε θα βρισκόμασταν στο ίδιο κόμμα, στην Αμερική όμως είμαστε».

Τέτοιου είδους δηλώσεις έχουν καταστήσει την Οκάζιο - Κόρτες αντικείμενο καχυποψίας στο κατεστημένο των Δημοκρατικών. «Η πολιτική επιστήμη έχει γενικά διαπιστώσει ότι το εκλογικό σώμα τείνει να τιμωρεί ιδεολογικά ακραίους υποψηφίους», λέει ο φιλελεύθερος αναλυτής Τζόναθαν Τσέιτ στο NewYork. Στόχος του, κατά κύριο λόγο, είναι ο Μπέρνι Σάντερς -με κάποια μικρότερη επίκριση να προορίζεται για την Ελίζαμπεθ Γουόρεν, η οποία «τουλάχιστον προσπαθεί να προσαρμόσει τις θέσεις της στο πλαίσιο μιας μεταρρύθμισης και αναζωογόνησης του καπιταλισμού που έχει ως στόχο να καθησυχάσει ιδεολογικά δύσπιστους ψηφοφόρους». Όσο πιο κοντά στο Κέντρο, τόσο μεγαλύτερη η πιθανότητά σας να κερδίσετε.

Στους New York Times, ο Έζρα Κλάιν υποστηρίζει ότι «για να κερδίσουν την εξουσία, οι δημοκρατικοί δεν χρειάζεται απλώς να απευθυνθούν προς τον ψηφοφόρο του Κέντρου. Θα πρέπει να απευθυνθούν στους ψηφοφόρους στα δεξιά του Κέντρου». Αυτό όμως το περίφημο Κέντρο δείχνει όλο και πιο μυθικό.

Η Χίλαρι Κλίντον περιέγραψε τη στρατηγική της εναντίον του Τραμπ το 2016 ως «κατάληψη του χώρου από την κεντροαριστερά ως την κεντροδεξιά». Το φετίχ του να καταλαμβάνεις το Κέντρο -και κατ’ επέκταση, να μην ενοχλείσαι χωρίς λόγο με συγκροτημένες και συνεπείς αρχές- ίσως να ήταν πιο ειλικρινά διατυπωμένο από τον ηγέτη της -δημοκρατικής- μειονότητας της Γερουσίας, Τσακ Σούμερ, όταν είπε: «Για κάθε Δημοκρατικό που χάνουμε στη δυτική Πενσυλβάνια, κερδίζουμε δύο μετριοπαθείς Ρεπουμπλικανούς στα προάστια της Φιλαδέλφειας, και το ίδιο θα συμβαίνει στο Οχάιο, στο Ιλινόις και στο Γουισκόνσιν». Αυτή η στρατηγική φυσικά έχασε.

Ο Μπαράκ Ομπάμα κατά παράδοξο τρόπο όρισε, αλλά και απέκρυψε το πολιτικό Κέντρο. Η αγαπημένη του ατάκα σε σχέση με την εξωτερική πολιτική, το «Μην κάνεις βλακείες», αντιπροσωπεύει τη στάση του. Οι δομές της κοινωνίας είναι βασικά υγιείς, υποστηρίζει -τόσο πολύ που δεν χρειάζονται και πολλή ανάλυση και πρέπει να τους επιτρέπεται να λειτουργούν χωρίς παρέμβαση. Ο Ομπάμα αναμασά αυτή τη θέση για την τρέχουσα (βαθιά πολωμένη) προεκλογική περίοδο. Δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη το ότι συμβουλεύει αδράνεια. Μιλώντας σε μια συγκέντρωση της Δημοκρατικής Συμμαχίας, μιας οργάνωσης φιλελεύθερων δωρητών, αμφισβήτησε το κατά πόσο είναι σοφή η «πολιτική επανάσταση», που ζητά ο Σάντερς: «Οι ψηφοφόροι, των Δημοκρατικών συμπεριλαμβανομένων, και σίγουρα οι διαλλακτικοί ανεξάρτητοι, ή ακόμη και οι μετριοπαθείς Ρεπουμπλικάνοι, δεν έχουν τις ίδιες απόψεις που βλέπει κανείς σε ορισμένους αριστερίζοντες λογαριασμούς του Twitter ή την ακτιβιστική πτέρυγα του κόμματός μας. Η χώρα μας εξακολουθεί να ενδιαφέρεται λιγότερο για επανάσταση και περισσότερο για βελτίωση... Ο μέσος Αμερικανός δεν πιστεύει ότι πρέπει να γκρεμίσουμε τελείως το σύστημα για να το ξαναφτιάξουμε».

Ο «μέσος Αμερικανός» είναι το φάντασμα που οδηγεί τους κεντρώους. Το Κέντρο υποτίθεται ότι δεν εκφράζεται. Είναι η «σιωπηλή πλειοψηφία» που επικαλέστηκε ο Ρίτσαρντ Νίξον το 1969: αυτοί που δεν συμμετείχαν σε αντιπολεμικές πορείες, των οποίων η σιωπή υπολογιζόταν ως επιδοκιμασία. Δεν ορίζεται από μόνο του, αλλά σε σχέση με το περιβάλλον του. Όμως, οι πόλοι του πολιτικού συστήματος ορίζονται από τα εξωτερικά του όρια. Η παραδοχή ότι αυτοί που διστάζουν να επιλέξουν πλευρά καταλαμβάνουν κάποια θέση στο Κέντρο είναι λάθος. Η αλήθεια μπορεί να είναι ότι βρίσκονται έξω από το σύστημα εντελώς, ότι δεν βλέπουν οι ίδιοι να εκπροσωπούνται σ’ αυτό.

Μετά την εκλογή του Τραμπ, ο φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού υποστήριξε ότι «η αντίθεση ανάμεσα στη Χίλαρι Κλίντον και στον Τραμπ ήταν σχετική και όχι απόλυτη. Δηλαδή, μια αντίθεση στις ίδιες παραμέτρους, στην ίδια κατασκευή του κόσμου». Πράγματι, η συμμετοχή τους σε κοινούς κοινωνικούς κύκλους, την οποία έχει συλλάβει ο φωτογραφικός φακός σε πολλές περιπτώσεις, έδειχνε ότι ακόμη και οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους ήταν περιορισμένες. Ήταν στα όρια, συνέχιζε ο Μπαντιού, στην υποψηφιότητα του Σάντερς, που μπορούσε κανείς να δει κάτι «πέρα από τον κόσμο όπως είναι».

Χωρίς αυτή την ιδέα, τα όρια της φιλοσοφίας του Κέντρου επαναλαμβάνονται αέναα, σαν φράκταλ, σαν σύνολο Μάντελμπροτ. Απορρίπτοντας τον Σάντερς ως υπερβολικά ακραίο, η συντακτική ομάδα των New York Times ανέβασε την αναζήτηση του Κέντρου σε νέα επίπεδα φάρσας, στην ανακοίνωση της στήριξης της εφημερίδας στον υποψήφιο για τις εκλογές του 2020. Αφού περιέγραψαν τα αντίπαλα οράματα των Δημοκρατικών (το ένα που θεωρεί τον Τραμπ «παρεκτροπή» και το άλλο που τον θεωρεί «προϊόν των συστημάτων πολιτικής και οικονομίας που είναι τόσο σάπια που πρέπει να αντικατασταθούν»), κατέληξαν σε μια «αντισυμβατική» πρόταση που ήταν πράξη δειλίας: η διπλή στήριξη επιλεγμένων αντιπροσώπων και των δύο απόψεων, της Έιμι Κλόμπουτσαρ και της Γουόρεν.

Αυτό θα ήταν κωμικό, αν δεν ήταν επικίνδυνο. Θα έπρεπε να μας έχει καταστήσει απολύτως σαφές η Ιστορία, η Λογική, η Ηθική, ότι υπάρχουν ζητήματα στα οποία η αλήθεια δε βρίσκεται στη μέση, αλλά στο τι είναι σωστό και τι λάθος. Αυτή τη χρονιά, η φιλελεύθερη αμφισβήτηση έχει το πρόσωπο του Τζο Μπάιντεν, του οποίου η απήχηση στο εκλογικό σώμα μειώνεται ραγδαία -βρίσκεται στο μηδέν ανάμεσα στους Αφροαμερικανούς, μια από τις πιο σημαντικές ομάδες στις οποίες απευθύνονται οι Δημοκρατικοί.

Ενώ οι αναλυτές καλούν για επιστροφή στο Κέντρο, οι νέοι έχουν κινητοποιηθεί για να συμμετάσχουν στην πολιτική από έναν υποψήφιο που βλέπουν ότι επιλέγει μια πλευρά, σε μεγαλύτερο βαθμό από οποιοδήποτε άλλο, όσο θυμάται κανείς. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι υπόλοιποι από μας θα έχουμε τη δύναμη να μοιραστούμε το όραμά τους. Αυτοί που συνεχίζουν να ζητούν να κρατηθεί το Κέντρο θα ήταν καλό να θυμηθούν κάποιους άλλους στίχους του ίδιου ποιητή: «Οι υπερβολικές θυσίες / κάνουν πέτρα την καρδιά».

* Συντάκτης στο περιοδικό Viewpoint, γράφει στο The Outline

 

Μετάφραση: Κώστας Ψιούρης

 

πηγή: The Nation

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ακατάλληλη κυβέρνηση

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη ΔΕΘ, από τη μία έχει ως ευαγγέλιο το πόρισμα Πισσαρίδη, μια σύνοψη των πιο ακραία αντικοινωνικών συνταγών του ΔΝΤ, πάνω στις οποίες θα βασιστεί και το εθνικό σχέδιο για τα χρήματα του ευρωπαϊκού ταμείου στήριξης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις