Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Πόσο δημοκρατικός είναι ο δημόσιος χώρος της πόλης 1

Του Λουκά Τριάντη

Ο δημόσιος χώρος δεν είναι ουδέτερος, αλλά συγκροτείται μέσα από καθημερινές πρακτικές και κοινωνικές δυναμικές. Στη συγκρότησή του καθοριστικό ρόλο έχουν παράμετροι, όπως η φυλή, το φύλο, η σεξουαλικότητα, η κοινωνική τάξη, η ηλικία. Σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο, ο δημόσιος χώρος μπορεί να αναλάβει μια σειρά από χωρικότητες: κεντρικότητας, συναλλαγής, διάδρασης, επικοινωνίας, παιχνιδιού, γιορτής, διαμόρφωσης και έκφρασης πολιτισμικών και πολιτικών ταυτοτήτων, αλλά και χωρικότητες εξουσίας, διεκδίκησης, αμφισβήτησης ή ανατροπής.

Στη σύγχρονη συγκυρία -παρά τις μεγάλες ιστορικές, γεωγραφικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις από τόπο σε τόπο και τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά- καταγράφονται σε παγκόσμια κλίμακα μια σειρά από τάσεις που αφορούν τον δημόσιο χώρο: η εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση· η ομογενοποίηση και αισθητικοποίηση· η λειτουργική υποβάθμιση· οι συγκρούσεις και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί· η θωράκιση και ο έλεγχος / «τακτοποίηση» του δημόσιου χώρου. Πολλά παραδείγματα μπορούν να αναφερθούν εδώ, από πολλές πόλεις του κόσμου και, βέβαια, από τις ελληνικές πόλεις.

Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να υπογραμμιστούν εδώ ιδιαίτερα δύο έννοιες ως προϋποθέσεις δημοκρατικής συμμετοχής: αφενός, η πρόσβαση και, αφετέρου, η ορατότητα στον δημόσιο χώρο. Η έννοια της πρόσβασης στον δημόσιο χώρο δεν αφορά μόνον στη φυσική πρόσβαση, η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντική για κοινωνικές ομάδες που δυσκολεύονται να κινηθούν ή παρεμποδίζονται από φυσικά εμπόδια. Αλλά, αφορά ιδιαίτερα στο δικαίωμα που έχουμε να βρισκόμαστε, να δραστηριοποιούμαστε και να εκφραζόμαστε στον δημόσιο χώρο. Και να είμαστε ορατοί στον δημόσιο χώρο -για να προσθέσουμε και τη δεύτερη έννοια, αυτή της κοινωνικής ορατότητας-, καθιστώντας με την ενσώματη παρουσία ορατές τις καθημερινές ή έκτακτες πρακτικές μας. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν και στις ελληνικές πόλεις κοινωνικές ομάδες οι οποίες -λόγω εθνικότητας, εισοδήματος, ηλικίας, φύλου ή σεξουαλικότητας- ενδέχεται να μην έχουν τις ίδιες δυνατότητες πρόσβασης ή έχουν μειωμένη ορατότητα στον δημόσιο χώρο. Αυτό μπορεί να σημαίνει τον άμεσο, ή/και βίαιο αποκλεισμό τους ή, ενδεχομένως, τον έμμεσο περιορισμό τους μέσω κοινωνικών συμβάσεων που επιβάλλουν κανόνες και κώδικες, κατευθύνοντας τρόπους συμπεριφοράς.

Αν δεχτούμε ότι η πρόσβαση και η ορατότητα αποτελούν προϋποθέσεις συνύπαρξης ή και αμφισβήτησης -σε κάθε περίπτωση συμμετοχής στη συγκρότηση του δημόσιου χώρου-, τότε ως κρίσιμο αίτημα δημοκρατίας αναδεικνύεται το πώς μπορεί ο δημόσιος χώρος να είναι ανοιχτός προς όλες και όλους, να διευρύνει την πρόσβαση και την ορατότητα, παρά να την περιορίζει· να συμπεριλαμβάνει, παρά να αποκλείει.

Πόσο δημοκρατικός είναι ο τρόπος που παράγουμε το δομημένο περιβάλλον της πόλης;

Ο προβληματισμός εστιάζει στους τρόπους που φτιάχνουμε και ξαναφτιάχνουμε το δομημένο περιβάλλον της πόλης. Στο βιβλίο του Χώροι της Ελπίδας, ο David Harvey διερευνά τις σχέσεις πόλης και ουτοπίας, κάνοντας λόγο για «ουτοπίες της χωρικής μορφής»: από την «Ουτοπία» του Thomas More, την «Ιδανική Πόλη» του Charles Fourier και την «Κηπούπολη» του Ebenezer Howard, μέχρι το «όραμα για το Παρίσι» του Le Corbusier και τη «Νέα Πολεοδομία». Ισχυρίζεται ότι, όταν αυτά τα αρχιτεκτονικά και πολεοδομικά οράματα εφαρμόστηκαν και «προσγειώθηκαν» στον χώρο, έχασαν τον ιδανικό τους χαρακτήρα και παρήγαγαν αποτελέσματα αντίθετα από τις αρχικές τους προθέσεις, αυξάνοντας τις κοινωνικές ανισότητες, αντί να καταφέρουν να εξασφαλίσουν περισσότερη ισότητα ή δημοκρατία.

Από την οπτική αυτή, ο ίδιος προτείνει να σκεφτούμε μια στροφή από την «ουτοπία της χωρικής μορφής» προς την «ουτοπία της κοινωνικής διαδικασίας», εστιάζοντας στις «αστικές διαδικασίες»,που αφορούν την αστικοποίηση και την ανάπτυξη του αστικού χώρου. Με δεδομένο ότι αυτές οι «αστικές διαδικασίες» παράγουν οικονομικά οφέλη, ο Χάρβεϊ προτείνει ένα «δημοκρατικό έλεγχο» των οφελών αυτών μέσα από μια δικαιότερη ανακατανομή τους. Ανακαλώντας την έννοια του «δικαιώματος στην πόλη», προσεγγίζει το δικαίωμα αυτό ως τη διεκδίκηση ενός ρόλου στους τρόπους με τους οποίους οι πόλεις παράγονται και αναπαράγονται, και τονίζει την ανάγκη «εκδημοκρατισμού» τους, ιδίως μέσα από διεκδικήσεις όσων έχουν αποκλειστεί με κοινωνικούς και χωρικούς όρους.

Έχοντας κατά νου τις σύγχρονες μεγάλες αστικές αλλαγές, αναπλάσεις και παρεμβάσεις, οι οποίες συχνά οδηγούν σε φαινόμενα «εξευγενισμού» και όξυνσης χωροκοινωνικών πολώσεων και αποκλεισμών, αναδεικνύεται η ανάπτυξη του αστικού χώρου ως ένα κρίσιμο πολιτικό και κοινωνικό διακύβευμα. Από την οπτική αυτή, αποκτά επικαιρότητα η σύνδεση της δημοκρατίας με τον διαφοροποιημένο αντίκτυπο που μπορεί να έχει η αστική ανάπτυξη σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, στον βαθμό που αυτές μπορεί να επωφελούνται ή να ζημιώνονται και, τελικά, να έχουν ή να στερούνται το «δικαίωμα στην πόλη». Για παράδειγμα: ποιες κοινωνικές ομάδες έχουν πρόσβαση στην κατοικία σε ένα κέντρο πόλης, όταν αυτό εμπορευματοποιείται ή τουριστικοποιείται με εντατικούς ρυθμούς; Ποιες δραστηριότητες μπορεί να πιέζονται ή να εκτοπίζονται, μαζί με τα κοινωνικά στρώματα που αυτές αντιστοιχούν; Πώς μπορούν να επιτευχθούν ή να διατηρηθούν συνθήκες πολυλειτουργικότητας και πολυσυλλεκτικότητας που να καλύπτουν τις ανάγκες κοινωνικών στρωμάτων διαφορετικού εισοδήματος και τρόπων ζωής; Και τα παραπάνω αποτελούν επίκαιρα αιτήματα δημοκρατίας.

Πόσο δημοκρατικός είναι ο τρόπος που σχεδιάζουμε την πόλη;

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, από τη δεκαετία του 1980 το κυρίαρχο πρότυπο χωρικού σχεδιασμού άρχισε να μετατοπίζεται από μια διαχειριστική/διοικητική προσέγγιση προς μια επιχειρηματική και διαπραγματευτική προσέγγιση. Με πολλές γενικεύσεις, το «ορθολογικό», «καθολικό» μοντέλο σχεδιασμού του χώρου των μεταπολεμικών δεκαετιών αμφισβητήθηκε έντονα - τόσο από φιλελεύθερες προσεγγίσεις, που επιζητούσαν την αμεσότερη εμπλοκή της αγοράς στην οργάνωση του χώρου και τον περιορισμό του δημόσιου, «γραφειοκρατικού» ελέγχου, όσο και από προοδευτικές προσεγγίσεις που αναζητούσαν εναλλακτικές στο συχνά συγκεντρωτικό και τεχνοκρατικό «από τα πάνω» σχεδιασμό. Στο πλαίσιο αυτό, και με πολλές γενικεύσεις, μπορεί κανείς να μιλήσει για μια στροφή προς ένα πιο στρατηγικό και αναπτυξιακό πρότυπο σχεδιασμού, του οποίου συστατικά στοιχεία έγιναν η ευελιξία, η επιχειρηματικότητα και η προσέλκυση στρατηγικών επενδύσεων, η ανταγωνιστικότητα των πόλεων και η αναζήτηση συγκριτικών πλεονεκτημάτων, καθώς και ο επιχειρησιακός προσανατολισμός στην εφαρμογή με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα.

Παράλληλα, η στροφή προς ένα στρατηγικό πρότυπο σχεδιασμού συνδυάστηκε -τουλάχιστον σε επίπεδο λόγου- με την επιδίωξη μιας πιο έντονης συμμετοχής της «κοινωνίας των πολιτών» στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Μάλιστα, το νέο πρότυπο συναρτάται με την έννοια της «χωρικής διακυβέρνησης», η οποία με τη σειρά της εκτός της δημόσιας συμμετοχής έχει συνδεθεί με τον «εκδημοκρατισμό», την «υπευθυνότητα», τη «λογοδοσία» και τη «διαφάνεια». Στο πλαίσιο αυτό, ενσωματώθηκαν συχνά στις διαδικασίες του σχεδιασμού οι δημόσιες διαβουλεύσεις, μαζί με πρακτικές και μεθοδολογίες από τη διοίκηση επιχειρήσεων. Μαζί με τα παραπάνω, ο ρόλος του πολεοδόμου κρίθηκε σκόπιμο να μετατοπιστεί από τη θέση του «αντικειμενικού επιστήμονα/τεχνοκράτη» προς έναν νέο ρόλο που να διαπραγματεύεται, να επικοινωνεί, να διευκολύνει και να συντονίζει τον σχεδιασμό.

Από μια κριτική επεξεργασία γύρω από τη δημοκρατικότητα του σχεδιασμού του χώρου, ο Λουδοβίκος Βασενχόβεν υποστηρίζει ότι υπό το πρόσχημα της «δημοκρατικότητας» και της έμφασης σε μια πιο συμμετοχική «από τα κάτω προσέγγιση», η αμφισβήτηση του ορθολογικού πρότυπου σχεδιασμού συμβάλλει στην ενσωμάτωση και εδραίωση λογικών ιδιωτικής οικονομίας και αστικού μάρκετινγκ στον σχεδιασμό. Από την οπτική αυτή, η έμφαση στη «δημοκρατικότητα» ενδεχομένως να συγκαλύπτει τις αλλαγές στις σχέσεις «δημόσιου-ιδιωτικού» προς όφελος του «ιδιωτικού» και, τελικά, να οδηγεί σε «έλλειμμα δημοκρατικότητας». Αυτό το «έλλειμμα δημοκρατικότητας» με τη σειρά του φαίνεται να είναι μια κύρια αιτία που ο σχεδιασμός του χώρου δυσκολεύεται να αποκτήσει κοινωνική υποστήριξη, παρά τις διατυπωμένες προθέσεις για συμμετοχή της «κοινωνίας των πολιτών». Πράγματι, πρόσφατες θεωρητικές και εμπειρικές μελέτες από την Ελλάδα και πολλές άλλες χώρες υποστηρίζουν ότι συχνά ο σχεδιασμός του χώρου δημιουργεί εντάσεις και συγκρούσεις στο τοπικό επίπεδο, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις στρατηγικών επενδύσεων και αναπτυξιακών έργων μεγάλης κλίμακας που φέρονται να έχουν αρνητικές επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Για τις οπτικές αυτές, ο σχεδιασμός του χώρου αντί να συμβάλει στη χωρική δικαιοσύνη, την υπονομεύει.

Στο παραπάνω πλαίσιο, ως επίμαχο αίτημα δημοκρατίας αναδεικνύεται το πώς μπορεί ο σχεδιασμός του χώρου να διευρύνει «προς τα κάτω» τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων με τρόπο ουσιαστικό και να συμπεριλάβει τα αιτήματα κοινωνικών ομάδων με τη μέγιστη δυνατή αντιπροσωπευτικότητα. Η «προς τα κάτω» αυτή διεύρυνση, βέβαια, δεν χρειάζεται κατ’ ανάγκην να καταλήγει σε κάποια συναίνεση, αλλά θα επιτρέπει τον διάλογο, την αντιπαράθεση, ακόμη και τη σύγκρουση, αναδεικνύοντας τα κοινωνικά διακυβεύματα της χωρικής ανάπτυξης και προσδίδοντας στον σχεδιασμό μεγαλύτερη κοινωνική εγκυρότητα.

 

1 Λουκάς Τριάντης, δρ αρχιτέκτονας - πολεοδόμος. Αιτήματα δημοκρατίας στην κοινωνική παραγωγή του αστικού χώρου, στο Πόλη, Δημοκρατία, Αρχιτεκτονική, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα, 2020.

Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.
Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πίσω από το παραπέτασμα της γελοιότητας

Είναι το λιγότερο αστεία και γραφικά τα κυβερνητικά στελέχη, όταν βγαίνουν στα κανάλια να εξηγήσουν ότι το πακέτο των 37 δισ. η Ελλάδα το κέρδισε με το σπαθί του Κυριάκου Μητσοτάκη, με τις εξαιρετικές διαπραγματευτικές του δυνατότητες και με τις λαμπρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις