Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η αδρανοποίηση των απόδημων Ελλήνων

Του Μανώλη Μελισσάρη*

 

Μέρος της αναδιάρθρωσης του Οργανισμού του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών είναι, όπως φαίνεται, η κατάργηση της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού ως αυτόνομου οργάνου και η υπαγωγή των αρμοδιοτήτων της σε μια υπερδιεύθυνση πολιτιστικής και θρησκευτικής διπλωματίας.

Φορείς και ιδώτες, χωρίς αμφιβολία καθένας για τους δικούς του λόγους, όπως άλλωστε και ο ΣΥΡΙΖΑ, έχουν ήδη διαμαρτυρηθεί πως έτσι θα ατονήσουν οι σχέσεις των απόδημων Ελλήνων με το ελληνικό κράτος και, κατά συνέπεια, θα υποβαθμιστεί και ο ρόλος τους.

Η κίνηση της κυβέρνησης έχει όμως και μια βαθύτερη σημασία με ευρύτερες προεκτάσεις. Ο διοικητικός επαναχαρακτηρισμός της ΓΓΑΕ δεν σηματοδοτεί μόνο την υποβάθμιση της ως θεσμού, αλλά και μια ριζική αναθεώρηση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με τους αποδήμους κατά τρόπο που εξυπηρετεί την πολιτική στρατηγική του κ. Μητσοτάκη.

Για να δούμε γιατί, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι θεμελιώδες. Η διατήρηση μιας οργανικής σύνδεσης με την διασπορά μέσω ενός δημόσιου θεσμού αποτελεί αναγνώριση της υποχρέωσης του ελληνικού κράτους να μεριμνά για τους αποδήμους. Η υποχρέωση αυτή θεμελιώνεται σε έναν προϋπάρχοντα κοινωνικοπολιτικό δεσμό, ο οποίος δεν είναι ούτε ευκαιριακός (για παράδειγμα, δεν μπορούν να θεωρούνται απόδημοι όσοι αλλοδαποί έχουν αγοράσει δεύτερη κατοικία στην Ελλάδα), αλλά ούτε και τόσο περιεκτικός όσο εκείνος με όσους ζουν στην Ελλάδα (είτε είναι πολίτες είτε όχι). Το ποιος ακριβώς θεωρείται δικαιολογημένα μέλος της διασποράς είναι πολύ δύσκολο να απαντηθεί (και κάθε απάντηση θα δυσαρεστήσει κάποιους). Κατά την άποψή μου, την οποία δεν έχω το χρόνο να αναπτύξω εδώ, το ελάχιστο κριτήριο για τον ορισμό της διασποράς είναι η κοινωνική (δηλαδή κυρίως οικονομική) δραστηριοποίηση στην ημεδαπή ή η δυνατότητα κτήσης της ελληνικής υπηκοότητας (και μη παραίτηση από το δικαίωμα).

Η μέριμνα την οποία πρέπει να παρέχει το ελληνικό κράτος ασφαλώς ποικίλλει, γιατί οι κατηγορίες Ελλήνων του εξωτερικού είναι πλέον πολλές. Για να σταχυολογήσουμε μερικές:

- Οι μετανάστες παλαιότερων γενιών, οι οποίοι είναι πλήρη μέλη των κοινωνιών τους, αλλά διατηρούν μία κοινωνικοπολιτική σχέση με την Ελλάδα.

- Εκείνοι που είναι κοινωνικά δραστήριοι στην αλλοδαπή, αλλά έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα μόνο στην Ελλάδα. Την ανάπτυξη και διόγκωση αυτής της κατηγορίας διευκόλυνε η ελευθερία κινήσεως προσώπων στην ΕΕ (μία άτυπη υποδιαίρεση εδώ είναι μεταξύ των πολιτικά ανενεργών / ηρεμοφρόνων κι εκείνων που διατηρούν το ενδιαφέρον τους για πολιτική συμμετοχή).

- Όσοι μοιράζουν το χρόνο τους μεταξύ Ελλάδας και αλλοδαπής. Μπορεί να είναι κοινωνικά ενεργοί και στις δύο χώρες, αλλά πολιτικά δικαιώματα έχουν μόνο στην Ελλάδα. Εδώ ανήκει, για παράδειγμα, το εποχικό προσωπικό (στην Κύπρο, για παράδειγμα, κατά την διάρκεια της τουριστικής περιόδου ο αριθμός των εργαζόμενων από την Ελλάδα υπερπολλαπλασιάζεται· υποπτεύομαι ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει μεταξύ βόρειας Ελλάδας και βαλκανικών χωρών).

Ασφαλώς μέσα στις ίδιες κατηγορίες υπάρχουν μεγάλες ταξικές διαφοροποιήσεις. Η αύξηση του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου στην Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών αντικατοπτρίζεται και στον πληθυσμό που φεύγει από τη χώρα κι είναι λάθος να μένουμε προσκολλημένοι στην εντύπωση της μαζικής μετανάστευσης μετά τους μεγάλους πολέμους του 20ού αιώνα.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ήδη σιωπηρά αποδεχθεί όλα τα παραπάνω, συμφωνώντας να διευκολύνει την άσκηση του δικαιώματος ψήφου από τους εκτός επικρατείας πολίτες. Από μια άποψη, αυτό αποτελεί ουσιαστική προέκταση ενός συνταγματικού δικαιώματος. Ταυτόχρονα, όμως, αποτελεί αναγνώριση της κοινωνικοπολιτικής πολυπλοκότητας των συνθηκών ζωής των εκτός επικρατείας πολιτών και πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα, τα οποία καθιστούν ουσιαστική την άσκηση του δικαιώματος ψήφου, όπως ακριβώς δηλαδή έχει την υποχρέωση να πράττει το ελληνικό κράτος και μέσα στην επικράτεια (Ασφαλώς δεν υπονοώ πως το ελληνικό κράτος πρέπει να ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα στην αλλοδαπή χρησιμοποιώντας τους απόδημους ως Δούρειο Ίππο. Αυτή η πρακτική, γνωστή στην διεθνή εμπειρία, είναι ηθικοπολιτικά εντελώς αθεμελίωτη).

Αντί, όμως, να ενισχύει τους θεσμούς που θα αναγνωρίζουν τις κοινωνικοπολιτικές ανάγκες και την σημασία της διασποράς, η κυβέρνηση Μητσοτάκη διαρρηγνύει ολωσδιόλου τον θεσμικό δεσμό μαζί της. Ο λόγος είναι, νομίζω, απλός. Δεν βολεύει τον πρωθυπουργό και την κυβέρνησή του η πολυπλοκότητα και η διαστρωμάτωση της διασποράς. Θέλουν να καταπνίξουν ότι πρόκειται για έναν κοινωνικά ζωντανό πληθυσμό. Δεν θέλουν να εκπροσωπούνται οι απόδημοι ως κοινωνικοπολιτική οντότητα.

Έτσι, ο κ. Μητσοτάκης κατεφεύγει στη συνηθισμένη του πρακτική. Επιστρατεύει την νεφελώδη έννοια του έθνους, έτσι ώστε να απογυμνώσει την διασπορά από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και να την καταστήσει κοινωνικοπολιτικά αδρανή. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο αφαιρεί τη φωνή από τους απόδημους Έλληνες, αλλά τους υποκαθιστά στην έκφραση των αναγκών τους. Τους τσουβαλιάζει τεχνητά όλους μαζί ως ανθρώπους που δείχνουν απλώς μια πολιτιστική προσήλωση στην Ελλάδα και προς τους οποίους το ελληνικό κράτος δεν οφείλει κανένα καθήκον· τους κάνει απλώς τη χάρη να τους κάνει μετόχους του ελληνικού πολιτισμού. Ελπίζει έτσι ο κ. Μητσοτάκης πως θα έχει και το σκύλο χορτάτο και την πίτα ολόκληρη. Θέλει να απομυζά πόρους από τον απόδημο ελληνισμό (αυτός άλλωστε είναι ο σκοπός για τον οποίο πολλά κράτη προέλευσης εντείνουν τα τελευταία χρόνια τις σχέσεις τους με την διασπορά τους) και θα κραδαίνει και την μπαντιέρα του «έθνους» στο εσωτερικό συνεχίζοντας τον εθνοφετιχισμό που τόσο τον έχει εξυπηρετήσει.

Η ελληνική πολιτική σε σχέση με τη διασπορά πρέπει να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Όταν συστήθηκε η ΓΓΑΕ το 1983, η διεθνής κινητικότητα ήταν πολύ πιο περιορισμένη σε σχέση με τώρα. Ίσως, λοιπόν, το αντικείμενό της πράγματι να έχει υπερβεί τις δυνατότητές της. Η λύση, όμως, δεν είναι η ολωσδιόλου κατάργησή της και η υποβάθμιση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με τους απόδημους Έλληνες στο επίπεδο της πολιτιστικής διπλωματίας. Ούτε, όμως, είναι λύση και ένα αυτόνομο υπουργείο απόδημου ελληνισμού, όπως είναι το πάγιο αίτημα πολλών Ελλήνων του εξωτερικού εδώ και χρόνια. Πιστεύω πως κι αυτό θα έχει το ίδιο ισοπεδωτικό αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει ένας απόδημος ελληνισμός· υπάρχουν πολλοί απόδημοι Έλληνες. Αυτό πρέπει να αναγνωριστεί, αναδεικνύοντας τη θέση τους (τηρώντας ασφαλώς τις απαραίτητες αναλογίες) στην ελληνική πολιτική κοινότητα, κι όχι σαν κάτι ξένο και απομακρυσμένο από το ελληνικό γίγνεσθαι.

Το πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτό πρακτικά σε διοικητικό επίπεδο παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Ίσως μία λύση θα ήταν να θεσπιστούν σχετικές διευθύνσεις στα πιο νευραλγικά (και σίγουρα σε όλα τα παραγωγικά) υπουργεία. Αυτό που έχει όμως πρωταρχική σημασία είναι η αναγνώριση της αρχής, ότι δηλαδή η διασπορά δεν είναι μια «εθνική» αδιαφοροποίητη μάζα, αλλά ένας κοινωνικοπολιτικά σημαντικός πληθυσμός με συγκεκριμένες ανάγκες και ιδιαίτερη σχέση με το ελληνικό κράτος.

 

* Διδάκτορα φιλοσοφίας δικαίου, ζει στην Κύπρο

Στηρίξτε την έγκυρη και μαχητική ενημέρωση. Στηρίξτε την Αυγή. Μπείτε στο syndromes.avgi.gr και αποκτήστε ηλεκτρονική συνδρομή στο 50% της τιμής.
Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Πίσω από το παραπέτασμα της γελοιότητας

Είναι το λιγότερο αστεία και γραφικά τα κυβερνητικά στελέχη, όταν βγαίνουν στα κανάλια να εξηγήσουν ότι το πακέτο των 37 δισ. η Ελλάδα το κέρδισε με το σπαθί του Κυριάκου Μητσοτάκη, με τις εξαιρετικές διαπραγματευτικές του δυνατότητες και με τις λαμπρές επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις