Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Θα ξαναβρεί τον δρόμο της η σοσιαλδημοκρατία;

Η σοσιαλδημοκρατία, στον βωμό της εξουσίας έγινε νεοφιλελευθερισμός και γι’ αυτόν τον λόγο όχι μόνο δεν αντιπάλεψε τη Δεξιά, αλλά συμμάχησε στη νομή της εξουσίας. Η πολιτική της ήταν σαφώς προσανατολισμένη είτε προς την άμεση εκλογική νίκη είτε προς τη μελλοντική κυβερνητική συνεργασία

Στη δεκαετία του 1990, τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είχαν τη διακυβέρνηση στα 12 από τα 15 κράτη - μέλη και την προεδρεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ήδη όμως από τη δεκαετία του 1980, είχαν απεμπολήσει τις πολιτικές τού κράτους ευημερίας στη λογική ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση στον νεοφιλελευθερισμό. Αποτέλεσμα αυτής της ριζικής μεταρρύθμισης των αρχών τους ήταν η μετατροπή τους σε «σοσιαλ-νεοφιλελεύθερα» κόμματα (η συνθήκη του Μάαστριχτ είναι η επιβεβαίωση αυτής της μετατροπής).

Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας είναι μέρος της κρίσης του πολιτικού συστήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η πολιτική της διακυβέρνηση στηρίχτηκε σε θεσμικές διευθετήσεις, οι οποίες παγιδεύτηκαν στη λογική μιας εφαρμοσμένης στρατηγικής για τη διέξοδο από το οικονομικό πρόβλημα και οι οποίες επιβλήθηκαν στους πολίτες ως αναγκαιότητα. Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρήθηκε μια σειρά λειτουργικών μεταρρυθμίσεων σε ρήξη με τους παραδοσιακούς θεσμούς (δημόσιος τομέας, συνδικάτα) στο όνομα του εκσυγχρονισμού.

Παράλληλα, χρησιμοποίησαν εγκαθιδρυμένες νόρμες, που φαινομενικά νομιμοποιούσαν τις προσδοκίες των πολιτών, οι οποίες, όμως, δεν ανταποκρίνονταν ούτε στην οικονομική ούτε στην πολιτική κατάσταση που είχε διαμορφωθεί. Η Σοσιαλδημοκρατία, βαδίζοντας στα χνάρια των συντηρητικών κυβερνήσεων, λειτούργησε ως διευθυντική ομάδα πολιτικών παραγόντων που, εκ των άνω, προσπάθησε να συγκροτήσει τη νέα κοινωνία.

Η κρίση που ξεκίνησε το 2009, δεν αποτελεί μια στιγμή εκρυθμίας τής κατά τα άλλα ομαλής λειτουργίας του συστήματος. Οφείλεται κατά κύριο λόγο σε μια διαδικασία δομικών ανωμαλιών που απορρέουν από τις εγγενείς αντιφάσεις του κοινωνικού σχηματισμού κατά τη διαδικασία αναπαραγωγής του σημερινού σταδίου ανάπτυξης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια απλή οικονομική κρίση, αλλά για συνολική κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος. Κρίση που έχει πάρει τη μορφή συγκρούσεων που εκφράζονται πια στο πεδίο της ίδιας της δημοκρατίας.

Είναι σαφές ότι οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό με τη στρέβλωση που επέφεραν οι πολιτικές διαχείρισης των κοινωνικών προβλημάτων και οι πολιτικές για τον θεσμικό και οικονομικό εξορθολογισμό του μοντέλου δημόσιας εξουσίας, είχαν αρνητικές επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνικής οργάνωσης.

Κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις με τα γνωστά επακόλουθα στην αγορά εργασίας, την απασχόληση, την καταρράκωση του κράτους πρόνοιας.

Πολιτικές επιπτώσεις που εκφράζονται καθημερινά με την απολιτικοποίηση των μαζών, την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πολιτική και τους πολιτικούς, την αποστασιοποίηση του ανθρώπου από τον πολίτη.

Και το συντηρητικό και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, βασίστηκαν σε πολιτικές διευθετήσεις με γνώμονα τον αποκλεισμό στοιχείων που τα έβλαπταν. Το κόμμα, ως εκπρόσωπος της νομιμότητας λόγω των εκλογικών αποτελεσμάτων, ανέλαβε την οργάνωση του κρατικού μηχανισμού και άσκησε εξουσία με τέτοιο τρόπο που νόμιζε ότι θα σταθεροποιήσει τη νέα τάξη πραγμάτων.

 

Όλος αυτός ο κύκλος κλείνει με την επικράτηση της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας, η οποία, αρχικά, εγκαινίασε την κοινωνία των 2/3, και στη συνέχεια εγκαθιδρύει την κοινωνία του 1/3, μια κοινωνία η οποία στηρίχτηκε στην κυριαρχία των ισχυρότερων κοινωνικών τάξεων και την περιθωριοποίηση της πλειοψηφίας του κοινωνικού σώματος. Η σοσιαλδημοκρατία, στον βωμό της εξουσίας έγινε νεοφιλελευθερισμός και γι’ αυτόν τον λόγο όχι μόνο δεν αντιπάλεψε τη Δεξιά, αλλά συμμάχησε στη νομή της εξουσίας.

Η ιδεολογική, πολιτική και εκλογική πτώση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας οφείλεται, στη μη-διαφοροποίησή της από το φιλελεύθερο εκσυγχρονιστικό οικονομικό μοντέλο, στη μη-αποδοχή των αποτελεσμάτων της διακυβέρνησής της από τους πολίτες (ανεργία, φτώχεια, και part-time εργάτες με χαμηλούς μισθούς), στη μη-διαφοροποίησή της από το πολιτικό μοντέλο εκσυγχρονισμού της φιλελεύθερης Δεξιάς. Η πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας ήταν σαφώς προσανατολισμένη είτε προς την άμεση εκλογική νίκη είτε προς τη μελλοντική κυβερνητική συνεργασία.

Το αποτέλεσμα αυτού του τύπου εφαρμοσμένης στρατηγικής ήταν ότι το θεσμικό πλαίσιο παρέμεινε τόσο δογματικό και άκαμπτο ώστε φάνηκε η ανικανότητά του. Πρώτον, να ικανοποιήσει τις ανάγκες νέων ομάδων συμφερόντων που αναδείχτηκαν από την κοινωνία και, δεύτερον να αντιστοιχίσει σχέσεις και δυνάμεις παραγωγής. Οι σχέσεις παραγωγής έδρασαν και δρουν παρασιτικά με αποτέλεσμα να σταθούν εμπόδιο στην ανάπτυξη νέων παραγωγικών δυνάμεων.

Το γεγονός αυτό, επικυρώθηκε στη συνείδηση των κοινωνικών δρώντων με αποτέλεσμα την έλλειψη συναίνεσης στις πολιτικές της διακυβέρνησης της σοσιαλδημοκρατίας και την αμφισβήτηση του αξιακού πλαισίου που πρεσβεύει το κομματικό σύστημα. Έτσι δημιουργήθηκε ένα κίνημα διαμαρτυρίας που αντιτίθεται στην κατάρρευση του θεσμού των κοινωνικών παροχών και με αιτήματα τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, την εξασφάλιση της μελλοντικής εργασίας, την απόρριψη της συλλογικής αντίληψης για οποιασδήποτε μορφής απασχόληση, την εξασφάλιση των όρων εργασίας κ.λπ. Είναι γεγονός ότι η διαμαρτυρία εκφράζεται και από μεγάλο μέρος ομάδων, οι οποίες διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο στη διανομή κρατικών παροχών. Ας μην ξεχνάμε ότι τέτοιες ομάδες μεγάλωσαν και γαλουχήθηκαν με τις φιλελεύθερες αρχές της αγοράς και την ιδεολογία του πλουτισμού μέσω του ελεύθερου ανταγωνισμού. Αναμφισβήτητα όμως, σήμερα δηλώνουν έμπρακτα ότι αμφισβητούν την αναπαραγωγή των θυσιών που επιβάλλει η σύγχρονη συντηρητική φιλελεύθερη πολιτική, γιατί θεωρεί τις θυσίες περιττές.

Η σοσιαλδημοκρατία δεν έχει αποφασίσει ακόμα με ποιες κοινωνικές δυνάμεις πρέπει να ταυτιστεί ή τουλάχιστον να συμπορευτεί. Τα εμπόδια που βρίσκει μπροστά της είναι συνυφασμένα με τα εμπόδια που θέτει η έλλειψη μιας ριζοσπαστικής πολιτικής. Ο κίνδυνος είναι η αναζωπύρωση του συντηρητισμού. Εδώ η Ιστορία επαναλαμβάνεται.

Όλες αυτές οι εξελίξεις, επιβάλλουν τώρα την έναρξη μιας δημόσιας συζήτησης για την ανεύρεση νέων μορφών οργάνωσης του πολιτικού και κομματικού συστήματος, νέων μορφών διαχείρισης του οικονομικοπολιτικού συστήματος και πάνω από όλα την ανάγκη διαμόρφωσης ενός νέου αξιακού ιδεολογικού πλαισίου κινητοποίησης της λαϊκής συναίνεσης με δημοκρατικούς όρους.

Επειδή η σοσιαλδημοκρατία ως πολιτική πρακτική, δεν αποσκοπεί στον ριζικό μετασχηματισμό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και των επιπέδων του κοινωνικού σχηματισμού, αλλά στον επαναπροσδιορισμό τους με σκοπό τον σχηματισμό των συνθηκών που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τις κρίσεις του καπιταλιστικού συστήματος, θα πρέπει να απαντήσει αν:

* Υπάρχουν πολιτικές που να οδηγούν όχι απλώς στην πλήρη απασχόληση, αλλά σε μια ολοκληρωμένη πρόταση για την εργασία;

* Υπάρχουν πολιτικές που να ενισχύουν την οικοδόμηση ενός νέου κράτους πρόνοιας;

* Υπάρχουν πολιτικές που να εξασφαλίζουν την ισότητα των ευκαιριών μεταξύ κοινωνικών τάξεων, κοινωνικών ομάδων, κοινωνικών φύλων, μεταναστών, αιτούντων πολιτικό άσυλο;

* Μπορεί η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία να παίξει ρόλο στον μετασχηματισμό των συντηρητικών ιδεών σε μια ριζοσπαστική μεταρρυθμιστική αυτοκριτική της καπιταλιστικής κοινωνίας μέσα από τον δρόμο της συνταγματικής δημοκρατίας και του κράτους πρόνοιας;

Η αδυναμία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας υπάρχει και στις ιδέες και στη στρατηγική και στην εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου εναλλακτικού σχεδίου.

Το δικό μας ερώτημα είναι ποιον δρόμο θα ακολουθήσει για να επιβιώσει; Θα επανέλθει στη θεμελίωση μιας δημόσιας εξουσίας στη βάση των αξιών του κράτους ευημερίας ή θα προσπαθήσει να αποδομήσει την Αριστερά;

Πάνω απ’ όλα, το ερώτημα που η ίδια η σοσιαλδημοκρατία πρέπει να θέσει στον εαυτό της είναι αν μπορεί να υπάρξει σοσιαλδημοκρατία χωρίς σοσιαλδημοκράτες.

 

* Η Ασπασία Μαρούγκα είναι διδάκτωρ Πολιτικών Επιστημών

 

Δείτε όλα τα σχόλια