Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Performance και ξερό ψωμί

Πρόσφατα κυκλοφόρησε, απευθείας σε αγγλική μετάφραση (εννοώ: πριν καν κυκλοφορήσει στα ελληνικά) ένα βιβλίο με ποιήματα νεότατων Ελλήνων ποιητών εμπνευσμένα από την οικονομική κρίση ή με θέμα τους την κρίση ή ως αντίδραση στην κρίση – όπως προτιμάτε. Τα ποιήματα συγκλόνισαν τον Γιάνη Βαρουφάκη τόσο ώστε για μια στιγμή ένιωσε πως προφέρεται με δύο ν – σαν το μάννα. Έτσι επέτρεψε να τυπωθεί στο εξώφυλλο της ανθολογίας και να διανεμηθεί στους πεινώντας (για τέχνη) η προτροπή του να διαβαστούν τα εν λόγω ποιήματα· συνόψισε κατ’ αυτόν τον τρόπο ιδεωδώς την ποιότητά τους. Στο άλλο άκρο του φάσματος της στρατευμένης τέχνης, η Documenta αναπτύσσει συζητήσεις, θεματικές και καλλιτεχνικά project που πολιτικοποιούν ακαριαία τον θεατή – και ενοποιούν το κερματισμένο πεδίο: είναι ολοφάνερο πια, σ’ όποιον δεν είναι αναίσθητος στις νέες μορφές τέχνης, πως οι Πακιστανοί (Αφγανοί, Μπαγκλαντεσιανοί κ.λπ.: η πολυπολιτισμικότητα στο αποκορύφωμά της) που προωθούν τα καρότσια στα σκραπατζίδικα αναπτύσσουν τις κατεξοχήν «δράσεις στην πόλη», αφού πρώτα, σε διάδραση με τους τοξικοεξαρτημένους και τους άστεγους, σκάλισαν τα σκουπίδια, προωθώντας μια νέα σχέση με το σώμα τους (και τη σύστοιχη προβληματική): είναι βασικό να μην πέσεις μέσα στον κάδο… Στον επίκεντρο αυτής της επανασύνδεσης της τέχνης με την πολιτική βρίσκεται, φυσικά, η performance – που σαν ραδιενεργό απόβλητο ακτινοβολεί το τοπίο: performance είναι τα ποιήματα για την κρίση, όπως και το τατουάζ· performance οι κυβερνητικές ανακοινώσεις, καθώς και οι ανταπαντήσεις της αντιπολίτευσης σχετικά με τη διαπραγμάτευση – αλλά και η διαπραγμάτευση καθ’ εαυτήν. Και μήπως το ολόγραμμα του Μελανσόν δεν ηττήθηκε από έναν υποψήφιο-ολόγραμμα;

Η performance έρχεται, βέβαια, από πολύ παλιά, ίσως από την εποχή που οι τέχνες ήσαν ακόμη αδιαχώριστες και ταυτοχρόνως «θραύσματα ενός μεγαλύτερου αγγείου»· όμως δεν πρέπει να αφήσουμε να προκαλέσει σύγχυση η ορολογία, ειδάλλως θα μας μπέρδευαν ανεπανόρθωτα και οι πίνακες τού David: οι τύποι με τις ρωμαϊκές χλαμύδες προωθούν, δι’ αυτής ακριβώς της σκηνοθεσίας, το πρόγραμμα της νεωτερικότητας – όπως παρατήρησε στη 18η Μπρυμαίρ του ο Μαρξ. Αυτό που εμείς βλέπουμε και αποκαλούμε performance είναι μια αλλόκοτη μπάμπουσκα: Απ’ έξω, διαθέσιμο στο κοινό, βρίσκεται το άλλοτε άλλο «περιεχόμενο», ρητό, απερίφραστο, με ποιότητα διακήρυξης ή μπροσούρας: το σώμα, η έμφυλη διάσταση, οι μετανάστες, η κρίση… Αυτό όμως το πολυποίκιλο κι ετερόκλητο, υποτίθεται, «περιεχόμενο» είναι, στην πραγματικότητα, μια απαράλλακτη «μορφή» που απλώς ιριδίζει. Θα πρέπει να φανταστούμε, θέλω να πω, αυτήν την εξωτερική μπάμπουσκα κατ’ ουσίαν διάφανη· μέσα της, διακρίνουμε, όποιο κι αν είναι το «περιεχόμενο», την ψυχή του: την performance καθ’ εαυτήν, την αποθέωση δηλαδή της εικονικότητας – ή, όπως λέγαμε άλλοτε, του Θεάματος. Με δυο λόγια: το «περιεχόμενο» είναι κατ’ ουσίαν αναπαράσταση, το νόημα επίσης· το τυχαίο δείγμα μιας εφ’ όλης της ύλης νόθευσης και αντιστροφής. Κι έτσι προκύπτει το εξής διπλό παράδοξο: Για πρώτη φορά όλα είναι καθαρή μορφή (η ουσία τους είναι η performance: μια και μοναδική μορφή, που ομογενοποιεί τα πάντα και τα ανάγει στην ουσία της) και για πρώτη φορά, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η εκάστοτε μορφή, αυτή που θα ήταν η άλλη όψη του περιεχομένου σε μια ταινία moebious, δεν έχει καμιά σημασία, δεν παίζεται τίποτα εκεί. Παίρνουμε λοιπόν ομοιώματα πολιτικής, ποιημάτων, εικαστικών, θεάτρου, κ.λπ. κ.λπ. : υπεραναπληρώσεις ενός ελλείμματος – να το πούμε; ηθικού. Γιατί, βέβαια, συσπειρωμένη μες στη μικρή μέσα μπάμπουσκα, βρίσκεται η δική της ψυχή: το Εμπόρευμα…

Είναι αλήθεια πως η performance μπορεί να έχει κι άλλη έννοια: αυτήν που τής δίνει ο Virno, ας πούμε, στις λαμπρές σελίδες για τον Glen Gould. Τόσο το χειρότερο! Αυτό σημαίνει πως το πρόβλημα ορολογίας μας αναδιπλασιάζεται απλώς: θα χρειαστεί να μεταφερθούμε, σαν την Αλίκη, και πίσω απ’ τον καθρέφτη και να διηγηθούμε τι βλέπουμε εκεί… Κι αν πρόκειται να αξιοποιήσουμε την εφ’ όλης (ξαναλέω) της ύλης επάνοδο της performance στο προσκήνιο του μετα-φορντικού κόσμου μας, τότε θα χρειαστεί να ανακτήσει τη μνήμη της.

Μια καλή ιδέα λοιπόν είναι να διαλέξουμε την κατεξοχήν προφανή, στα όρια της ταυτολογίας, υπο-περιοχή: το θέατρο (όπως, όταν ακόμη μιλούσαμε για Θέαμα, διαλέγαμε την τηλεόραση) – και να δούμε αν είναι μονόδρομος τα ολοένα και περισσότερα θεατρικά (λέμε τώρα) έργα που υιοθετούν μια πολιτική, υποτίθεται, ματιά (πρόσφυγες και μετανάστες είναι must, όπως είπαμε, το ίδιο κι η κρίση), η εκδραμάτιση όμως αυτής της υποτιθέμενης πολιτικότητας προϋποθέτει την αναμόχλευση όλων των πιθανών στερεοτύπων, δηλαδή ένα είδος αποβλάκωσης συμβατό με τη διάχυτη λήθη και την αδυναμία ν’ αλλάξουμε οτιδήποτε, να το διανοηθούμε καν· μπορούμε μόνο να το διακηρύξουμε. Η απενεργοποίηση της προβληματικής περί μορφής σε καθεστώς, ακριβώς, δήθεν κυριαρχίας της είναι αναπόφευκτη άραγε; Η ηθικότητα της μορφής είναι ένα άστρο που καταρρέει; Πριν απαντήσουμε, ας δούμε αν, μόλις εχθές, μπορούσαμε ακόμη να διανοηθούμε μια διαφορετική χρήση των φορμαλισμών που προϋποθέτει η τέχνη του θεάτρου· ας το δούμε, μάλιστα, μιλώντας, κατά κάποιον τρόπο, εμπειρικά:

Θέλετε να θυμηθούμε, πριν τον καταιγισμό κάθε λογής δράσεων και τη διάλυση του θεάτρου εις τα εξ ων κάποτε συνετέθη (με αποτέλεσμα να μπορεί να λειτουργήσει ως θεατρικό κείμενο οτιδήποτε και ως παράσταση να νοηθεί κάθε τι), σε τι ακριβώς θεωρήθηκε ότι έγκειται η ουσιώδης πολιτικότητα (και ηθικότητα, αδιάρρηκτα); Ποια στάση, ποιο βλέμμα, μπορούσε κάποτε πρωτίστως να διδαχτεί, διά της οδού της απολαύσεως, το κοινό; Έπρεπε, βέβαια, ο ηθοποιός, ο performer, πρώτος αυτός, να αναστοχαστεί τον εαυτό του και τη δουλειά του – με κίνδυνο να αποτελέσει υπόδειγμα σεβασμού στο κείμενο, στην τεχνική και στην ηθική της (αδιάρρηκτα πάλι)· αλλά ήταν η θλιβερή εποχή που ο Μάρλοου δεν μπορούσε να νοηθεί διαχωρισμένος από το ιαμβικό πεντάμετρο – κι οποιοσδήποτε κατά Lorentz μετασχηματισμός θ’ αφορούσε πρωτίστως σ’ αυτό· η εποχή που ο Μπρεχτ αξιοποιούσε τη μετάφραση του Χαίλντερλιν για την Αντιγόνη του κι έγραφε ολόκληρο δοκίμιο επ’ αυτού – ή άλλο, με παραδείγματα μάλιστα, για τις εγκοπές του ρυθμού και τον ανομοιοκατάληκτο στίχο που επέλεγε για ν’ αποτυπώσει, λέει (άκουσον, άκουσον!), πρωτίστως υπ’ αυτήν την μορφή την αναταραχή και την κρίση…

Επιλέξαμε λοιπόν να δημοσιεύσουμε δυο τεχνικά, ας πούμε, δοκίμια για το σήμα κατατεθέν τού ώριμου μπρεχτικού θεάτρου: το εφφέ αποξένωσης (ή αποστασιοποίησης) – V-Effekt· και συναφώς για τη χειρονομία, το «σχήμα» ίσως – Gestus. Ο ηθικός πυρήνας της μπρεχτικής τεχνικής μπορεί να προβληθεί παντού και να χρησιμεύσει σε όλους μας. Αν, τώρα, τούτα τα γενικής χρήσεως κείμενα τα διαβάσει και κανένας ηθοποιός (η σωστή διατύπωση είναι: κανένας/καμία, ειδάλλως είμαστε θύματα του έμφυλου καπιταλισμού, το ξέρω, αλλά συγχωρήστε τους αντιδραστικούς αυτοματισμούς τού μεσήλικα) πριν εκφωνήσει ένα ακόμη στοκ κοινοτοπιών για την κρίση και τους πρόσφυγες ή ανέβει να λυντσαριστεί επί σκηνής διασύροντας τον Αρτώ, ακόμη καλύτερα. Οι ποιητές αποκλείεται να τα διαβάσουν, γιατί γράφουν – και στο facebook η παραγωγή πρέπει να είναι αδιάλειπτη, αλλιώς ο δάφνινος στέφανος των like θα φυλλορροήσει ακαριαία.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗΣ

Δείτε όλα τα σχόλια