Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το Κυπριακό ζήτημα: Προσπάθειες επίλυσής του

Του Θανάση Μιχελή*   Με αφορμή την πρόσφατη ομόθυμη στήριξη της Ελληνικής Βουλής στην πολιτική της Ελληνικής Κυβέρνησης για την επίλυση του Κυπριακού γράφονται αυτές οι ιστορικές αναφορές. Πριν από...

Με αφορμή την πρόσφατη ομόθυμη στήριξη της Ελληνικής Βουλής στην πολιτική της Ελληνικής Κυβέρνησης για την επίλυση του Κυπριακού γράφονται αυτές οι ιστορικές αναφορές.

Πριν από λίγες ημέρες ναυάγησαν για μια ακόμη φορά οι διεθνείς συζητήσεις για την επίλυση του Κυπριακού προβλήματος. Απ’ όλους τους διεθνείς παράγοντες αναγνωρίζεται πως την ευθύνη έχει η τουρκική πλευρά, η οποία δεν αποδέχθηκε δυο σημαντικούς όρους: Την απομάκρυνση των ξένων κατοχικών στρατευμάτων και την κατάργηση του καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων (πρόβλεψη του Κυπριακού συντάγματος του 1960).

Αλλά ας δούμε ιστορικά την όλη εξέλιξη του Κυπριακού προβλήματος:

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 οι Ελληνοκύπριοι διενεργούν δημοψήφισμα με αίτημα την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το ποσοστό αποδοχής πλέον του 97%. Μέσω αυτού επιχειρούν το θέμα της αυτοδιάθεσης του νησιού (τότε αγγλική αποικία) να τεθεί στον ΟΗΕ. Η τότε ελληνική κυβέρνηση απαντά: «Η Ελλάς αναπνέει σήμερον με δύο πνεύμονας, τον μεν αγγλικόν, τον δε αμερικανικόν. Δεν ημπορεί, λόγω του Κυπριακού, να διακινδυνεύσει από ασφυξίαν». Δηλαδή, με απόλυτη σαφήνεια, δηλώνει πως δεν επιθυμεί οποιαδήποτε μεταβολή της αποικιοκρατίας στην Κύπρο για να μην θιγούν οι σύμμαχοι Άγγλοι.

Το 1959-60 με τις συμφωνίες Ζυρίχης - Λονδίνου η Κύπρος αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο κράτος, αλλά υπό την επιτήρηση εγγυητριών δυνάμεων, της Αγγλίας η οποία διατηρεί και τις στρατιωτικές βάσεις της, της Ελλάδας και της Τουρκίας (η τελευταία επανεμφανίζεται στο Κυπριακό ύστερα από το 1878, έτος που η Τουρκία παραχώρησε την Κύπρο στην Αγγλία). Τη συνταγματική αυτή επιταγή συμπληρώνει και η απόφαση για τρεις επίσημες γλώσσες, ελληνική, τουρκική και αγγλική. Με λίγα λόγια η Αγγλία εξασφαλίζει τη διατήρηση των βάσεών της, επιβάλλει την Αγγλική γλώσσα ως επίσημη του νέου κράτους και επανεμφανίζει την Τουρκία ως ισότιμη εγγυήτρια δύναμη του νέου Κυπριακού κράτους. Τα παραπάνω με σύμφωνη την τότε ελληνική κυβέρνηση.

Από τις αρχές της νέας Κυπριακής δημοκρατίας έγινε φανερό πως το σύνταγμα της Κύπρου δεν ήταν λειτουργικό (υπήρξαν συνεχή βέτο τους Τούρκου αντιπροέδρου της δημοκρατίας, κ.λπ.) και έτσι προέκυψαν οι πρώτες αψιμαχίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, με αποκορύφωμα τα πολεμικά γεγονότα του 1964.

Ακολούθησε η στρατιωτική ενίσχυση του νησιού το 1965 με την 1η Ελληνική μεραρχία. Βέβαια λίγα χρόνια μετά η χούντα των συνταγματαρχών, κατόπιν συμφωνίας με τους Τούρκους, την αποσύρει από το νησί. Παραμένουν εκεί οι δυνάμεις της ΕΛ.ΔΥ.Κ και αντίστοιχα της ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ. σύμφωνα με το σύνταγμα της Κύπρου.

Κομβικό σημείο της μετέπειτα εξέλιξης αποτέλεσε το πραξικόπημα, κατά του προέδρου Μακαρίου, ακροδεξιών πολιτικών δυνάμεων του νησιού υπό την καθοδήγηση και ενεργό βοήθεια της ελληνικής χούντας (15 Ιουλίου 1974). Ήταν το πρόσχημα των Τούρκων να εισβάλουν στο νησί ως εγγυήτρια δύναμη (20 Ιουλίου 1974). Το πραξικόπημα και η αμέσως μετέπειτα χαλαρή στρατιωτική αντίσταση των χουντικών στρατιωτικών δυνάμεων στην τουρκική εισβολή επέτρεψαν τελικά την κατάληψη του νησιού. Έτσι, 14 χρόνια μετά την ίδρυση του νέου κράτους, η Κύπρος βρίσκεται με το 38% του εδάφους της υπό κατοχή. Σταδιακά αρχίζει και η εγκατάσταση Τούρκων αποίκων, μια προσπάθεια αλλοίωσης της κατανομής πληθυσμού στο νησί.

Έκτοτε έγιναν πολλές προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος. Οι περισσότερες σε διεθνές επίπεδο αλλά αποδεχόμενες πάντα τον ρόλο των εγγυητριών δυνάμεων και θέτοντας “χαλαρά” ή έμμεσα την απομάκρυνση των κατοχικών τουρκικών στρατευμάτων. Χαρακτηριστικότερη των περιπτώσεων το γνωστό σχέδιο “Ανάν”, το οποίο στηρίχθηκε ενεργά από Κύπριους αλλά και κορυφαίους Έλληνες πολιτικούς (Γ. Παπανδρέου, Ντ. Μπακογιάννη, κ.λπ.). Τελικά με το δημοψήφισμα του 2004 ο Κυπριακός λαός (Ελληνοκυπριακό τμήμα) το απέρριψε με μεγάλη πλειοψηφία. Επικράτησε η άποψη πως προσωρινά “η μη λύση” ήταν καλύτερη από μια “λύση Ανάν”.

Φτάσαμε στο σήμερα. Οι προαναφερόμενες πολιτικές ελληνικών κυβερνήσεων, ενοχικές στην πλειονότητά τους, επέβαλλαν μια σιωπή για το Κυπριακό ζήτημα. Το πρόβλημα παραμένει άλυτο.

Τα τελευταία χρόνια για πρώτη φορά, διεθνώς και επίσημα, τέθηκαν δυο τολμηροί όροι, που έγιναν αποδεκτοί από τη διεθνή κοινότητα: Η κατάργηση των εγγυητριών δυνάμεων και η άμεση απομάκρυνση των τουρκικών κατοχικών στρατευμάτων. Τα παραπάνω ως αποτέλεσμα μιας επίμονης εξαιρετικής πολιτικής της Ελληνικής διπλωματίας. Αυτή την πολιτική επιβεβαίωσε ομόθυμα πρόσφατα, στις 11 Ιουλίου, η Βουλή των Ελλήνων, ώστε να αποτελέσει τη μελλοντική βάση εξεύρεσης λύσης. Παραμένουν ωστόσο δυο βασικά ζητήματα που φαίνεται πως αποφεύγεται να συζητηθούν προς το παρόν: Ο αριθμός Τούρκων εποίκων στο νησί, που ξεπερνά πλέον αριθμητικά τους Τουρκοκύπριους, και η παραμονή των Αγγλικών στρατιωτικών βάσεων που κατέχουν το 8% του Κυπριακού εδάφους.

Ο δρόμος είναι μακρύς και δύσκολος. Οι όροι που τέθηκαν για πρώτη φορά εύστοχοι και η ομοθυμία των πολιτικών δυνάμεων ισχυρό όπλο.

 

* Ο Θανάσης Μιχελής είναι βουλευτής Φθιώτιδας του ΣΥΡΙΖΑ

 

Δείτε όλα τα σχόλια