Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το σχεδόν δίκαιο μίσος

Με τα χρόνια συνδυάζονται τα συναισθήματα και αλλάζει ο βαθμός αντοχής. Στα έρημα, ξεχασμένα, δυσαρεστημένα ζευγάρια

Ο Νάσος ήταν δεινός καπνιστής. Κοίταζε πίσω απ’ τα μυωπικά γυαλιά τον Γιάννη που μόλις μπήκε. «Αυτός πρέπει να ’ναι. Ε, τι λες;». Δυσκολεύτηκε να τον γνωρίσει. Έχουν να ιδωθούν πολλά χρόνια. Από παλιά, βέβαια, δεν τον γούσταρε. Αν και ανήκαν στην ίδια Οργάνωση Βάσης, τον απωθούσε ως χαρακτήρας και ως φάτσα. Τον καταπίεζε η αναμφισβήτητη (και ανεξήγητη) λάμψη του. Ο «αντιπαθής, παλιός σύντροφος» Γιάννης είχε μια ευκολία με τον κόσμο, στις συνεδριάσεις έφερνε παραδείγματα και γίνονταν κατανοητός, στις ταβέρνες γελούσαν εύκολα με τα αστεία του. Ευχάριστη Μετριούρα. Αντίθετα με τον ίδιον: Διάβαζε «Υλισμό και εμπειριοκριτικισμό» του Λένιν, έπαιζε στα δάκτυλα Πλεχάνωφ, Λούκατς, Μπαχτίν. Ο Νάσος ήταν υψηλότερης διανοητικής στάθμης από τον Γιάννη, είχε ηγετικά προσόντα. Κι όμως απωθούσε. Πάντα δυσνόητος, ξινός, δεν προτεινόταν ποτέ ως εκπρόσωπος στα συνέδρια. «Με υπονομεύουν οι μέτριοι».

Οι σπουδές του ήταν καλές, φοιτητής οργανωμένος κομματικά, αλλά παραδόξως με υψηλές επιδόσεις. Πήγαινε σινεμά με την κοπέλα, ανέλυε μετά την προβολή, τη «βοηθούσε» να «καταλάβει» τους βαθύτερους συμβολισμούς του σκηνοθέτη. Ήθελε παθιασμένα να αρέσει, αλλά το εκβίαζε και δεν «του ’βγαινε». Μιλούσε ακατάπαυστα, φώτιζε μικρές βιβλιογραφικές λεπτομέρειες, κούραζε απίστευτα. Από αμοιβαία κούραση έμειναν τελικά μαζί με την εξαναγκαστικά κινηματογραφόφιλη κοπέλα, έβγαιναν στα ταβερνάκια με κρασάκι και σιωπή.

Με τα χρόνια πάχαινε το αντρόγυνο, θυμόταν τα παλιά. Ο διανοούμενος Νάσος δεν διάβαζε πια βιβλία, καταβρόχθιζε όμως εφημερίδες και όλες τις ηλεκτρονικές πλατφόρμες. Χρόνια περίμενε την «αξιοποίησή του» απ’ το κίνημα, απ’ την κυβέρνηση. Τίποτα. Παρέμενε στα μετόπισθεν, στα αζήτητα. Φώναξε τον Γιάννη στο τραπέζι. «Τι κάνεις βρε θηρίο»; «Είμαι διοικητής στο Οργανισμό». Άναυδος. «Ποιος; Αυτός; Σε ποιον Οργανισμό;», σκέφτηκε με πεταγμένες απ’ την ένταση, φλέβες. Είπαν μερικά εθιμοτυπικά, προσπαθούσε να είναι ψύχραιμος, ρωτούσε τάχα ημιαδιάφορα, «ποιος σε πρότεινε», «πήρες μεταπτυχιακό», (ήθελε να πει ποιον είχες βύσμα, πώς στο διάολο τα κατάφερες, αγράμματε;).

Παρατηρούσε προσεκτικά και μισητά τον Γιάννη. Φοβερή τριχόπτωση, πολλά κιλά, είχε αποκτήσει τικ. «Η γυναίκα σου;» «Τώρα; Έχουμε χωρίσει μια δεκαετία τώρα. Μόλις μεγάλωσαν τα παιδιά, την κοπάνησα». Μιλούσε, κομπορρημονούσε, αλλά με μια χοντροκομμένη μελαγχολία. Το κινητό χτυπούσε συνέχεια. «Πες να το φέρει κάτω. Εντολή γενικού. Ακούς; Αυτό να πεις». Είχαν πιει λίγο παραπάνω, ο Γιάννης είχε γλαρώσει. Σε λίγο έφυγε. Ο δικός μας έμεινε σκεφτικός. Λόγω της ζήλιας και του αισθήματος αδικίας, δεν νύσταζε πια. «Άκου βρε. Διοικητής το γλυφτρόνι». Η καημένη η κινηματογραφόπληκτη γυναίκα του ήξερε όλα τα στάδια: έκπληξη, οργή, λογοδιάρροια, κατάπτωση. Πράγματι άρχισε η καταιγιστική αποδόμηση του Γιάννη. «Στην πραγματικότητα είναι βλάκας. Στην οργάνωση μιλούσε πάντα αμέσως μετά τον γραμματέα, επαναλαμβάνοντας την εισήγησή του στο γλαφυρό. Ωραιοπαθής, νόμιζε ότι τον κοίταζαν. Τα μαθήματα δεν ξέρω πώς τα πέρναγε. Τούβλο. Άκουσα ότι είχε μετατεθεί σε μια πολεοδομία στο Κιλκίς. Ο θείος του, συνδικαλιστής του ΟΤΕ, τον έβαλε. Αλλά πες μου δεν είναι αλήτες; Το παλτό, διοικητής Οργανισμού! Και δε μ’ έχει πάρει κανένας καριόλης ένα τηλέφωνο...». Είχε ένα δίκιο. Έλεγε, έλεγε, έλεγε, στη σιωπηλή συντρόφισσά του. Ήταν ένας αναξιοποίητος ευφυής. Σιγά το πρωτότυπο. Αλλά τα έλεγε στη γυναίκα του, που δεν είχε αρθρώσει καμιά απαίτηση. Όλα τους τα χρόνια άκουγε τις απέραντες εξυπνάδες του, χωρίς μια φορά να τον διακόψει. Τον βαριόταν και τον θαύμαζε. Με τα χρόνια συνδυάζονται τα συναισθήματα και αλλάζει ο βαθμός αντοχής. Στα έρημα, ξεχασμένα, δυσαρεστημένα ζευγάρια.

Δείτε όλα τα σχόλια