Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Καθολική Εκκλησία και σεξουαλικότητα: Ο Εσταυρωμένος ως το κυρίαρχο μεσαιωνικό φετίχ»

Του Αθανάσιου Πάνου*

Η ανακοίνωση η οποία παρουσιάστηκε στο Συνέδριο, δεν αναφέρεται στις πραγματικές σεξουαλικές εμπειρίες και πρακτικές, όπως αναπτύχθηκαν στη Δύση κατά τους 11ο-13ο αιώνες. Στο επίκεντρο τίθεται η πραγμάτευση της σεξουαλικότητας από τη θεολογία της εποχής και η ένταξή της στις κατακλυσμιαίες αλλαγές τις οποίες δρομολόγησε η Παπική Επανάσταση/Γρηγοριανή Μεταρρύθμιση. Σε αυτή την κατεύθυνση, η μεσαιωνική σεξουαλικότητα εκλαμβάνεται ως ηθικο-αισθητικό παράδειγμα: ως μία οντολογική επικράτεια εντός της οποίας το ανθρώπινο υποκείμενο τέθηκε εκ μέρους της εκκλησιαστικής εξουσίας της εποχής στην βάσανο του ελέγχου με τέτοιο τρόπο, ώστε να εμπεδωθεί μία νέα σχέση τόσο πειθάρχησης όσο και αναγνώρισης μεταξύ της εξουσίας και του πιστού.

Η μεταρρυθμιστική θεολογία είχε ως βάση τη γραμματεία «περί της περιφρονήσεως του κόσμου» η οποία είχε αρχίσει να αναπτύσσεται από τον 4ο αιώνα, μετά την μετατροπή του χριστιανισμού σε κυρίαρχη θρησκεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο πάπας Ιννοκέντιος Γ ́ (1160-1216) προέβη σε μία ολοκληρωμένη από θεολογική άποψη δαιμονοποίηση του σεξ τόσο ως γενετήσιας διαδικασίας -κάτι το οποίο αφορούσε το εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας (εξού και η επιβολή της αγαμίας του κλήρου)-, όσο και ως διαδικασίας αμοιβαίας επικοινωνίας και συναινετικής αμφίπλευρης απόλαυσης -κάτι το οποίο αφορούσε το κοινωνικό σύνολο.

Η ανάδυση της νέας παπικής αντίληψης για το σεξ αναζήτησε, προκειμένου να επιβληθεί, την αισθητικοποίησή της, δηλαδή ένα σύνολο από υλικά ενδιάμεσα, ώστε να γίνεται αισθητηριακά αντιληπτή και αναγνωρίσιμη από τους λαϊκούς χριστιανούς και να λατρεύεται.

Εδώ, ιδιαίτερα χρήσιμη στάθηκε η μεταρρυθμιστική χριστολογία. Ο Ανσέλμος, Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπερι (1033-1109) θεμελίωσε τη χριστολογία σε σωτηριολογικό πλαίσιο. Συνηγόρησε υπέρ της αναγκαιότητας της ενσάρκωσης του Ιησού, αναπτύσσοντας το σχήμα περί «ενός προσώπου» και «πολλαπλών φύσεων». Σ’ αυτή την κατεύθυνση, και όπως έχουν εκθέσει οι Αντόρνο και Χορκχάιμερ, ο Ιησούς απέκτησε στο λαϊκό χριστιανικό φαντασιακό την υπόσταση του μάγου. Αντίστοιχα, η μοναχή Χιλδεγάρδη του Μπίνγκεν (1098-1179) αποτέλεσε μία από τις πρώτες γυναίκες η οποία οραματίστηκε και εξύμνησε αυτή τη διαδικασία. Γι’ αυτό και το έργο της συνιστά το θεμέλιο του μεσαιωνικού χριστιανικού μυστικισμού του οποίου ο βασικός στόχος ήταν η «μυστική ένωση» με τον ενσαρκωθέντα Ιησού.

Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, στο σεξουαλικό επίπεδο αναδύθηκε και κυριάρχησε ένα νέο φετίχ. Η αγαλμάτινη, στους γοτθικούς καθεδρικούς, ή ξύλινη ή ζωγραφισμένη στο χειρόγραφο, απεικόνιση του «Αμνού του Θεού» ως Εσταυρωμένου, συνιστούσε την κυρίαρχη εικόνα προς μαζική λατρεία, την ίδια στιγμή που η θεολογική και απεριόριστα εκλαϊκευμένη έννοια της θυσίας-σωτηρίας φενάκιζε και εφησύχαζε τις μεσαιωνικές ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Ο φετιχισμός του «Εσταυρωμένου» κυριάρχησε στη δυτική Ευρώπη κατά τους αιώνες της εκκλησιαστικής υπεροχής της οποίας το υπόβαθρο ήταν η συμμαχία μεταξύ της παπικής Εκκλησίας και των αστικών ελίτ, κάτι το οποίο σε διανοητικό επίπεδο αντιστοιχήθηκε στο σχολαστικό εναρμονισμό μεταξύ της θεολογίας και του αριστοτελισμού. Ωστόσο, κατά τον 14ο αιώνα, υπό το βάρος των κοινωνικών αντιφάσεων, παρατηρήθηκε ο κλονισμός της δεδομένης εκείνη την εποχή Εκκλησίας και η ανάδυση στα πολλαπλά επίπεδα συγκρότησης της μεσαιωνικής πραγματικότητας νέων υποκειμενικοτήτων, οι οποίες πυροδοτήθηκαν με πολεμικό και εξεγερτικό τρόπο.

* ΕΚΠΑ

Δείτε όλα τα σχόλια