Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η Ελλάδα αποτέλεσε τόπο υποδοχής πληθυσμών πριν το 1989

Λίνα Βεντούρα - Δημήτρης Δημητρόπουλος - Λάμπρος Μπαλτσιώτης (ιστορικοί)

 

Με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο σημαντικών μεταναστευτικών και προσφυγικών μετακινήσεων. Το ελληνικό κράτος και η κοινωνία κλήθηκαν να υποδεχθούν προσωρινά ή μόνιμα και να εντάξουν ομάδες ανθρώπων με ποικίλες εθνικές, εθνοτικές και κοινωνικές προελεύσεις και ετερόκλητα σχέδια ζωής. Όλο αυτό το διάστημα και μέχρι σήμερα, στο δημόσιο λόγο αλλά και στις μελέτες της επιστημονικής κοινότητας, όλοι σχεδόν ομονοούν ότι η Ελλάδα μετατράπηκε από κράτος αποστολής μεταναστών σε χώρα υποδοχής, μετά το 1989. Αυτή η διαδεδομένη παραδοχή, που επαναλαμβάνεται αδιάλειπτα από το 1989, όταν άρχισαν να μαζικοποιούνται και να διαφοροποιούνται οι εισροές μεταναστών και προσφύγων στη χώρα μέχρι και σήμερα, τέθηκε υπό αμφισβήτηση στο συνέδριο Ελλάδα: τόπος υποδοχής πληθυσμών (1830-1989), που οργανώθηκε από το Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου στις 2 και 3 Νοεμβρίου.

Ετερόχθονες που αναζητούν καταφύγιο στις απελευθερωμένες περιοχές, Βαυαροί και Φιλέλληνες δικαστές, Αλβανοί εργάτες στη διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, Μαλτέζοι αχθοφόροι, Βούλγαροι εργάτες γης και υλοτόμοι, Ιταλοί πολιτικοί πρόσφυγες το 1848, Λευκοί Ρώσοι και «ομογενείς» από την ΕΣΣΔ μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, Αρμένιοι και ορθόδοξοι Ρομά πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Κύπριοι μετά την τουρκική εισβολή, Φιλιππινέζες, Πακιστανοί και Αιγύπτιοι τη δεκαετία του 1970. Πρόκειται για μια ενδεικτική παράθεση άγνωστων ή παραγνωρισμένων πληθυσμιακών μετακινήσεων προς το ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του μέχρι το 1990. Ολόκληρες πόλεις του νέου κράτους, όπως η Χαλκίδα και η Λαμία, κατοικήθηκαν από πρόσφυγες και μετανάστες. Άλλες δέχτηκαν πληθυσμούς με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, όπως η Πάτρα, στην οποία εγκαταστάθηκε ιταλική φτωχολογιά. Παρότι οι πολλές και διαφορετικές πληθυσμιακές ομάδες που εισήλθαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα ή προσωρινά στη χώρα, από την ίδρυση του κράτους το 1830 μέχρι το 1989, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική και κοινωνική της οργάνωση, την οικονομία, τον πολιτισμό και την καθημερινή ζωή, οι περισσότερες είτε δεν έχουν μελετηθεί είτε δεν έχουν προσεγγιστεί υπό το πρίσμα της μεταναστευτικής ή/και προσφυγικής ιστορίας τους. Το γεγονός αυτό δεν αποτελεί ελληνική ιδιοτυπία. Αντιθέτως, πολλές ευρωπαϊκές χώρες αρνούνταν έως πρόσφατα να αναγνωρίσουν το μακρύ παρελθόν των μεταναστευτικών και προσφυγικών εισροών στην επικράτειά τους. Ενδεικτικά, οι μετακινήσεις πληθυσμών προς την Ιταλία μέχρι και το 1947 από τη γενέτειρα του Γαριβάλδη, τη Νίκαια, περιοχή που θεωρείτο αλύτρωτο ιταλικό έδαφος μέχρι και το 1943, αποσιωπούνται. Στη Γερμανία, η συζήτηση για την τεράστια εισροή που έλαβε χώρα μεταξύ του 1944 και του 1949, όταν περίπου 12 εκατομμύρια γερμανοί πολίτες και εθνοτικά Γερμανοί μετακινήθηκαν προς τη γερμανική επικράτεια, προχωρά με δειλά βήματα ακόμη και στο ακαδημαϊκό περιβάλλον. Κι αυτό γιατί μπορεί να θεωρηθεί ότι εγείρει ζητήματα συνόρων και μειονοτήτων. Πόσο μάλλον που ορισμένες από τις περιοχές από τις οποίες προέρχονταν οι πρόσφυγες, αυτές που αποσπάστηκαν από τη Γερμανία μετά τον Πόλεμο, παρουσίαζαν τα υψηλότερα ποσοστά υπερψήφισης του ναζιστικού κόμματος το 1933.

Επιπλέον, στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, επειδή η κυρίαρχη χρήση του όρου «μετανάστης» απέκλειε, και εν μέρει εξακολουθεί να αποκλείει, από τον νοητικό ορίζοντα αυτόν που θεωρείται εθνικά ή εθνοτικά όμοιος, δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς οι αργές διαδικασίες ένταξης των κοινωνικά μειονεκτούντων «ομογενών» που εισήλθαν στην επικράτεια. Έτσι, ενώ υπάρχουν μελέτες για τον ευεργετισμό και το συνολικότερο ρόλο των ευκατάστατων νεοαφιχθέντων «ομογενών» στην ελληνική οικονομία, καθώς και για τη σύγκρουση στην Εθνοσυνέλευση του 1843-44 γύρω από τους «ετερόχθονες» και το ζήτημα της ανάληψης δημόσιων αξιωμάτων από τους μορφωμένους εξ αυτών, δεν έχουμε επαρκή στοιχεία για την κοινωνική σύνθεση και την ένταξη στις οικονομικές δομές του «ομογενούς» πληθυσμού που εισήλθε στη χώρα από την ίδρυση του κράτους και καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ούτε για τον ρόλο του στην αστικοποίησή της. Ακόμα λιγότερα γνωρίζουμε για τις σχέσεις με τους ήδη εγκατεστημένους πληθυσμούς των κατά κύριο λόγο ελληνόφωνων ορθόδοξων μεταναστών από την Οθωμανική και τη Ρωσική Αυτοκρατορία ή από τα νεοπαγή εθνικά κράτη των Βαλκανίων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην ελληνική επικράτεια από την ίδρυση του κράτους μέχρι τους Βαλκανικούς Πολέμους, για τις κοινωνικές συγκρούσεις μεταξύ τους, αλλά και για τη σταδιακή διαδικασία λήθης που οδήγησε αυτούς που αρχικά θεωρούνταν «δικοί μας» (αλλά ταυτόχρονα και «ξένοι») να ενταχθούν στην ομάδα των «γηγενών». Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα, όπως και αλλού, οι περισσότερες ομάδες «ομογενών» προσφύγων εξετάστηκαν κυρίως ως θύματα διωγμών των αντιπάλων εθνικισμών, ενώ αγνοήθηκαν εν πολλοίς οι συγκρούσεις που προκάλεσε η άφιξή τους και οι μακροχρόνιες διαδικασίες ένταξής τους. Ελάχιστα γνωρίζουμε, για παράδειγμα, για την τύχη των προσφύγων που κατέφυγαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 στις επαρχίες στις οποίες είχαν επικρατήσει οι εξεγερμένοι, για τις σχέσεις τους με τους ντόπιους μετά την ίδρυση του κράτους, για τις πολιτικές που ανέπτυξε το νεοσύστατο κράτος για την ένταξή τους με την ίδρυση οικισμών, τη διανομή γης κ.λπ.

Μόνο για τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, της πιο μαζικής και της πιο μελετημένης εισροής, υπάρχουν τεκμηριωμένες και διεισδυτικές αναλύσεις των συγκρούσεων με τους ντόπιους και των πολιτικών που υιοθέτησε το ελληνικό κράτος και η Κοινωνία των Εθνών για την ενσωμάτωσή τους. Ωστόσο, η εκτεταμένη βιβλιογραφία για τους πρόσφυγες της μεσοπολεμικής περιόδου δεν έχει συμπεριλάβει ακόμα την ιστορία της εγκατάστασης ορισμένων ομάδων, όπως είναι οι Αρμένιοι, οι Ρομά κ.ά., εξαιτίας της κυρίαρχης μέχρι πρότινος εθνοκεντρικής οπτικής. Λιγοστές και αποσπασματικές είναι οι μελέτες και για τους αλλοεθνείς πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη χώρα σε προγενέστερες ή μεταγενέστερες του 1922 εποχές, όπως είναι, για παράδειγμα, όσοι διέφευγαν από άλλες ευρωπαϊκές χώρες μετά την κατάπνιξη των επαναστατικών κινημάτων του 19ου αιώνα, οι λευκοί Ρώσοι ή εκείνοι που έφτασαν μεταπολεμικά από κράτη στα οποία επικρατούσαν κομμουνιστικά καθεστώτα και, αργότερα, από το Ανατολικό μπλοκ. Αλλά άγνωστη εν πολλοίς παραμένει ακόμα και η πορεία ένταξης τόσο των προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα μετά τις μεταπολεμικές κρίσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις όσο και των Κυπρίων μετά την τουρκική εισβολή του 1974.

Από την άλλη, δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής έρευνας ούτε η στελέχωση της δημόσιας διοίκησης, του στρατού, επιχειρήσεων, επιστημονικών και καλλιτεχνικών φορέων, χάρη σε μετακινήσεις ατόμων από τη Βαυαρία στην αρχή της οθωνικής περιόδου και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες μεταγενέστερα, ούτε και η εισροή ειδικευμένων και ανειδίκευτων εργατών που εργάστηκαν στα δημόσια έργα, στα ορυχεία, στον πρωτογενή τομέα και αλλού κατά τον 19ο αιώνα. Ομοίως και για τον ρόλο των αλλοδαπών στη διοίκηση, στο στρατό και στην οικονομία της Ελλάδας του μεσοπολέμου. Δεν έχει προσεγγιστεί υπό το πρίσμα της εισροής εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα η εργασία αμερικανών ή δυτικοευρωπαίων συμβούλων και στρατιωτικών, στελεχών επιχειρήσεων ή του προσωπικού ευρωπαϊκών και διεθνών οργανισμών κατά τη μεταπολεμική εποχή.

Η πληρέστερη γνώση για τις ποικίλες πληθυσμιακές μετακινήσεις και τις μεταβολές που επέφεραν, ανάλογα με το χρόνο άφιξης των νεοεισερχόμενων ομάδων, τον τόπο εγκατάστασης, το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά τους, τη διάρθρωση των τοπικών κοινωνιών στις οποίες διέμειναν, τις αιτίες της μετακίνησής τους, αποτελεί λοιπόν ζητούμενο για την ιστορική έρευνα. Ποιες ήταν οι κρατικές και τοπικές πολιτικές, ποιες ομάδες νεήλυδων θεωρούνταν επιθυμητές και ποιες ανεπιθύμητες; Ποιες ομάδες αποκτούσαν ιθαγένεια, μετά από πόσο χρόνο διαμονής στη χώρα και κάτω από ποιες προϋποθέσεις; Πώς ιεραρχήθηκαν οι νεοεισερχόμενοι και οι ήδη εγκατεστημένοι βάσει της κοινωνικής, εθνοτικής ή θρησκευτικής τους ένταξης, ποιες ήταν οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, αλλά και οι στρατηγικές που ανέπτυξαν οι επήλυδες; Πώς συγκροτήθηκε το δίπολο «γηγενείς»/«ξένοι», αλλά και οι διαχωρισμοί και οι αντιπαραθέσεις εντός των πληθυσμιακών συνόλων που προσδιορίζονταν με αυτόν τον τρόπο; Πώς έγιναν «γηγενείς» ορισμένες ομάδες «ξένων»; Σε ποιες περιπτώσεις η διαφοροποίηση και ο αποκλεισμός διατηρήθηκαν μακροπρόθεσμα και για ποιους λόγους;

Η αναγνώριση του ιστορικού βάθους της εισροής και εγκατάστασης πληθυσμών στην Ελλάδα και η διερεύνηση στη μακρά διάρκεια των σχέσεων νεοεισερχομένων και ήδη εγκατεστημένων, πιστεύουμε ότι μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση των πολιτικά και κοινωνικά απολύτως επίκαιρων και καίριων ζητημάτων που συνδέονται με τις σημερινές μετακινήσεις.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Δύο διαφορετικοί δρόμοι, δύο διαφορετικά σχέδια

Ο προϋπολογισμός που αναμενόταν να ψηφιστεί χθες το βράδυ από τη Βουλή είναι ο πρώτος μετά από οκτώ χρόνια που δεν περιλαμβάνει νέους φόρους. Αντίθετα, περιλαμβάνει μειώσεις φόρων, καθώς τα επιπλέον...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο