Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δύο αντιτιθέμενες αντιλήψεις περί Έθνους

Του Κώστα Σταμάτη - Με αφορμή το ονοματολογικό πρόβλημα της FYROM, εδώ και είκοσι οκτώ χρόνια, έχουν διασταυρώσει τα ξίφη τους δύο αντιπαρατιθέμενες εκδοχές για το νόημα του έθνους. Καθεμία από αυτές...

Του Κώστα Σταμάτη*

Με αφορμή το ονοματολογικό πρόβλημα της FYROM, εδώ και είκοσι οκτώ χρόνια, έχουν διασταυρώσει τα ξίφη τους δύο αντιπαρατιθέμενες εκδοχές για το νόημα του έθνους. Καθεμία από αυτές αποδίδει διακριτό νόημα στην έννοια αυτή. Τόσο στην Ελλάδα όσο και στη γειτονική χώρα. Αντλεί δε πολύ αποκλίνουσες συνεπαγωγές περί του πρακτέου, σχετικά με τη φιλειρηνική συνύπαρξη των λαών και τον προσήκοντα σεβασμό στη διεθνή νομιμότητα, υπό την αιγίδα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών και των καταστατικών αρχών του τελευταίου.

Πολύ σχηματικά, ας αποκαλέσουμε την πρώτη «συντηρητική έως και εθνικιστική», ενώ τη δεύτερη «αντίληψη δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού».

Η συντηρητική έως και εθνικιστική θεώρηση του Έθνους

Α. Η αντίληψη αυτή στη χώρα μας είναι ελληνοκεντρική. Ομιλεί προνομιακά για το ελληνικό Έθνος. Χωρίς να αναστοχάζεται πάνω στους κοινωνικο-ιστορικούς όρους σχηματισμού εθνών στην αστική κοινωνία, μόλις από τον 18ο αιώνα και δώθε.

Οι ρίζες της ανατρέχουν σε μία αξιωματική θέση, που έχει εμφανιστεί στην ελληνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Πρόκειται για τη θέση ότι η ιστορία ειδικά του ελληνικού έθνους είναι υπερτρισχιλιετής και μάλιστα χρονικά και τοπικά αδιάσπαστη μέχρι τις μέρες μας. Έκτοτε αυτή η δέσμη ιδεών καλλιεργείται συστηματικά με όρους εθνικής ιδεολογίας, με ευθύνη του ελληνικού Κράτους, παράγοντας συνάμα μια αυθόρμητη ιδεολογία στο ευρύ κοινό.

Στη δική της οπτική γωνία το νόημα του έθνους είναι εθνοφυλετικό. Αφήγημά της είναι η διαδρομή της «ενιαίας και ανάδελφης ελληνικής φυλής» ανά τους αιώνας. Ως αναγκαία στοιχεία εθνικής συλλογικής ταυτότητας θεωρεί το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομότροπον, το ομόθρησκον. Ο λόγος λοιπόν για μια κοινότητα μελών, που συνδέονται με δεσμούς κοινού αίματος, ίδιας γλώσσας και θρησκείας, καθώς και ίδιας γενικής αντίληψης για τα πράγματα της ζωής και το τι θεωρείται εθνικά ως αγαθό.

Η αντίληψη αυτή κατά κανόνα δεν είναι ούτε φιλελεύθερη ούτε δημοκρατική, αλλά συντηρητικά κοινοτιστική (communitarian). Γι’ αυτό και δεν θέτει καν το άβολο γι’ αυτήν πολιτικό ερώτημα: σε τι είδους Πολιτεία, τέλος πάντων, αξίζει να αναπτύσσεται το έθνος;

Β. Ενώ η θεώρηση αυτή γεννήθηκε στον 19ο αιώνα, παρουσιάζει εμφανώς γνωρίσματα προνεωτερικά. Με εντελώς εξιδανικευτικό πρόσημο, δίνει έμφαση σε στοιχεία προ-πολιτικά. Δεν πρόκειται απλώς για εθνικό ρομαντισμό, όπως π.χ. ο ιστορισμός του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Πρόκειται για συμπαγές συντηρητικό ιδεολόγημα, που πριμοδοτεί ένα εξωραϊσμένο παρελθόν για συγκεκριμένο συλλογικό υποκείμενο. Με περίσσεια μεταφυσικής οντολογίας και συγχρόνως με βαρύ έλλειμμα επιστημοσύνης.

Ωστόσο, παρά τη δεδηλωμένη πίστη στην επινοούμενη αδιατάρακτη ενότητα του ελληνικού έθνους, η αντίληψη αυτή αποδεικνύεται εξαιρετικά χωριστική και διχαστική. Τόσο στο επίπεδο της διεθνούς κοινότητας όσο και στο ημεδαπό, ενδοεθνικό επίπεδο. Γιατί άραγε;

α) Κατ’ αρχάς διαχωρίζει ένα φαντασιακά συνειλημμένο, εθνικό «εμείς» από τους «άλλους» λαούς. Συνήθως μάλιστα με μια προαντίληψη ότι οι άλλοι λαοί τρέφουν ζηλοφθονία για το ένδοξο παρελθόν «μας» και γι’ αυτό συχνά «μας» επιβουλεύονται ή αδικούν.

Η πεποίθηση αυτή εκτρέφει καχυποψία ιδίως απέναντι σε γειτονικούς λαούς και εμφυσά ένα διάχυτο φοβικό σύνδρομο για τον κόσμο. Η κόλαση είναι οι «άλλοι». Τούτο εκδηλώνεται και στη βίαιη, ξενόφοβη καταφορά συμπολιτών μας απέναντι σε δυστυχούντες πολιτικούς πρόσφυγες και σε μεταναστευτικές ροές ανθρώπων, οι ζωές των οποίων έχουν καταστραφεί από τα δεινά του πολέμου.

Σε επίπεδο διεθνών σχέσεων η συντηρητική έως και εθνικιστική εκδοχή για το έθνος δυσκολεύεται να δεχθεί ότι οι «άλλοι» λαοί αποτελούν κρατικές οντότητες, που διεκδικούν -στον ίδιο βαθμό με τον ελληνικό λαό- να αυτοκαθορίζονται. Να έχουν κι εκείνοι τη δική τους, διακριτή συλλογική ταυτότητα.

Η στάση αυτή προδίδει φρόνημα συλλογικού (εθνικού) εγωισμού. Σε δεδομένη περίσταση μπορεί να αποβεί μεγαλοϊδεατική μέχρι παραλογισμού και άκρως εριστική ως προς διεθνείς σχέσεις της χώρας.

Μπορεί να εκτραχυνθεί ακόμη και σε μια κρίση εθνικής αυταρέσκειας απέναντι σε γειτονικό λαό, όπως η ακόλουθη. «Σας απαγορεύουμε να χρησιμοποιείτε όνομα για τη χώρα σας, με το οποίο σας αποκαλεί μεν ολόκληρη η υπόλοιπη υφήλιος, όχι όμως και εμείς»! Δεν είναι τυχαίο ότι από το 1991 έως σήμερα οι ασπαζόμενοι στην Ελλάδα την αδιάλλακτη στάση περί το γεωγραφικό όνομα Μακεδονία ούτε μία σοβαρή αντιπρόταση δεν νοιάστηκαν να προτείνουν, η οποία θα μπορούσε εύλογα να γίνει κοινά αποδεκτή.

β) Ακόμη πιο φατριαστική φανερώνεται η εν λόγω αντίληψη στο εσωτερικό της χώρας. Η συντηρητική εθνική αυτοκατανόηση διαπερνά ευρέως την εκπαίδευση, την κατεστημένη ιστοριογραφία και την αντίστοιχη πλευρά στον εγχώριο δημόσιο διάλογο. Μπορεί να οδηγεί πρόσωπα, κόμματα και συλλογικότητες να αντιταχθούν σφοδρά σε οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση για το εθνικό συμφέρον, για τα έθνη, αλλά και για την ίδια τη φύση των ανθρώπων τελικά.

Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, η ευκολία με την οποία η «εθνικόφρων» μερίδα της κοινωνίας και του πολιτικού κόσμου στιγματίζει μισαλλόδοξα μια άλλη κοινωνική και πολιτική μερίδα ως «εθνομηδενιστές ή εθνοπροδότες». Ή ενστερνίζεται εθνικιστικά μοτίβα, όπως η «εθνική ιδιοσυστασία» του λαού, η «εθνική προτεραιότητα» έναντι των μεταναστών και πολιτικών προσφύγων ή το απουκρουστικό (στα υπονοούμενά του) αίτημα για διατήρηση της «καθαρότητας της φυλής».

Η αντίληψη δημοκρατικού ρεπουμπλικανισμού

Α. Τελείως άλλη είναι η αντίληψη περί Έθνους, η οποία έχει σφυρηλατηθεί κατά τη Γαλλική Επανάσταση και ύστερα από αυτήν, στην ώριμη πλέον νεωτερικότητα. Εδώ η έννοια του έθνους αποκτά πια νόημα βαθύτατα πολιτικό και όχι εθνοφυλετικό.

Το έθνος νοείται ως συλλογική ταυτότητα ανθρώπων που αξιώνουν όχι να συντηρηθεί, αλλά να ανατραπεί μια δυναστευτική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Από υπήκοοι απόλυτου μονάρχη αριστοκρατικής φεουδαρχίας αποβλέπουν να καταστούν πολίτες μιας ριζικά νέας Πολιτείας. Με έννομη τάξη ελευθερίας ισότιμης για όλους, δίχως προνόμια κανενός. Ανάλογο όραμα αποπνέουν άλλωστε και τα τρία συνταγματικά κείμενα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, όπως επίσης γραπτά του Ρήγα Φεραίου, αλλά και του Αδαμάντιου Κοραή.

Από θέσεως αρχών, η νέα Πολιτεία (République), κατακτημένη με αίμα και επαναστατικώ δικαίω, καλείται εφεξής να οργανώνεται με βάση το εξόχως πολιτικό τρίπτυχο «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη». Στους κόλπους της πέπρωται να περάσουν σε δεύτερη μοίρα τα παραδοσιακά, προ-νεωτερικά και προ-πολιτικά εθνωτικά στοιχεία. Ή και αποδομούνται εν μέρει, όπως ιδίως το «ομότροπον» και το «ομόθρησκον» του πληθυσμού.

Πράγματι, αυτό που εφεξής προέχει πάνω απ’ όλα είναι η αυτονομία των προσώπων να διαμορφώνουν απρόσκοπτα και αξιοπρεπώς τον βίο τους, ατομικά και συλλογικά, κάτω από νόμους ελευθερίας, με ισχύ καθολική για όλους. Διεκδικούν να σκέπτονται και να πράττουν ανεξάρτητα από τη θέληση των άλλων συμπατριωτών τους, αλλά και από τις ιδεολογικές προτιμήσεις των κρατούντων. Με ελευθερία να επιλέγει ο καθένας προσωπικά ό,τι ο ίδιος προκρίνει ως άξιο αγαθό και τρόπο ζωής του/της, με πλήρη ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης και τα λοιπά.

Οι παραπάνω συγκροτητικές αρχές αποκρυσταλλώνονται βεβαίως και σε εθνικά Συντάγματα. Πλην όμως το βεληνεκές τους κατ’ ουσίαν είναι πια οικουμενικό και πανανθρώπινο. Σε πρώτο πλάνο έρχεται κάτι που αποσυνθέτει εις βάθος τις παραδοσιακές προνεωτερικές κοινότητες, με τις ιεραρχικές διαρθρώσεις και τα άκαμπτα κοινωνικά ήθη τους, όπως επί τουρκοκρατίας.

Αυτό το κρίσιμο κάτι είναι τα δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, καθώς και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Υπερέχον συνδετικό νήμα ανάμεσα στα μέλη μιας ανοιχτής και πολυφωνικής κοινωνίας γίνεται πλέον η δικαιοπολιτική δέσμευσή τους πριν απ’ όλα να συνυπάρξουν ως πολίτες ελεύθεροι, ίσοι και αλληλέγγυοι για το κοινό καλό.

Β. Ο δημοκρατικός ρεπουμπλικανισμός κανένα ανθρώπινο πρόσωπο, κανέναν λαό δεν εξαιρεί από τις παραπάνω αρχές. Κανέναν διαχωρισμό δεν δέχεται εκ προοιμίου ανάμεσα σε «φίλους» και «εχθρούς». Σε κανέναν λαό δεν απαρνείται το δικαίωμα να αυτοκαθορίζεται στη συλλογική του ταυτότητα.

Σε περίπτωση όμως που η αυτοκατανόηση ενός λαού εμπλέκεται για λόγους ιστορικής τάξεως με εκείνη γειτονικού του λαού, τότε η μόνη ειρηνική διέξοδος είναι αυτή της καλόπιστης συνεννόησης και της πολιτισμένης καταλλαγής ανάμεσά τους. Όποτε ανακύψει σύνθετο πρόβλημα διμερών σχέσεων μεταξύ τους, τότε η λύση του θα χρειαστεί αναπόφευκτα σύνθετη αντιμετώπιση και από τις δύο ενεχόμενες πλευρές.

Αυτό το γενικό πνεύμα απηχεί εξ άλλου και το άρθρο 2 παρ. 2 του ελληνικού συντάγματος. «Η Ελλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της Δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών». Κάτι τέτοιο επιζήτησε και κατ’ αντικειμενική κρίση πέτυχε, επιτέλους, η θαρραλέα και ειλικρινής συνθήκη των Πρεσπών.

 

* Ο Κώστας Σταμάτης είναι καθηγητής φιλοσοφίας του δικαίου στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ντρέπεσαι να τον βλέπεις

Η χθεσινή ομιλία του Κ. Μητσοτάκη στη Βουλή ήταν ένα ντελίριο ύβρεων, εμπάθειας και θράσους. Δεν επιδέχεται πολιτικής ανάλυσης σε κανένα επίπεδο. Μόνο τα νεύρα, για το γεγονός ότι εδώ και τέσσερα...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο