Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η βουλγαροσερβική γλώσσα ή πως να κρύψετε τον ελέφαντα στο δωμάτιο σας

Ένας τρόπος για να νομιμοποιήσει κανείς έναντι της αλήθειας τα επιχειρήματα του είναι η επίκληση στην αυθεντία. Μία από τις πιο συχνά επικαλούμενες αυθεντίες στον δημόσιο λόγο είναι ο καθηγητής γλωσσολογίας κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος φαίνεται να έχει υποτάξει την επιστημονική του ιδιότητα στην εθνικιστική ατζέντα της Νέας Δημοκρατίας ενάντια στην συμφωνία των Πρεσπών.

Χάριν συντομίας του σημειώματος θα εστιάσω στον βασικό του «επιστημονικό» ισχυρισμό περί βουλγαροσερβικής (και όχι μακεδονικής) γλώσσας. Όπως είναι γνωστό, οι περισσότερες γλώσσες της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, που σήμερα είναι εθνικές γλώσσες, έρχονται με τις συγγένειες τους. Η πορτογαλική είναι η επίσημη και εθνική γλώσσα της Πορτογαλίας χωρίς αυτό να αμφισβητείται εξαιτίας του γεγονότος ότι γλωσσικά συγγενεύει με τις άλλες γλώσσες της ρομανικής υπο-οικογένειας. Το ίδιο είναι αποδεκτό και σε ότι αφορά την σλαβική υπο-οικογένεια. 

Ένα ευρύ φάσμα σλαβικών γλωσσών, από τη Ρωσία ως τα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, συνιστά ένα γλωσσικό φάσμα που διαγράφει διαφόρων ειδών γλωσσικές ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στα σημεία του. Ωστόσο, αυτό δεν λειτουργεί ως διάψευση του γεγονότος ότι κάθε μια απ’ αυτές τις γλώσσες συνιστά την εθνική γλώσσα του έθνους-κράτους που συγκροτεί η εκάστοτε γλωσσική κοινότητα που τις ομιλεί, κι επομένως ότι το όνομα αυτής της γλώσσας θα προκύπτει από το όνομα του αντίστοιχου έθνους-κράτους. Όλες αυτές οι γλώσσες συνιστούν ισότιμα «αδέρφια», για να επεκτείνω την μεταφορά της γλωσσικής οικογένειας, και κανένα απ’ αυτά δεν υποστασιοποιείται ως συνδυασμός των «αδερφών» του, όπως η μακεδονική από τον κ. Μπαμπινιώτη.

 Όλα αυτά συμβαίνουν, πολύ απλά, γιατί από καθαρά γλωσσ(ολογ)ική άποψη, μια γλώσσα δεν είναι τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την ποικιλία που ομιλεί η κοινότητα των ομιλητών της. Τα υπόλοιπα αφορούν στην θέση που η εκάστοτε γλώσσα κατέχει στο φαντασιακό και πολιτικό, με άλλα λόγια, στην διαδικασία οικοδόμησης εθνικής ταυτότητας. Η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας δεν προκάλεσε κάποιου είδους ωστικό κύμα γλωσσικών μεταβολών. Ο λόγος που αναγνωρίζουμε σερβική, κροατική, βοσνιακή και μαυροβουνιακή ως διαφορετικές γλώσσες είναι επειδή αναγνωρίζουμε στα ανεξάρτητα πλέον κράτη το δικαίωμα να οικοδομήσουν εθνική ταυτότητα γύρω από μια γλώσσα που να αποκαλούν «δική τους».

Και αντίστροφα, η σερβοκροατική γλώσσα δεν συνιστούσε περιγραφή μιας πραγματικότητας όπου οι δυο γλώσσες δεν είχαν καμιά διαφορά αλλά την προσπάθεια της Γιουγκοσλαβίας ως οργανωμένου κράτους να προωθήσει μια ενιαία εθνική ταυτότητα. Τα επισημαίνω όλα αυτά για να ισχυριστώ ότι τα περί βουλγαροσερβικής ή σερβοβουλγαρικής γλώσσας δεν συνιστούν κάποιου είδους γλωσσολογικό πόρισμα. Η θέση της μακεδονικής εντός του σλαβικού γλωσσικού φάσματος είναι ούτως ή άλλως ήδη δεδομένη. Αντίθετα, συνιστούν μια πολιτική θέση που αρνείται στην Βόρεια Μακεδονία το δικαίωμα σε εθνική γλώσσα και εθνική ταυτότητα. Γι αυτό αναφέρομαι σε «επιστημονικό» (σε εισαγωγικά) ισχυρισμό του κ. Μπαμπινιώτη. Όχι επειδή δεν είναι καλός επιστήμονας αλλά πολύ απλά επειδή επί της ουσίας μιλάει πολιτικά και όχι επιστημονικά.

Είναι μάλιστα αποκαλυπτικό το γεγονός ότι προκειμένου να αρνηθεί την εγκυρότητα ενός εθνωνυμίου (μακεδονική) και «μιλώντας γλωσσολογικά» (κατά δήλωση του, βλ. Ακραία φαινόμενα, 16/3/2019, ΣΚΑΪ) χρησιμοποιεί όχι γλωσσολογικούς αλλά επίσης εθνωνυμικούς όρους (βουλγαρο-σερβική). Με άλλα λόγια, αναγνωρίζει στους Σέρβους και τους Βούλγαρους την οργανική και ταυτοτική σχέση τους με την γλώσσα που μιλούν, αφού ανάγει τα εθνωνύμια τους σε όρους αντικειμενικής περιγραφής της πραγματικότητας, αλλά φευ, οι πολίτες της Βόρειας Μακεδονίας είναι προφανώς παιδιά ενός κατώτερου θεού και το δικό τους εθνωνύμιο είναι αυθαίρετο και πλαστό και η γλώσσα τους κακέκτυπος συνδυασμός των αυθεντικών γλωσσών, της σερβικής και της βουλγαρικής.

Το χειρότερο δε είναι, ότι στην ίδια συνέντευξη (ό.π.), λίγο παρακάτω, ο ίδιος ο κ. Μπαμπινιώτης αναγνωρίζει ότι το «όνομα είναι ταυτότητα» και ότι σκοπίμως οι «Σκοπιανοί» (sic) υιοθετούν το συγκεκριμένο όνομα για να παραπέμπουν στην Αρχαία Ελληνική Μακεδονία. Επομένως, είναι ασφαλές να συμπεράνουμε, ότι, σύμφωνα με αυτές τις απόψεις, οι βορειομακεδόνες όχι μόνο δεν έχουν ταυτότητα, όχι μόνο δεν δικαιούνται να έχουν αλλά και η ίδια η προσπάθεια τους να την οικοδομήσουν συνιστά σκόπιμη απειλητική κίνηση εναντίον του ελληνικού πολιτισμού.

Συμπερασματικά, η προσπάθεια που γίνεται από δημοσιογράφους, πολιτικούς και διάφορους ακαδημαϊκούς υπό το φωτοστέφανο της αυθεντίας, είναι να παρουσιάσουν την γειτονική χώρα ως ψευδοχώρα, ως ένα μη-έθνος που ομιλεί μια μη-γλώσσα. Η επιστημονική αναγνώριση ότι τα «ονόματα είναι ταυτότητες» δεν συμβαδίζει με την βαθιά πολιτική κρυφή προκείμενη πως κάποια ονόματα (κι άρα ταυτότητες) είναι αυθεντικά και κάποια άλλα (και οι αντίστοιχες ταυτότητες τους) πλαστά και ψευδώνυμα. Η επιλεκτική ασυνέχεια αυτής της άποψης συνιστά μια αυθεντική έκφραση εθνικισμού, πολλώ δε μάλλον όταν η ταυτότητα των άλλων παρουσιάζεται να μην χωρά στον ίδιο κόσμο με την δική μας.

Δ.Β.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Έχει δίκιο η Ν.Δ.

Ναι, φυσικά. Έχει δίκιο η Ν.Δ. Ο Τσίπρας φταίει που ακυρώθηκε το ντιμπέιτ. Βρήκε μια αστεία δικαιολογία, τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., η οποία θα αποφασίσει για τα πρόσωπα που θα ηγηθούν των ευρωπαϊκών μηχανισμών.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο