Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Άνδρες γαρ πόλις...

Τώρα ξέρεις τι θα γράψεις. Ξεκινάς. Τόσα χρόνια πέρασαν κι ακόμα γράφεις. Γιατί αυτή η έκθεση δεν τελειώνει ποτέ

Του Κώστα Καναβούρη

 

«Άνδρες γαρ πόλις, και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί». Ακόμη θυμάμαι το πόσο με είχε εντυπωσιάσει η φράση αυτή του Αθηναίου στρατηγού Νικία κατά τη σικελική εκστρατεία (Θουκυδίδης Η - 77).

Μας την είχαν βάλει ως θέμα έκθεσης στο φροντιστήριο για τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο. Μαύρη χούντα, το σπίτι σφιγμένο από τη διαρκή απειλή, ψίθυροι και μουρμουρητά, φίλοι οικογενειακοί στην εξορία, απουσία μιας έστω ανάσας, ειδήσεις που έρχονταν σκόρπιες, ασύνδετες, μπερδεμένες στο μυαλό ενός εφήβου... όλα μαζί ένα πελώριο μπερδεμένο κουβάρι. Κι εσύ να προσπαθείς απελπισμένα να το ξεμπερδέψεις. Δημοτική βιβλιοθήκη Καβάλας, ο ευλογημένος φιλόλογος της Ε΄ (σημερινής 2ας Λυκείου) Γυμνασίου Κωνσταντίνος Προκόβας, Ραπιντρανάθ Ταγκόρ ξαφνικά σαν πυροβολισμός, μια ανθολογία ποίησης από τις εκδόσεις «Βίπερ», σκοτοδίνη και παραζάλη. Από πού να πιαστείς; Χούντα και επαρχία.

Γενέθλια Καβάλα και καταχνιά. Σκόρπιοι «πυροβολισμοί» από το πουθενά: Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, και τα δανεισμένα βιβλία από κείνη τη Δημοτική Βιβλιοθήκη: Τερζάκης, Καραγάτσης, Μυριβήλης και «Ζωή εν τάφω», Βενέζης, Τολστόι, Καζαντζάκης απελπισμένα, τι λέει εδώ; Ποιος είναι ο Χριστός που ξανασταυρώνεται; Ψάχνεις για ταυτίσεις... τίποτα δεν σε βοηθά. «Άνδρες γαρ πόλις»... πού είναι οι άνδρες, πού είναι δηλαδή οι άνθρωποι; Οι άνθρωποι λείπουν στην εξορία. Και αυτοί που είναι εδώ δεν μιλούν ή λένε λίγα κι εκείνα σαν συνθήματα. Πιο πολύ για να συνεννοούνται μεταξύ τους πάρα για να σε βοηθήσουν. «Και μόνο τον μύθο να καταλάβει» λέει ο θείος Παύλος στον πατέρα, «κάτι είναι». Για τον «Αλέξη Ζορμπά» το λέει κι εσύ θες να φωνάξεις πως δεν είναι μονάχα ο μύθος που καταλαβαίνεις. Δεν σ’ ακούνε, έχουν τα δικά τους, ακούνε περίεργες ειδήσεις από περίεργα ραδιόφωνα, περίεργων πόλεων. «Άνδρες γαρ πόλις...», ο καθηγητής στο φροντιστήριο Νίκος Καραπιπερίδης, αγαπημένος φίλος πια εδώ και δεκαετίες, νεαρός τότε, άψογος με το ριγέ κοστούμι του, γράφει στον πίνακα (και λίγη σκόνη κιμωλίας του λερώνει τον ώμο) το θέμα της έκθεσης: «Άνδρες γαρ πόλις, και ου τείχη ουδέ νήες ανδρών κεναί».

Ναι, η πόλις είναι κενή. Και σκοτεινή. Σε ποιον να το πεις; Βαδίζεις με το κλεφτοφάναρο, σκοντάφτεις, πού και πού τρως τα μούτρα σ’ έναν τοίχο: προπαγάνδα. Ένας καθηγητής στο γυμνάσιο είναι πράκτορας σπουδαγμένος. Άλλα ακούς στο σπίτι, άλλα λέει εκείνος και τα λέει γοητευτικά και πειστικά. Παραπατάς. Πού είναι η πόλις; Κι αυτή η απέραντη μοναξιά της εφηβείας που δεν έχεις πού να την απιθώσεις. Αυτό το μέγα βάρος των πελώριων ημερών. Μαλώνεις με τον θεολόγο και αντί για απαντήσεις σε πετάει κλοτσηδόν από την αίθουσα. Μόνος με το αναπάντητο. Η πόλις κατρακυλάει προς τη θάλασσα.

Άνδρες γαρ πόλις... Κατηφορίζεις προς την αγορά, στρίβεις στο δρομάκι που βρίσκεται το καταφύγιό σου: Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας. Έχει και κάτι ακατανόητους δίσκους κλασικής μουσικής. Πικάπ δεν υπάρχει. «Και πού μπορώ να τους ακούσω;» «Έχει ένα παλιό στην αποθήκη» λέει η κοπέλα, που είναι μάλλον φύλακας, παρά βιβλιοθηκάριος. Σε συμπαθεί, σ’ αφήνει να αλωνίζεις και να δανείζεσαι όσα βιβλία θες. Μπαίνεις στην αποθήκη, γεμάτη μέχρι το ταβάνι με άχρηστα πράγματα. Καταδύεσαι στον σωρό, βρίσκεις ένα ρημαγμένο πικάπ από κείνα που το σκέπασμα είναι ηχείο. Βάζεις τον δίσκο... και ο κόσμος δεν είναι πια ο ίδιος. Ποτέ δεν θα είναι ο ίδιος. Άλλοι άνθρωποι τον κατοικούν, άλλες πόλεις υπάρχουν. Το ξέρεις πως άλλες πόλεις υπάρχουν, καθώς σε καθηλώνουν οι πρώτες νότες από τη «Μικρή νυχτερινή μουσική» του Μότσαρτ. Δεύτερος δίσκος: ένα από τα Βραδεμβουργιανά κονσέρτα του Μπαχ.

Μα, ναι. Άνδρες γαρ πόλις... Ο καθηγητής γυρνάει προς την τάξη. Ζητάει να εξηγήσουμε τη φράση και να γράψουμε προσεκτικά. Σου φαίνεται πως εσένα κοιτάει. Αλλά τώρα ξέρεις τι θα γράψεις, ξέρεις πως αργότερα, πολύ αργότερα, θα διαβάσεις εκείνο τον στίχο του Ρίτσου που λέει «πιότερα ο Θουκυδίδης ο στεγνός θα σας πει απ’ τον περίτεχνο Ξενοφώντα». Ξέρεις πως πολύ αργότερα θα διαβάσεις τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» εκεί που λέει για την «πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της, / την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου, την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της/ την πολιτεία που μας αντέχει με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας/ με τις φιλοδοξίες, την άγνοια μας και τα γερατειά μας (...)».

Α, ναι. Τώρα ξέρεις τι θα γράψεις. Ξεκινάς. Τόσα χρόνια πέρασαν κι ακόμα γράφεις. Γιατί αυτή η έκθεση δεν τελειώνει ποτέ.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια