Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Έλα, βάλε μου μια πέρδικα»

Η Ντίνα Γιαννικοπούλου, ιδιοκτήτρια του ιστορικού "Καφεθέατρο" στην Κυψέλη, όπου απογειώθηκε η συνεργασία των Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και Διονύση Τσακνή, μας μιλά για τους δύο καλλιτέχνες που έγραψαν ιστορία σε "υπόγεια φωτεινά"

Η ώρα είναι μία και μισή το μεσημέρι. Η μαύρη πόρτα στο "Καφεθέατρο" είναι ανοιχτή. Ασυνήθιστη εικόνα για το μαγαζί, ακόμη και τις ημέρες που ήταν ανοιχτό. Στην είσοδο πριν την εμβληματική σκάλα που οδηγεί στη σκηνή-υπόγειο έχει σακιά οικοδομής. Πόσοι και πόσοι θα δυσκολεύτηκαν να την ανέβουν ξημερώματα, έχοντας πιει το κατιτίς τους παραπάνω.

Όσο κατεβαίνω ο ήχος γίνεται όλο και πιο διαπεραστικός από τα τρυπάνια. Ο ένας εργάτης βρίσκεται πάνω στη σιδερένια σκάλα κι ο άλλος τον βαστάει. Η ιστορική μουσική σκηνή, με ρίζες που απλώνονται ώς τη δεκαετία του '60, ανακαινίζεται. Επιτέλους! Ίσως να γνωρίσει πάλι σπουδαίες ημέρες, όπως τότε που ξεπεταγόταν από τα σπλάχνα της ο ένας μεγάλος καλλιτέχνης μετά τον άλλον.

Το "Καφεθέατρο" αποτελούσε με αξιοζήλευτη συνέπεια καλλιτεχνικό φυτώριο τη δεκαετία του '90. Όσα σχήματα κατέβηκαν τη σκάλα του κι ανέβηκαν στη σκηνή του, απογειώθηκαν στη συνέχεια διαγράφοντας ιστορική πορεία. Οι Ορφέας Περίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Νίκος Πορτοκάλογλου μαζί με τους Μπλε, τα Υπόγεια Ρεύματα, τους Λαθρεπιβάτες (Θαλασσινός και Νικολάου) και τους Ποδηλάτες (Φάμελλος) αποτελούν ένα κομμάτι μόνο της μεγάλης λίστας καλλιτεχνών που είχαν καταφέρει να γεμίζουν πρώτα το "Kαφεθέατρο" και στη συνέχεια κανονικά θέατρα ολόκληρα. Ακόμη κι οι Πυξ Λαξ -με παρέμβαση Μαχαιρίτσα- είχαν περάσει από εκεί, πριν εκτοξευτούν παίζοντας με τον Γιώργο Νταλάρα στην Ιερά Οδό.

Το σχήμα που άφησε πιο έντονα το αποτύπωμά του στο "Καφεθέατρο" κατά τη σύγχρονη εποχή του με ιδιοκτήτρια την Ντίνα Γιαννακοπούλου, η οποία διήρκεσε μέχρι το 2013, ήταν αναμφίβολα εκείνο των Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και Διονύση Τσακνή. Ήταν το δεύτερο σχήμα που έπαιζε, μετά από εκείνο της Αλίκης Καγιαλόγλου. "Ο κόσμος ερχόταν ακόμη και στις πρόβες", μου λέει η Ντίνα.

"Θέλω να κάνω ένα αφιέρωμα για τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα". Στο άκουσμα του αιτήματος, η γυναίκα με τα κοντά της μαύρα μαλλιά και ρούχα, βουρκώνει. "Για μένα κλείνει ένας κύκλος πολύ δικός μου", λέει. Άνθρωποι που τότε ξεκινούσαν, που εμφανίζονται νέοι στις ιστορικές πια αφίσες των live στο μαγαζί της, σβήνουν ο ένας μετά τον άλλον. Στην αφίσα των πρώτων τους live το 1991, ο Λαυρέντης εμφανίζεται μάλιστα χωρίς τα γυαλιά του, τα οποία θα γίνονταν ύστερα το προσωπικό του σήμα κατατεθέν.

"Όταν πήρα εγώ στο 'Καφεθέατρο' ήμασταν ήδη μια παρέα. Μαθήτρια πήγαινα και άκουγα τον Λαυρέντη να παίζει αντάρτικα. Πάντα μου έδινε νέο τηλέφωνο και μού 'λεγε 'θα 'μαι σε άλλο σπίτι αυτό τον καιρό'. Τον φιλοξενούσαν διάφοροι". Ο Μαχαιρίτσας αρχικά ήταν να εμφανιστεί μαζί με τον Σέμση, σύμφωνα με την Ντίνα. Ωστόσο "κάτι συνέβη και μου λέει 'ξέρεις με ποιον θα ξεκινήσω; Με τον Τσακνή!'. Εγώ τον λάτρευα τον Διονύση από τις μουσικές που έγραφε στα θέατρα. Τον ήξερα κι ήθελα να τον γνωρίσω".

"Τον Διονύση τον πρωτοείδα στο studio που έκανα τη μίξη για το 'Διδυμότειχο blues' κι εκείνος είχε έρθει να κάνει πρόβα στο τραγούδι που μόλις είχε γράψει για το Πολυτεχνείο", δήλωνε τον Μάιο του 2006 ο Λ. Μαχαιρίτσας. "Τη γνωριμία μας συνόδεψε μία σύμπτωση. Λίγο μετά τη σχεδόν παράλληλη κυκλοφορία των δίσκων μας εκείνη την εποχή, μια φίλη μού 'λεγε στο τηλέφωνο ότι, σε κεντρικό δισκάδικο της Πατησίων, είδε να 'χουν μοιράσει τη βιτρίνα στα δύο και από τη μια πλευρά είχαν βάλει το 'Διδυμότειχο blues' (1991) και από την άλλη τον δίσκο κάποιου Τσακνή ('Αλήτης καιρός'). Εγώ τη δουλειά του Διονύση δεν την είχα πολυπροσέξει ακόμα, βυθισμένος στα δικά μου και με το άγχος, εκείνη την περίοδο που το 'Διδυμότειχο' είχε αρχίσει να γίνεται επιτυχία, του πώς και με ποιους να συνεργαστώ για ζωντανές εμφανίσεις. Ακριβώς εκεί και στο εντελώς ξεκάρφωτο χτυπάει το τηλέφωνο και είναι ο Τσακνής, ο οποίος μου λέει: 'Ρε φίλε, οι δίσκοι μας βγήκανε μαζί, τα τραγούδια μας παίζονται κοντά-κοντά, δεν κάνουμε καμιά απόπειρα να παίξουμε κι εμείς μαζί; Νομίζω ότι θα σκίσουμε'".

"Έψαχνα κάποιον συνάδελφο να εμφανιστούμε μαζί. Δύσκολα θα μπορούσα να σηκώσω το βάρος των εμφανίσεων μόνος. Εισέπραξα πολλά 'όχι'". Άλλα ευγενικά, άλλα όχι και τόσο", έγραφε ο Διονύσης Τσακνής στο βιβλίο του "Απέναντι στο χρόνο" (εκδόσεις Ιανός ο μελωδός). "Στις μπάντες των FM, ήδη, δύο τραγούδια μου είχαν ξεχωρίσει. Ο 'Νοέμβρης' (που έπεσε και πάνω στην επέτειο του Πολυτεχνείου) και οι 'Ρωγμές' ακούγονταν πλάι σ' ένα τραγούδι που ζήλεψα πολύ. Το 'Διδυμότειχο μπλουζ' του Γιάννη -Μπαχ- Σπυρόπουλου και του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα. Πάντα μου άρεσε αυτός ο τύπος, σκεφτόμουνα". Παρότι περίμενε την αρνητική αντίδραση του Μαχαιρίτσα, "τελικώς συνέβη το ακριβώς αντίθετο. 'Έλα, ρε παιδί μου και, μόλις χθες, λέγαμε με τη γυναίκα μου πως μόνο με σένα θα μπορούσα να ταιριάξω', άκουσα απ' την άλλη μεριά του σύρματος", θυμόταν ο Δ. Τσακνής.

"Βλέπαμε ουρές απ' έξω, λιποθυμίες... Είχαν στήσει τόσο ωραία το πρόγραμμα μεταξύ τους, τόσο αρμονικά. Έπαιζαν τραγούδια από τους δύο καινούργιους τους δίσκους και ορισμένα ακόμη άλλων συναδέλφων. Είχαν ένα πρόγραμμα πολύ αγαπησιάρικο και πέρναγε και ο κόσμος πάρα πολύ καλά. Τραγουδούσαν τα τραγούδια όλοι μαζί, ήταν μια παρέα. Ήταν οι πιο υπέροχες χρονιές τους και το καλύτερο ξεκίνημα τόσο για εμένα όσο και για τα παιδιά. Τα πάντα ταίριαξαν εκείνη την περίοδο", μου λέει η Ντίνα και προσθέτει για το "Καφεθέατρο": "Τα υπόγεια δεν είναι σκοτεινά όπως λέει ο Μάλαμας. Είναι φωτεινά. Στα ρετιρέ δεν κάνεις τέχνη".

Μία από τις εικόνες που της έχουν μείνει έντονα είναι όταν "κατέβαινε ο Λαυρέντης προς το μπαρ κι έλεγε με τη χαρακτηριστική βραχνή του φωνή: 'έλα, βάλε μου μια πέρδικα' (το ουίσκι) και μου έκανε έτσι με το χέρι του (η Ντίνα δείχνει με το χέρι της το νόημα που της έκανε ο Λαυρέντης. Ο αντίχειράς του ακουμπούσε... τοσοδά τον δείκτη στην αρχή του), να πιει λίγο μέχρι που να ξανανέβει επάνω".

"Ο Λαυρέντης ήταν με το γέλιο του, τα ανέκδοτά του. Ήταν χαλαρός, άμεσος και αγαπησιάρης. Ο Τσακνής ήταν μια άλλη κατάσταση κι οι δύο μαζί ήταν τέλειοι", θυμάται. Η μπάρα στο μπαρ της μίκραινε διαρκώς για να χωράει ο κόσμος. Η απόσταση αναπνοής μεταξύ καλλιτεχνών και κόσμου έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο στην επιτυχία. "Βρίσκονταν με τους αγαπημένους μουσικούς σε απόσταση μίας αγκαλιάς". Ο πανικός γινόταν "στο 'Πόσο σε θέλω'. Ο χαμός του χαμού, το έλεγαν δέκα φορές. Τραγουδούσαν όμως και παλιότερα τραγούδια. Θυμάμαι ένα που έλεγε κι ο Μπουλάς, 'το Φλασάκι'".

"Ο Λαυρέντης ήταν ο φίλος μου, ο συνεργάτης μου, ένας άνθρωπος που και οικογενειακά αγαπηθήκαμε", λέει με συγκίνηση η Ντίνα. "Έλα, βάλε μου μια πέρδικα".

Συνοδοιπόροι στην ίδια σκηνή

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη των δύο καλλιτεχνών στην Πόλυ Κρημνιώτη για την "Αυγή" της Κυριακής. Ήταν 26 Ιανουαρίου 1994

Το ρολόι δείχνει δέκα και κάτι. Η νύχτα πια ακολουθεί τη δική της τροχιά και η κίνηση στην Αθήνα δεν λέει να κοπάσει. Κοδριγκτώνος και Κυψέλης γωνία. Υπόγειο, 200 τετραγωνικά χώρος. Μπορεί και λιγότερα. Το ζευγάρι που έχει ήδη καθίσει στις θέσεις του κοιτάζεται στα μάτια. Απέναντί του, σε απόσταση αναπνοής, η σκηνή. Ριγμένα καλώδια, μικρόφωνα, λίγο πιο μπροστά αν γείρουν το κεφάλι τους, η ανάσα τους θ' ακούγεται παντού.

Κάτι γίνεται εδώ! Καμαρίνια. Δύο κιθάρες κουρδίζονται. "Το καλύτερο τραγούδι της δεκαετίας θα το γράψουμε μαζί". Κάτι γίνεται εδώ! Δύο νέοι άντρες ετοιμάζονται να βγουν στη σκηνή.

Το "στοίχημα" που έβαλαν πριν από λίγο καιρό ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας και ο Διονύσης Τσακνής φαίνεται να το κερδίζουν κάθε βράδυ, εκεί στη μικρή σκηνή του "Καφεθεάτρου" της οδού Κοδριγκτώνος. Απλά, μα καθόλου ανυποψίαστα, αποφάσισαν τούτο τον χειμώνα η μουσική τους διαδρομή να 'ναι κοινή.

Λαυρέντης Μαχαιρίτσας: "Εγώ προσωπικά έχω την αίσθηση ότι δεν θα μπορούσα τούτο τον χειμώνα να κάνω κάτι άλλο. Μπορεί να 'ναι απόλυτο αυτό που λέω, αλλά η ουσία είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν μπορούσα να βρω κάποιον που να μπορώ να παρουσιάσω κάτι μαζί του. Γι' αυτό και, από κάποια στιγμή και μετά, προτιμούσα να μείνω στην αφάνεια, να μην έχω λεφτά, να μην μπορώ καλά - καλά να συντηρηθώ, παρά να βρεθώ στην ίδια σκηνή με κάποιον που δεν με εκφράζει. Ο Τσακνής ήταν σανίδα σωτηρίας. Όταν μου είπε ότι σκέφτεται να συνεργαστούμε, ήταν για μένα λαχείο. Έχουμε κοινή οπτική γωνία, βλέπουμε τα ίδια πράγματα λίγο - πολύ το ίδιο. Βέβαια, αντιρρήσεις και διαφορές υπάρχουν, γι' αυτό και τσακωνόμαστε συνέχεια. Είναι μια ερωτική σχέση, τελικά".

Διονύσης Τσακνής: "Είναι ένας τρυφερός τσακωμός, δεν είναι φαγωμάρα. Κι εγώ πιστεύω ότι δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο τούτο τον χειμώνα. Άλλωστε, είχα και εγώ φοβερές δυσκολίες στο να βρω έναν άνθρωπο με τον οποίο θα ταιριάξω μουσικά. Και, επειδή δεν έχω κάνει τόσο πολλές εμφανίσεις ή συναυλίες, ήθελα η πρώτη μου ουσιαστική εμφάνιση στην Αθήνα να μη στηρίζεται στη λογική της 'αρπαχτής' ή στη λογική της 'τσόντας' σ' ένα μεγάλο σχήμα. Ήθελα να τραγουδήσω τα τραγούδια μου μαζί μ' έναν άνθρωπο που θα έχουμε την ίδια περίπου αισθητική και αντίληψη για τη μουσική, μια κοινή οπτική για το πού πάνε τα πράγματα. Άλλωστε, πιστεύω ότι οι άνθρωποι που έχουν ένα κοινό οπτικό πρίσμα απέναντι στα πράγματα πρέπει να συνευρίσκονται και να αλληλοϋποστηρίζονται".

* Η συνεύρεσή σας πάνω στην ίδια σκηνή τι φέρνει και τι αφήνει κάθε βράδυ;

Λ.Μ: "Η αίσθησή μου είναι ότι εδώ δεν δουλεύουμε. Κάθε βράδυ κάνουμε μια μικρή γιορτή".

Δ.Τ: "Αν κερδήθηκε κάτι, είναι ότι, σε πείσμα των καιρών που θέλουν τα πάντα να διαφημίζονται μ΄ ένα λαμπερό τρόπο και να έχουν την αμέριστη συμπαράσταση της πληρωμένης διαφήμισης, εδώ, χωρίς τυμπανοκρουσίες και διαφημιστικά τρικ, συγκεντρώνεται κάθε βράδυ ένας κόσμος που θέλει απλώς να διασκεδάσει και να παίξει μαζί μας.

Εγώ βέβαια κέρδισα και έναν φίλο, όχι απλώς έναν συνεργάτη, κι ο κόσμος αυτό το αντιλαμβάνεται, γι' αυτό έχουμε κάθε βράδυ γιορτή, όπως λέει ο Λαυρέντης. Ο κόσμος εισπράττει αυτό που εκπέμπουμε. Μια σχέση πολύ φιλική, πολύ ζεστή, μια σχέση τρυφερή".

Πραγματικά, αυτή η σχέση φαίνεται, απ' το πρώτο κιόλας δεκάλεπτο του προγράμματος στο "Καφεθέατρο" της οδού Κοδριγκτώνος. Άλλωστε, όπως τονίζει ο Διονύσης Τσακνής, "η πρόθεσή μας ήταν να βρεθούμε σ' ένα χώρο και με αξιοπρέπεια, ειλικρίνεια και σεβασμό να παίξουμε τα τραγούδια μας και να αλληλοϋποστηριχτούμε. Επιμένω σ' αυτό το θέμα της αλληλοϋποστήριξης, διότι στην Ελλάδα, οι περισσότεροι τραγουδοφτιάχτες νομίζουμε ότι η τέχνη είναι μία τρύπα που χωράει μόνο εμάς. Δεν είναι έτσι. Εγώ χαίρομαι που ο Λαυρέντης έγραψε το 'Διδυμότειχο blues' ή το 'Μάτια από νύχτα' ή το 'Για να μην παραιτηθώ'. Τα θεωρώ και δικά μου τραγούδια, από κάποιο σημείο και πέρα. Είναι κέρδος μου αυτό το πράγμα. Επιτέλους, ας αποκτήσουμε λίγη αυτοπεποίθηση και λίγη εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, ας ανοιχτούμε και ας δεχτούμε σαν δώρα τις δουλειές των ομοτέχνων μας".

 

Οι αφίσες από το ξεκίνημά τους στο μαγαζί. Η πρώτη είναι το 1991, με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα χωρίς γυαλιά, και η δεύτερη από την επομένη χρονιά με το δίδυμο όπως το γνωρίσαμε και το θυμόμαστε. Οι αφίσες είναι από το αρχείο του "Καφεθέατρου" στην Κυψέλη

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ιστορικό λάθος

Το μόνο που έλειπε στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν μια ακόμη κρίση αξιοπιστίας. Αλλά κι αυτό το κατάφερε σ’ αυτή τη σύνοδο κορυφής κάνοντας το ιστορικό λάθος

Δειτε ολοκληρο το αρθρο