Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νίκος Τσιλογιάννης: Ένας ζωντανός θρύλος των κρουστών

Του Ιλάν

Όλα του ήρθαν καλά, όπως τα ήθελε. Ποτέ δεν έβαζε στόχους. Γι’ αυτό και ποτέ δεν έπαθε κατάθλιψη. Ιστορικό μέλος των "Μπουρμπουλιών" του Διονύση Σαββόπουλου, φίλος και συνεργάτης του Παύλου Σιδηρόπουλου, δημιουργός των πολυεθνικών "Omikron Project", σήμερα ζει μια από τις πιο όμορφες φάσεις της ζωής του, με τη μουσική του, την abstract γλυπτική του και τους καλούς φίλους που δημιούργησε στη νέα του πατρίδα, την Ολλανδία.

Στις Κάτω Χώρες

Από το 1976 ζει και δημιουργεί στην Ουτρέχτη, όπου οι μουσικές του αναζητήσεις τον οδήγησαν στα μονοπάτια του αυτοσχεδιασμού, ενώ η ενασχόλησή του με τα εικαστικά έχει αποφέρει εξαιρετικές δουλειές. Από απλές ζωγραφιές μέχρι ξύλινα αγάλματα εμπνευσμένα από τη μυθολογία. Ο Ίκαρος, ο Μινώταυρος. Μετά ασχολήθηκε με τα μπρούτζινα.

Τα πρώτα τύμπανα

Ούτε που θυμάται πώς βρέθηκαν μπαγκέτες στα χέρια του. Ο πατέρας του, τον ήθελε λογιστή της επιχείρησης του θείου του, αλλά ο Νικόλας έκανε... κοπάνες. Αντί να πάει στο σχολείο, τα μεσημέρια έβλεπε ταινίες στα σινεμά της Ομόνοιας. "Σταρ", "Ριβολί", "Ιντεάλ", "Αλάσκα", "Ρεξ".

Ο ξάδελφος του ήταν μέλος της ΧΕΝ, όπου είχαν ένα γκρουπ για πάρτι. Μέλος του ήταν και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου, που αργότερα έφυγε για να φτιάξει τους "Forminx". Τού λέει ο ξάδερφος: «ρε συ Νικόλα, θα έρθεις να παίξεις;» - «Τι να έρθω; δεν έχω τύμπανα!» - «Και οι άλλοι έτσι είναι, παίξε με ό,τι βρεις». Ένας κιθαρίστας που είχε ένα τσαντάδικο, ένας Κερκυραίος τρομπετίστας που έπαιζε στην μπάντα του δήμου και ένας σαξοφωνίστας που ήταν τραπεζικός, τα άλλα μέλη.

Οι πρώτες του μουσικές παίχτηκαν στο "Show Boat", ένα υπόγειο κλαμπ της Κοδριγκτώνος, με τενόρο σαξόφωνο, τρομπέτα, κιθάρα και τύμπανα που σχημάτιζαν τους "Los Allegrinos", ένα συγκρότημα που είχε τρομπετίστα (!) τον Ντέμη Ρούσο και τα καλοκαίρια έπαιζε χορευτική μουσική στο "Καρνάγιο", στο παλιό λιμάνι των Σπετσών.

Στην αρχή δεν σκάμπαζε πολλά από ρυθμούς. Όλα τα έπαιζε στον ρυθμό ενός μπολερό. Μέχρι που έφτασαν τα πρώτα δυνατά ακούσματα: Beatles, Stones, Animals, οι δικοί μας Forminx, οι πρώτοι μιας εποχής που στις χορευτικές πίστες τα jukebox τα αντικαθιστούσαν σιγά - σιγά οι ζωντανές ορχήστρες.

Ο κιθαρίστας, ο Αντώνης Γιούλης, τον σύστησε στους άλλους: τον οργανίστα Νότη Λαλαΐτη, τον πιανίστα Ντίνο Παπαβασιλείου, τον ξάδελφο του Ντέμη τραγουδιστή Jo Michat. Οι πελάτες του "Auto Club" της Κηφισιάς τους γούσταραν πολύ. Μετά από ψηφοφορία, τους έδωσαν το όνομα "Idols". "Είδωλα" λοιπόν κι αυτοί, δίπλα στους "Juniors" των Σουγιούλ και Καρακαντά, τους "Charms" του Μιχάλη Ροζάκη.

Στα "Μπουρμπούλια" του Διονύση

Η Χούντα των συνταγματαρχών μάς χτύπαγε την πόρτα, όταν ο Νικόλας πήγε φαντάρος. Ο Βασίλης Κωνσταντινίδης, που πήρε τη θέση του στα τύμπανα με "δημοκρατικές διαδικασίες" ανάμεσα στα άλλα μέλη των "Idols", του έδωσε το τηλέφωνο "κάποιου Σαββόπουλου" κι ενός Γιώργου Ρωμανού. Οι δυο άγνωστοι φίλοι ήθελαν να κάνουν ένα δικό τους συγκρότημα. Συναντάει τον Διονύση σε μια υπόγεια ταβέρνα της Πλάκας. Όλα εκεί γινόντουσαν τότε. Μαζί του ήταν η Άσπα, έγκυος στο πρώτο τους παιδί, κι ένα βαρέλι έσταζε κρασί στο γόνατο του Νικόλα.

Χρειάστηκε μόνο η πρώτη πρόβα για να γίνει φίλος αχώριστος με τον Βασίλη Ντάλλα. Φίλοι μέχρι το τέλος. Με το μπάσο του πάντα χαμηλά κι ένα τσιγάρο καρφωμένο στα τάστα, τον Τάκη Ανδρούτσο στην κιθάρα και τον ντροπαλό Άρη Τασούλη στα πλήκτρα -όλοι μακαρίτες πια- ανέβηκαν με τον Νιόνιο για το πρώτο τους gig στη "Μπαρμπαρέλα", στη Θεσσαλονίκη. Ο Ρωμανός βγήκε, τραγούδησε και εξαφανίστηκε μετά την πρώτη τους νύχτα εκεί. Κανείς δεν έμαθε το γιατί.

Στο "Ροντέο" της Χέυδεν

Την πρώτη φορά που τον είδα, έβρεχε πολύ. Κατεβαίνω στάζοντας τα σκαλιά, τη στιγμή που μπροστά σε ελάχιστους θεατές ο Johnny Lambizi έπαιζε το σόλο του, το κλάμα της κιθάρας στον «Μπάλλο». Ρίγος. Ο Διονύσης όρθιος, με το ντέφι στο χέρι, ξέφρενος, ξαναμμένος. Και ο Βαγγέλης ήταν εκεί με τα μακριά ξανθά μαλλιά και τους «Διόσκουρούς» του, ο Βασίλης με το μπάσο πάντα χαμηλά (τον πείραζε ο Σαββόπουλος για την «πόζα» του αυτή) και ο Νικόλας να παίζει παθιασμένα στα τύμπανα την «Ελαφίνα» για τη νέα κι όμορφη Μαρίζα. Το όνομα «Μπουρμπούλια» το φαντάστηκε ο Σαββόπουλος, θυμίζοντας κάτι από Beatles -«σκαθάρια»- καθώς τα μπουρμπούλια είναι μαύρα έντομα, σαν μια χρυσόμυγα.

Στο «Ροντέο», το υπόγειο κλαμπ της πλατείας Βικτωρίας, τους πήγε ο «μάνατζερ» του Διονύση, ο Παύλος Ζέρβας, που κατά τ’ άλλα πούλαγε ψυγεία. Κατ’ απαίτηση του Σαββόπουλου ξηλώθηκαν όλα: τα άλογα, οι ξύλινες μάντρες και τα άλλα κιτς διακοσμητικά. Έμεινε μόνο ένας σκούρος τοίχος και λίγα χαμηλά σκαμνιά για τους θεατές.

Με τον Μάρκο και τον Χαλκιά

Ένα βράδυ, δυο γεροντάκια κάθονταν στο καμαρίνι. Θα άνοιγαν καλεσμένοι το πρόγραμμα. Ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης κι ο μεγάλος Ηπειρώτης κλαριντζής, ο Τάσος Χαλκιάς. Ο Νικόλας δάκρυσε με το μοιρολόι του κλαρίνου του. Ροκ εν ρολ τύποι, drug users, ούζο users, νέα παιδιά κάθε λογής είχαν γίνει ένα ακούγοντας το ταξίμι του Χαλκιά. Καρφίτσα να έπεφτε, την άκουγες.

Ο Νικόλας έπαιζε, αυτοσχεδίαζε κι ένιωθε σαν να κάνει το καλύτερο σεξ. Αυτό που ξεκινάει απαλά, τρυφερά και φτάνει στην κορύφωση, τον οργασμό. Ποτέ του δεν έχασε αυτήν την καύλα (sic) όταν κάθεται πίσω από τα τύμπανα. Κι ας ήταν από τότε παντρεμένος και συμμαζεμένος, πιστός στη γυναίκα του.

Μυσταγωγία

Ένα-δυο χρόνια μετά, στο «Κύτταρο» -Ηπείρου κι Αχαρνών- γεννήθηκε η «Μαύρη Θάλασσα». Μπαίνω σπρώχνοντας το ξύλινο πορτέλο και μένω εκεί καρφωμένος, με δύο ενισχυτές στα χέρια για το αυριανό Κυριακάτικο πρωινό με τους «Socrates», έκθαμβος. Στη σκηνή ο Διονύσης αεικίνητος, εκστασιασμένος, πάντα μ’ ένα ντέφι στο χέρι, ενώ τα «Μπουρμπούλια» ιερουργούσαν στη σκηνή του κατάμεστου ναού του ροκ, με πρωθιέρεια τη Στέλλα Γαδέδη (φλάουτο και φωνή), τον Βασίλη στο μπάσο, τον Νικόλα στα τύμπανα και τον Νίκο Δαπέρη στην κιθάρα. Μια αξέχαστη παράσταση που αποτύπωσε με τον ευαίσθητο φακό του ο Παντελής Βούλγαρης.

Στα "Μπουρμπούλια", με τον Παύλο

Μετά από μια περιοδεία το 1974, άρχισε η χουντική «επιστράτευση». Τα παιδιά χρώσταγαν λεφτά για όργανα που αγόρασαν και αυτά έγιναν η αιτία του καυγά. Κάπου εκεί τέλειωσαν όλα με τον Σαββόπουλο. Η συνάντηση με τον Παύλο και τον Παντελή -τότε μαζί σαν «Δάμων και Φιντίας»- έφερε τα δεύτερα "Μπουρμπούλια". Στο Hobby και στα Κυριακάτικα πρωινά έκαναν θαύματα, πριν ο Παύλος αποφασίσει να τους αφήσει για τη σύντομη λαμπρή πορεία του, την πορεία ενός διάττοντα αστέρα. Το μεροκάματο ήταν φτωχό, όταν στο Λουτράκι γνώρισε τη μελλοντική γυναίκα του. Έφυγε στην Ουτρέχτη, στην Ολλανδία, να συναντήσει την Τσέρι φαν Κέσελ μετά από έναν χρόνο αλληλογραφία. Κι εκεί, ή μάλλον σ’ ένα ταξίδι στο Παρίσι στο Λούβρο που τον αναστάτωσε, η γλυπτική του χτύπησε την πόρτα.

Οι καλλιτεχνικοί κύκλοι της Ουτρέχτης δέχτηκαν τον πριμιτίφ αυτοδίδακτο -όπως και στη μουσική- Έλληνα καλλιτέχνη. Παράλληλα, μαζί με κάποιους νέους Ολλανδούς μουσικούς άρχισαν να παίζουν standard τζαζ κομμάτια από το Real Book. Στην αρχή τα τύμπανά του ακουγόντουσαν αταίριαστα, άξεστα, «σαν ένας ροκάς Αττίλας». Σε ένα free jazz workshop ο δάσκαλος τού έδειξε το πώς να παίζει με όλους χωρίς διακρίσεις και, κυρίως, να δείχνει αδίστακτα το «πρόσωπό» του. Ο Νικόλας άκουγε και θαύμαζε τον Elvin Jones, τον Art Blakey, τον Barry Altschul, τον Max Roach, τον Tony Williams, τους μεγάλους ντράμερ της τζαζ. Με κάποιους απ’ αυτούς είχε τη χαρά να παίξει, καλεσμένος στο Bimhuis του Άμστερνταμ.

Nikos Tsilogiannis Quintet

Μια κασέτα σε 60 κόπιες τον γνώρισε στους ιδιοκτήτες των τζαζ κλαμπ όλης της Ολλανδίας. Και το Nikos Tsilogiannis Quintet άρχισε να παίζει παντού, με τα έξοδα της περιοδείας πληρωμένα και το μεροκάματο ενισχυμένο από το Bimhuis. Ιδανικές συνθήκες, απίστευτες για τα ελληνικά δεδομένα.

Τα χρόνια πέρναγαν και η Free Jazz του γκρουπ δεν ήταν πια ελκυστική για τη νέα γενιά που άκουγε μόνο την κλασική τζαζ. Αυτή των μουσικών των Ωδείων που ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια. Ήταν μια περίοδος απογοήτευσης για τον Έλληνα μουσικό, που είχε όμως σαν αποκούμπι τις άλλες τέχνες του: τα σκίτσα του, τα ανάγλυφα από επιχρωματισμένο ξύλο, τα τρισδιάστατα abstract αντικείμενα από ξύλα τα οποία έβρισκε στους δρόμους, τα γιαπιά και τις παραλίες, βαμμένα με ακρυλικά. Και τότε θυμήθηκε το Λούβρο και τα επηρεασμένα από το Ευαγγέλιο και την Ελληνική Μυθολογία εκθέματά του: Τον Μινώταυρο, τον Ίκαρο, τον Περσέα, που αποτυπώθηκαν στα ξύλινα γλυπτά του. Μετά έφτασαν -όταν όμως ο χαλκός δεν ήταν ακριβός- τα μπρούτζινα αγάλματά του. Αρχή του, αυτό που είχε πει ο Henry Moore: «Ένα γλυπτό πρέπει να φαίνεται καλό απ’ όλες τις πλευρές του». Και τα δικά του γλυπτά αλλάζουν σχήμα, ανάλογα με τη γωνία που τα κοιτάς.

Με το «Omikron Project»

«Οι ιδέες είναι άυλες. Εμείς τις μετατρέπουμε σε κάτι υλικό», είναι το μότο του πολύπλευρου Έλληνα καλλιτέχνη. Τα έργα του, τα είδαμε για πρώτη φορά από κοντά στην γκαλερί «Γιαγιάνος». Μαζί του έφερε τα τύμπανά του και έπαιξε με κάποιους φίλους του. Κάπως έτσι προέκυψαν οι «Omikron Project».

Οι «Omikron Project» είναι ένα ευέλικτο σχήμα, άλλοτε ντουέτο, άλλοτε τρίο, κουαρτέτο, κουιντέτο, με τη συμμετοχή διαφόρων μουσικών και οργάνων. Ο πυρήνας του σχήματος απαρτίζεται από τον Νικόλα Τσιλογιάννη (τύμπανα, κρουστά και ιδιόφωνα), τον Παριζιάνο Alex Drossos (σοπράνο σαξόφωνο, didgeridoo και beckophone), τον Ολλανδό Henk Spies (σοπράνο σαξόφωνο και ηλεκτρονικά) και τον Ντίνο Ζούμπερη (μπάσο, hohner guitaret, ηλεκτρονικά), γνωστό από τις συνεργασίες του με την Κρίστη Στασινοπούλου, τον Δημήτρη Πουλικάκο, τους Echo Tattoo κ.ά.

Κεντρικός μουσικός άξονας της δουλειάς τους ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός, με προεκτάσεις από την αφρικάνικη πολυρρυθμία και την ελληνική ρυθμολογία, μέχρι τα σύγχρονα ηλεκτροακουστικά ambient ηχοτοπία. Τα κρουστά «δένουν» με τα σαξόφωνα, φλερτάροντας με τον ηλεκτρονικό ήχο αλλά και με την παγανιστική τσαμπούνα του Αιγαίου. Οι σπάνιες ενώπιον κοινού εμφανίσεις τους βασίζονται στον πειραματισμό. Κάθε κομμάτι δημιουργείται σαν μια «αυτόματη ομαδική σύνθεση» και είναι ανεπανάληπτο.

Ένα σύνολο «αναρχικής μουσικής»

Ο τίτλος τους οφείλεται στη λατρεία του Τσιλογιάννη στον κύκλο. Το (Ο) -για άλλους, το μηδέν- είναι ένας τέλειος κύκλος με τίποτα στη μέση. Είναι πιο ζεστός. Δεν έχει γωνίες. «Είναι το αίσθημα απέναντι στη λογική», λέει ο Νικόλας, που στο «Omikron Project» ζει την απόλυτη ελευθερία της «δημιουργίας της στιγμής», ξεφεύγοντας από τη «δικτατορία της παρτιτούρας» - όπως είχε πει ο δάσκαλος του ελεύθερου αυτοσχεδιασμού Σάκης Παπαδημητρίου.

Το «'Omikron Project' είναι ένα σύνολο στο οποίο οι μουσικοί του κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά μαζί. Χωρίς κανένα εγωισμό, χωρίς καμία διάθεση αυτοπροβολής, χωρίς πρόβες, χωρίς παρτιτούρες, διακινδυνεύουν να παίξουν άλλοτε για πολλούς, άλλοτε για λίγους, ακόμα και το 'τίποτα'». Χάλια δηλαδή!

«Πρέπει να γδυθείς από κάθε εγωισμό, να δέχεσαι να παίζεις από πολλά μέχρι και τίποτα, αν αυτό είναι για το συμφέρον της μουσικής». Γιατί όλα μπορεί να συμβούν στη μουσική του αυτοσχεδιασμού. Μπορεί να σε «ανεβάσει» στα ουράνια ή να σε «στείλει» προς την έξοδο κινδύνου!

Στο «Ροντέο»: Διονύσης Σαββόπουλος, Νίκος Τσιλογιάννης, Βασίλης Ντάλας και Μαρίζα Κωχ (φωτογραφία: Αρχείο Αντώνη Μποσκοΐτη)

"Μπουρμπούλια", 1972 (Νικόλας Τσιλογιάννης, Παντελής Δεληγιαννίδης, Παύλος Σιδηρόπουλος, Βασίλης Ντάλλας)

 

Στην Ουτρέχτη, με τα κρουστά του και τα επιχρωματισμένα ξύλινα γλυπτά του

"Omikron Project": Henk Spies, Alex Drossos, Nikos Tsilogiannis, Dinos Zouberis

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μην μιλάτε. Χειροκροτήστε

Τις μέρες της πανδημίας τα κανάλια αναζητούν εναγωνίως Έλληνες γιατρούς που να εργάζονται σε νοσοκομεία του εξωτερικού και τους βγάζουν στα δελτία ειδήσεων για να περιγράψουν τις εμπειρίες τους.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο