Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ιπτάμενος Ολλανδός για το έτος Βάγκνερ

Μέσα στη «Βαβέλ» της οικονομικής κρίσης, οι θεσμοί της λόγιας μουσικής καταρρέουν ή απειλούνται με επικείμενη κατάρρευση. Ο οποιοσδήποτε καλλιτεχνικός προγραμματισμός παραμένει μετέωρος μέχρι την τελευταία στιγμή

Μέσα στη «Βαβέλ» της οικονομικής κρίσης, οι θεσμοί της λόγιας μουσικής καταρρέουν ή απειλούνται με επικείμενη κατάρρευση. Ο οποιοσδήποτε καλλιτεχνικός προγραμματισμός παραμένει μετέωρος μέχρι την τελευταία στιγμή. Με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών να κινδυνεύει να μετατραπεί από αυτοτελής οργανισμός παραγωγής καλλιτεχνικού προϊόντος σε κτίσμα με δυνατότητες ενοικίασης για εκδηλώσεις των πάσης φύσεως «καλοπληρωτών» (το προσωπικό του ήδη βρίσκεται στον αέρα), την Εθνική Λυρική Σκηνή να εξακολουθεί να ηττάται από τα ελλείμματά της και το Φεστιβάλ Αθηνών ανύπαρκτο ως διεθνή διοργάνωση λόγω του πολιτικού πολέμου που προηγήθηκε περί την θητεία τού από ετών καλλιτεχνικού διευθυντή του, τα πράγματα μοιάζουν περισσότερο ζοφερά από ποτέ.

Στο πλαίσιο αυτό, η διατήρηση των κατ' έθιμον εγκαινίων του Φεστιβάλ από την ΕΛΣ, και μάλιστα με όπερα του εορταζόμενου εφέτος Ρίχαρντ Βάγκνερ, τον «Ιπτάμενο Ολλανδό», συνέτεινε σε στιγμιαία ψευδαίσθηση ομαλότητας. Ψευδαίσθηση λιγότερο πειστική για τη στήλη, αφού, λίγες ημέρες πριν την πρεμιέρα, ο Λουκάς Καρυτινός, ο μαέστρος των τεσσάρων παραστάσεων της παραγωγής, μας είχε παραχωρήσει, στο πλαίσιο της σειράς πολιτιστικών εκπομπών της ΝΕΤ υπό τον τίτλο «9+1 μούσες» της διακεκριμένης δημοσιογράφου Εύας Νικολαϊδου, εκτενή τηλεοπτική συνέντευξη στους χώρους του Θεάτρου «Ολύμπια», με επίκεντρο την πάντα λεπτή σχέση του ελληνικού κοινού με τον Βάγκνερ. Σχέση που ετεροκαθορίζεται διττώς, τόσο από την μέχρι σήμερα αδυναμία εκτέλεσης των έργων του Βάγκνερ από τις ελληνικές ορχήστρες όσο και από το εμπόδιο προσπέλασης της μουσικής του που αποτελεί η γερμανική γλώσσα και η αναγνώρισή της ως του ουσιαστικού υποστρώματος της μουσικής, σε αντίθεση με τη λατινική λυρική παράδοση που αναγνωρίζει τον φέροντα οργανισμό της μελωδίας ως τον κύριο πόλο διαμόρφωσης της μουσικοθεατρικής εμπειρίας που αποτελεί η όπερα. Η συνέντευξη έμελλε να πέσει και αυτή θύμα του αιφνίδιου θανάτου του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού μας φορέα.

Το φυλλάδιο της ΕΛΣ αναφέρεται σε «νέα παραγωγή της όπερας στο πλαίσιο του Φεστιβάλ», με συνέπεια να μη γνωρίζουμε την έκταση της διαφοροποίησής της από την αξιοποιούμενη ευρέως, δις σε ιταλικά θέατρα μόλις την άνοιξη, προγενέστερη του Γιάννη Κόκκου. Έτσι ο σχολιασμός μας περιορίζεται στην εκδοχή του Ηρωδείου, που απέφυγε την παρενόχληση της μουσικής από εκτός πλοκής ευρήματα, ενώ εξέπεμψε καλαίσθητο στίγμα χάρη και στους εξαιρετικούς φωτισμούς του -από 15ετίας ήδη- υπευθύνου φωτισμών της Κρατικής Όπερας της Βαυαρίας Michael Bauer. Ο Κόκκος, μόνος πλέον διεθνούς φήμης Έλληνας σκηνοθέτης όπερας μετά την εκδημία του Στέφανου Λαζαρίδη, τάσσεται υπέρ της συνεκδοχικής ανάδειξης βασικών συμβόλων του μύθου ως των κύριων αξόνων της δραματουργικής αφήγησης με ευεργετικές συνέπειες στην κατανόησή του και, κυρίως, στη λειτουργία του.

Η ισχύς της φωνητικής διανομής επικεντρώθηκε στην βαθύτερη ανδρική επικράτεια, πρωτίστως στον σκηνικά ζωηρό, υποκριτικά έντονο και φωνητικά υγιή επώνυμο χαρακτήρα του πολύπλευρης παιδείας Γερμανού βαρυτόνου Thomas J. Mayer, καλλιτέχνη που πρόλαβε ήδη να πατήσει στην περιπόθητη σκηνή του Μπάυρώιτ, προτού ερμηνεύσει υπό την ιερή σκιά της Ακρόπολης. Αντάξιος του ρόλου του εν πολλοίς και ο Ντάλαντ του Αμερικανού βαθυφώνου Gregory Frank, που κατέγραψε την απαραίτητη πληθωρικότητα του χαρακτήρα με επαρκή προβολή της φωνής στο αδηφάγο κοίλον του Ηρωδείου. Πολλά, όμως, τα προβλήματα στην υψηλή περιοχή της υψιφώνου Jeanne - Michele Charbonnet ως Ζέντα, ενώ ο εξ ίσου διάσημος με κείνη τενόρος Ian Storey σκιαγράφησε έναν -για λάθος λόγους- δυσάρεστο Έρικ, που επιπροσθέτως αρνήθηκε να προσαρμόσει την εκφορά του στους όρους του ανοιχτού θεάτρου. Κλειστού χώρου και η Μάρη της οπτικά επιβλητικής Ελισάβετ Κλονόβσκαγια, ενώ βινιέτα αποτέλεσε για τον τενόρο Αντώνη Κορωναίο το τραγούδι του τιμονιέρη, ο οποίος πλαισιώθηκε αποτελεσματικά από τη χορωδία της ΕΛΣ σε διδασκαλία Αγαθάγγελου Γεωργακάτου. Ο Λουκάς Καρυτινός είδε τον Ολλανδό με μιαν αφηγηματική οπτική που προσιδιάζει στον Βέρντι, αλλά δεν αποδίδει για τα έργα του Βάγκνερ, ιδίως όταν επιλέγονται τέμπι παρόμοιας βραδύτητας, όπως αυτά της πρεμιέρας (7.06.13).

Δείτε όλα τα σχόλια