Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», τότε «Εδώ δεν υπάρχουν γιατί»

Η ομιλία του Δημάρχου Θεσσαλονίκης, Γιάννη Μπουτάρη, στα εγκαίνια του Μουσείου του Ολοκαυτώματος, είναι πράξη ηθικής ευθύνης. Πέρα από τον εκφωνήσαντα τον λόγο, για εκείνους που συντάσσονται με το πνεύμα αυτής της ομιλίας είναι και πράξη ηθικής ελευθερίας.

ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Η ομιλία του Δημάρχου Θεσσαλονίκης, Γιάννη Μπουτάρη, στα εγκαίνια του Μουσείου του Ολοκαυτώματος, είναι πράξη ηθικής ευθύνης. Πέρα από τον εκφωνήσαντα τον λόγο, για εκείνους που συντάσσονται με το πνεύμα αυτής της ομιλίας είναι και πράξη ηθικής ελευθερίας. Δεν είναι μόνο η εσκεμμένη αμνησία, η αδιαφορία για τους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος και ο εμπαιγμός τους ούτε και το πώς ένιωσαν βλέποντας το μετεμφυλιακό καθεστώς να αποκαθιστά αλλά και να αναδεικνύει στον κρατικό μηχανισμό τους δωσιλόγους συνεργάτες των Γερμανών. Πρωτίστως είναι σημαντικό να ακουστεί, σε επίσημο δημόσιο λόγο, το ότι υπήρξε εσκεμμένη και ένοχη αποσιώπηση της αντιμετώπισης που είχαν οι επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος. Δεν ξέρω πόσοι άλλοι, μιλώντας από τέτοιες υπεύθυνες θέσεις, τόλμησαν να πουν ή να αναφέρουν, έστω και ακροθιγώς, αυτά που είπε ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης.

Ξεκινάω από τη φράση της ομιλίας του Δημάρχου: «Οι συγγενείς της Μπουένα, όπως και όλοι οι άλλοι Εβραίοι της Ευρώπης, δεν επέλεξαν να μαρτυρήσουν. Δεν επέλεξαν δηλαδή να θυσιάσουν συνειδητά τη ζωή τους για ένα υψηλότερο ιδανικό, τη θρησκευτική τους πίστη ή την ιδεολογία τους. Δεν διάλεξαν τον θάνατο, πολύ απλά γιατί δεν είχαν το δικαίωμα αυτής της επιλογής. Και για τον λόγο αυτό δεν τους αξίζει να τους αντιμετωπίζουμε σήμερα σαν αγίους, όλοι εμείς Χριστιανοί και Ευρωπαίοι, που για αιώνες συχνά τους αντιμετωπίζαμε σαν διαβόλους. Άνθρωποι ήταν και αυτό ζητούσαν να είναι». Η γενοκτονία των Εβραίων αρνήθηκε αυτό ακριβώς που ζητούσαν. Στη λογική της γραφειοκρατικής σχεδίασης, οργάνωσης και εκτέλεσης του τρόμου και του αφανισμού δεν ήταν άνθρωποι. Δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις και δεν έφεραν τις ιδιότητες που καθορίζουν την έννοια «άνθρωπος» κατά τη ναζιστική «ανθρωπολογία». Θεωρήθηκαν ένα λάθος της φύσης, που, διά του τρόμου και της βιομηχανίας της εξολόθρευσης, έπρεπε να αφανιστεί. Γι’ αυτό το Ολοκαύτωμα είναι μοναδικό. Είναι μοναδικό, χωρίς, σε καμία περίπτωση, η μοναδικότητά του να αντίκειται προς την καθολικότητά του. Το Ολοκαύτωμα είναι η κατεξοχήν γενοκτονία.

Ως εκ τούτου, ο όρος «γενοκτονία» καθορίζει και αποσαφηνίζει το τι συνέβη, ενώ ταυτόχρονα εντάσσει αυτό που συνέβη, δηλαδή τη συστηματική εξολόθρευση ανθρώπων, στη μακρά αιματοβριθή παράδοση των γενοκτονιών, αποτελώντας την πλέον ακραία και ειδεχθή μορφή τους. Σε αυτό συνίσταται η σύμφυση καθολικότητας και μοναδικότητας ως προς την ιδιαίτερη φύση αυτής της πράξης. Αυτό επιτυγχάνεται με τον όρο «γενοκτονία», που μάλλον είναι επαρκέστερος του όρου «Ολοκαύτωμα». Εάν το έγκλημα κάποιου είναι ότι γεννήθηκε, τότε η επανόρθωση είναι προφανής: μόνο η θανάτωση διορθώνει ένα τέτοιο έγκλημα. Όλα τα παρακάτω, αλλά νομίζω και η ομιλία του Γιάννη Μπουτάρη, προϋποθέτουν αυτή τη βαθύρριζη παραδοχή, ότι δηλαδή το γεγονός της γενοκτονίας των Εβραίων είναι μοναδικό και συνάμα καθολικό. Είναι προσβολή, πρόκληση και οδύνη για το όλον της ανθρωπότητας. Είναι το όριο της ανθρωπινότητας. Εάν δεχθούμε ότι ο όρος «ανθρωπότητα» δεν περιγράφει και δεν περιλαμβάνει απλώς το σύνολο των εμβίων όντων, με συγκεκριμένα βιολογικά χαρακτηριστικά που ιδιάζουν στον ον «άνθρωπος», άρα δεχόμαστε ότι ο όρος «άνθρωπος» φέρει ένα σύνολο αξιακών γνωρισμάτων που μας επιβάλλουν, όπως διατρανώνεται στην παράδοση του δημοκρατικού και φιλελεύθερου συνταγματισμού, να γίνεται λόγος για την αξία του ανθρώπου και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τότε η γενοκτονία των Εβραίων δοκιμάζει τα όρια και την ουσία της ανθρώπινης αυταξίας. Ως εκ τούτου, η εν λόγω γενοκτονία δεν ανήκει μόνο στα θύματά της και στους απογόνους τους, αλλά στο όλον της ανθρωπότητας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει κανείς να το ιδιοποιείται. Γι’ αυτό και δεν πρέπει κανείς να διεκδικεί τη μερίκευση αυτού του όλου. Γιατί δεν πρέπει να το στενέψει. Μόνο έτσι θα μπορεί να μας αφορά και να μας δοκιμάζει όλους. Σε τι, όμως, θα μας δοκιμάσει; Είναι δοκιμασία ηθικής ευθύνης και ηθικής ελευθερίας. Η σχέση ηθικής ελευθερίας και ηθικής ευθύνης αφορά και τον δημόσιο χώρο.

Σε αυτό έγκειται, πέραν του περιεχομένου, η σπουδαιότητα της δημόσιας ομιλίας του Γιάννη Μπουτάρη. Αυτή η σχέση, όταν εκφέρεται δημόσιος λόγος -και μάλιστα από φορείς δημόσιων αξιωμάτων και δη από αιρετούς- αποτελεί μία από τις πλέον καθοριστικές παραμέτρους της πολιτικής δημοσιότητας. Η έννοια της ηθικής ευθύνης έχει διαπλαστική ισχύ ως προς τον σχηματισμό και τη διατύπωση των ηθικοπολιτικών διλημμάτων. Τίποτε δεν είναι πιο πεισμωμένο από το παρελθόν, ιδίως όταν το αγνοεί κανείς. Το ηθικό δίλημμα ως προς την αντιμετώπιση των επιζησάντων λύθηκε, κατά την επιστροφή τους, πρώτα με χλεύη και εχθρότητα και μετά με απάνθρωπη, επονείδιστη λήθη. Ωστόσο, το αν θα πρέπει να διαλέξουμε ανάμεσα σε ένα α και ένα β, ενώπιον ενός ηθικού διλήμματος, δεν αφορά μόνο την ηθική μας ελευθερία, δηλαδή το κατά πόσον είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε, αλλά και την ευθύνη αυτής της επιλογής, δηλαδή τον συνυπολογισμό των συνεπειών.

Έχουμε άλλο κριτήριο, εκτός από την ηθική μας συνείδηση; Ίσως για αυτό, προς το τέλος της ομιλίας του, ο Γιάννης Μπουτάρης εξηγεί, αναφερόμενος στον Πρίμο Λέβι και στον Γερμανό φρουρό που του απάντησε, μόλις ο Λέβι έφτασε στο Άουσβιτς, «Εδώ δεν υπάρχουν γιατί», ότι αυτό το «Εδώ δεν υπάρχουν γιατί» απαντά σε όσους παραξενεύονται με την εμμονή του να αναφέρεται στη γενοκτονία, τα θύματα και την εσκεμμένη λήθη. Αυτό το «Εδώ δεν υπάρχουν γιατί» είναι συνέπεια της υπόθεσης με την οποία ο Λέβι τιτλοφόρησε το γνωστό έργο του: «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος...». Πράγματι, εάν η έννοια του ανθρώπου απογυμνωθεί από κάθε αξιακό προσδιορισμό από αυτούς που της προσέδωσε ο Διαφωτιστικός και δημοκρατικός ανθρωπισμός, αλλά ακόμη και η έννοια της χριστιανικής αγάπης και αδελφοσύνης, τότε αυτό που απομένει ως άνθρωπος είναι αυτό που οδηγεί στον κυνισμό του «Εδώ δεν υπάρχουν γιατί». Το «Εδώ δεν υπάρχουν γιατί» είναι η πρόταση που συνάγεται ως συμπέρασμα και ολοκληρώνει έναν συλλογισμό, του οποίου η μείζων προκείμενη ήταν «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος...». Η επιλογή του Δημάρχου να αναδείξει με τέτοια ειλικρίνεια και αναστοχαστική δύναμη το ζήτημα της γενοκτονίας, τις ευθύνες, την υποκρισία, τη λήθη και τη σκόπιμη βαρηκοΐα σημαντικών θεσμών, που επέλεξαν να μην ακούσουν ούτε τότε - προσποιούμενοι ότι το απόλυτο πολιτικό κακό δεν μας αφορά, γιατί συνέβη μακριά, όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία, παρά τις τιμητικές εξαιρέσεις μελών της, που έδωσαν σχετική μαρτυρία, παρά τον σημαντικό ρόλο του Δαμασκηνού - ούτε τώρα, είναι επιλογή που σχηματίζεται στο πεδίο στο οποίο συγκροτείται ο γνώμονας των ηθικών μας επιλογών. Αυτό όμως προϋποθέτει ένα αλκίμαχο, δημοκρατικό φρόνημα.

Χωρίς αυτό το φρόνημα, ηθική ελευθερία δεν υπάρχει. Στην κόψη αυτού του φρονήματος διακινδυνεύει η ηθική μας ελευθερία. Στην σταθερότητά του στεριώνει η ηθική μας ευθύνη. Και στην έκτασή του διανοίγεται η ηθική απορία. Γιατί το «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος...» είναι ριζική έκφραση τέτοιας ηθικής απορίας. Τέτοια απορία οδηγεί σε ηθικό αναστοχασμό. Αυτός ο αναστοχασμός αναπόφευκτα απολήγει σε διαπιστώσεις όπως αυτή: «Είναι οι εβραϊκές ταφόπλακες που στρώθηκαν μπροστά στο Στρατηγείο και πέριξ του Βασιλικού Θεάτρου, εκείνες που χρησιμοποίησε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον Νοέμβριο του 1948 για την κατασκευή οδών και πεζοδρομίων». Η νεοναζιστική βεβήλωση του μνημείου του Ολοκαυτώματος, λίγες ημέρες πριν από την εκφώνηση αυτής της ομιλίας, προϋποθέτει αυτή τη λήθη. Είναι προκλητικά κοντά στο «Ε, και τι έγινε;». Αυτό πάλι είναι πολύ κοντά στο ότι δεν έχει ευθύνη αυτός που χάρασσε έναν σταυρό στο σπίτι ενός Εβραίου, για να διευκολύνει στη σχετική δουλειά. Είναι πολύ κοντά και σε αυτόν που θα έλεγε «Εγώ απλώς έκανα τη δουλειά μου». Και όλα αυτά με τη σειρά τους είναι πολύ κοντά στον νεοναζιστικό βρυχηθμό που ξανακούγεται. Η ηθική ευθύνη επιτάσσει να τελειώνει η εσκεμμένη βαρηκοϊα από όλους, και από θεσμούς και από άτομα. Και ίσως σε αυτό να έγκειται η αξία της ομιλίας του Δημάρχου Θεσσαλονίκης, δηλαδή στο ότι συνιστά ομολογία και διακήρυξη ηθικής ευθύνης και ηθικής ελευθερίας. Αυτές οι δύο μπορούν να νικήσουν τη λήθη και τα τέρατα που σέρνει μαζί της. Αυτές οι δύο είναι ο σηματωρός και το όριο των συλλογικών και προσωπικών μας επιτεύξεων. Ως εκ τούτου, τα σέβη μας, κύριε Δήμαρχε.

 

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει Πολιτική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Το επόμενο βήμα

Θα ξημερώσει μια άλλη μέρα στις 21 Αυγούστου για την Ελλάδα; Για την καθημερινότητα του καθενός από μας η πρώτη απάντηση είναι όχι. Ούτε θα βρει κάθε άνεργος δουλειά, ούτε θα πάψουμε να μετράμε αν...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο