Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η Αθήνα στην τροχιά της δημόσιας ιστορίας

Του Χάρη Αθανασιάδη*   Η ιστορική έρευνα για την ταραγμένη δεκαετία του 1940 έχει ανανεωθεί σημαντικά κατά την τελευταία εικοσαετία. Μια νέα γενιά ιστορικών δούλεψε συστηματικά προσκομίζοντας...

Του Χάρη Αθανασιάδη*

 

Η ιστορική έρευνα για την ταραγμένη δεκαετία του 1940 έχει ανανεωθεί σημαντικά κατά την τελευταία εικοσαετία. Μια νέα γενιά ιστορικών δούλεψε συστηματικά προσκομίζοντας επιπλέον ευρήματα, χαράσσοντας νέες θεματικές μελέτης, διατυπώνοντας πιο εκλεπτυσμένες και πολύ πιο σύνθετες ερμηνείες από τις γνωστές μανιχαϊστικές στις οποίες είχαμε επαναπαυθεί.

Δεν έλειψαν βέβαια οι επιστημολογικές αντιπαραθέσεις που συχνά εκτρέπονταν σε ιδεολογικές συγκρούσεις, αλλά αυτές είναι αναπόσπαστο κομμάτι κάθε σφριγηλού ακαδημαϊκού πεδίου. Η εικόνα μας, συνεπώς, για αυτή την κρίσιμη δεκαετία (κρίσιμη τόσο για την συλλογική μας αυτογνωσία όσο και για την κατανόηση του παρόντος) έχει τροποποιηθεί σημαντικά στο ιστοριογραφικό επίπεδο, αλλά δεν είναι διόλου βέβαιο πως η ανανέωση αυτή εμβολίασε επαρκώς την ιστορική συνείδηση της ευρύτερης κοινωνίας.

Διότι, βέβαια, οι πολίτες δεν έχουν ούτε τον χρόνο ούτε τη διάθεση να εντρυφούν σε ιστορικές μελέτες· κι αν ακόμη κάποιοι προσπαθήσουν, δεν είναι βέβαιο πως είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσουν τη συχνά σκοτεινή ιδιόλεκτο των ιστορικών. Έτσι κινδυνεύουν να ξεμείνουν με ό,τι μάθανε (και όσο το μάθανε) στα μαθητικά τους χρόνια.

Οι εκπαιδευτικοί, ωστόσο, σπανίως ασκούν τους μαθητές τους στο να αναλύουν τις αντιφάσεις και τις αντινομίες των κοινωνιών του παρελθόντος. Καθώς, όμως, στην ιστορία της Κατοχής και του Εμφυλίου είναι δύσκολο να αγνοηθούν οι εσωτερικές διαιρέσεις, οι συγκρούσεις και οι γκρίζες ζώνες, οι εκπαιδευτικοί διατρέχουν ταχέως τις σχετικές σελίδες, οι οποίες άλλωστε υποφωτίζουν όσο μπορούν τα δύσκολα σημεία.

Γενικότερα η σύγχρονη ιστορία δεν είναι το ισχυρό σημείο της σχολικής ιστορίας, με αποτέλεσμα οι μαθητές ως πολίτες πλέον να στέκονται άοπλοι απέναντι στις πάσης φύσεως ανυπόληπτες αφηγήσεις για το πρόσφατο παρελθόν που κατακλύζουν το Διαδίκτυο.

Τα πράγματα, ωστόσο, είναι λιγότερο απαισιόδοξα απ’ όσο φαίνεται σε αυτές τις διαπιστώσεις - θα τολμούσα να πω πως φαντάζουν έως και αισιόδοξα. Διότι κατά την τελευταία τριετία έχουν ξεδιπλωθεί ορισμένες από τις πιο ενδιαφέρουσες πρακτικές δημόσιας ιστορίας που υπήρξαν ποτέ σε αυτήν εδώ τη χώρα:

Τηλεοπτικές εκπομπές που τολμούν να αναμετρηθούν με τραυματικές πτυχές της σύγχρονης ιστορίας μας, ιστορικοί περίπατοι που εντοπίζουν και αναδεικνύουν τα δήγματα του παρελθόντος στο σώμα της πόλης, ευρηματικές εκθέσεις μουσείων που ερεθίζουν αισθητικά και νοητικά τον επισκέπτη ή ομάδες προφορικής ιστορίας που εμπλέκουν βιωματικά τους μετέχοντες σε πτυχές της ζωής των ανθρώπων που σπανίως αποτυπώνονται σε αρχεία.

Ανάμεσα σε αυτά ξεχωριστή θέση κατέκτησε, αναμφίβολα, ο κύκλος των πολύμορφων εκδηλώσεων υπό τον γενικό τίτλο «Η Αθήνα ελεύθερη». Εκθέσεις υψηλής ποιότητας μα διόλου ελιτίστικες, διαλέξεις με αξιώσεις επιστημοσύνης μα ταυτόχρονα εύληπτες, έξοχες αναμείξεις λογοτεχνών, ιστορικών και κινηματογραφιστών, ελκυστικά εκπαιδευτικά προγράμματα και μια ποικιλία άλλων πρακτικών που αντλούνται από τη φαρέτρα της δημόσιας ιστορίας φαίνεται να πετυχαίνουν εκεί όπου η ακαδημαϊκή ιστορία, παρά τα επιτεύγματά της, στέκεται ανήμπορη ή, ακόμα χειρότερα, αδιάφορη: στο πεδίο της ιστορικής κουλτούρας.

Αδιαφορώντας όμως για την ιστορική κουλτούρα της κοινωνίας, στην οποία και οι ίδιοι ζουν, οι ιστορικοί ίσως δεν συνειδητοποιούν πως συμμετέχουν διά της αδράνειας στην παραγωγή του μέλλοντος. Διότι οι διάχυτες συλλογικές αναπαραστάσεις για το παρελθόν γίνονται μέρος της ταυτότητας των πολιτών και συνακόλουθα προδιαθέτουν θετικά για ορισμένες δράσεις και αρνητικά για άλλες.

Υπ’ αυτήν την οπτική, ο κόσμος των συλλογικών αναπαραστάσεων δεν είναι ένας κόσμος ξέχωρος του πραγματικού. Δεν υπάρχει από τη μια μεριά η κοινωνική πραγματικότητα και από την άλλη η αναπαράστασή της στο μυαλό μας. Οι συλλογικές αναπαραστάσεις είναι μέρος του πραγματικού κόσμου, διότι ξεδιπλώνονται με πρακτικές και, ως εκ τούτου, συμμετέχουν αενάως στη διαμόρφωσή του.

Οι συλλογικές αναπαραστάσεις των Ελλήνων για το παρελθόν τους είναι ατυχώς εμποτισμένες ακόμη από το πνεύμα του εθνικισμού. Ευεξήγητον. Τόσο η σχολική όσο και η δημόσια ιστορία είχαν για δεκαετίες καθηλωθεί σε αφηγήσεις και μοτίβα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες μιας περίκλειστης, συντηρητικής και επιθετικής εθνικής ταυτότητας.

Ακριβώς γι’ αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήσσουν οι συντηρητικές ή οι αμήχανες στάσεις πολλών προοδευτικών κατά τα άλλα πολιτών απέναντι σε κρίσιμα ζητήματα του παρόντος, όπως, για παράδειγμα, το "Μακεδονικό". Για να δικαιολογήσουν τη στάση τους, οι εν λόγω πολίτες, αντλούν επιχειρήματα από τα ιστορικό τους καταπίστευμα, δίχως να συνειδητοποιούν πως ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιούν την ιστορία συνιστά ουσιαστικά άρνηση της ιστορίας.

Μιλάνε, για παράδειγμα, σαν να μην μεσολάβησαν ανάμεσα στην αρχαία Μακεδονία και στην εποχή μας τρεις αιωνόβιες αυτοκρατορίες και, κυρίως, σαν να μην ξέσπασαν οι εθνικές επαναστάσεις που διαμόρφωσαν τον κόσμο όπου ζούμε - έναν εντελώς νέο κόσμο. Μιλάνε σαν να μην κηρύχθηκαν ακολούθως οι Βαλκανικοί που τριχοτόμησαν την οθωμανική Μακεδονία και σαν να μην υπήρξαν οι ανταλλαγές και οι στρατηγικές ομογενοποίησης των εκατέρωθεν πληθυσμών. Αυτά όμως υπήρξαν, δηλαδή υπήρξε η ιστορία.

Αυτή η εθνικιστική αγκύλωση των ιστορικών αναπαραστάσεων ξεβράζεται καθημερινά στα πιο απίθανα σημεία. Την περασμένη μόλις εβδομάδα ένας σχολιαστής του φιλελεύθερου χώρου επέκρινε τη διοργάνωση από το Ίδρυμα της Βουλής μιας εκδήλωσης για τον Νίκο Πλουμπίδη (ενταγμένη και αυτή στον κύκλο «Η Αθήνα ελεύθερη») με το ακόλουθο επιχείρημα: Η Βουλή δεν μπορεί να τιμά τον Πλουμπίδη, διότι ο Πλουμπίδης δεν ανήκει στο έθνος.

Ο αρθρογράφος δεν εννοεί -υποθέτω- πως ο Πλουμπίδης δεν υπήρξε και αυτός Έλληνας όπως όλοι μας, αλλά πως δεν ταιριάζει με τη συλλογική αναπαράσταση που έχουμε για το τι συνιστά έθνος και τι συνιστά εθνικό.

Ανάμεσα, λοιπόν, στις μέριμνες των ιστορικών -των ιστορικών που συνειδητοποιούν την αξία της δημόσιας ιστορίας- ίσως η πιο σημαντική από τις μέριμνές τους οφείλει να είναι η χειραφέτηση των πολλών από τα δεσμά του εθνικισμού. Η καλλιέργεια, συνακόλουθα, μιας πληθυντικής συλλογικής ταυτότητας και μια προπαιδεία ανοχής και ανεκτικότητας.

Προϋπόθεση για να επιτευχθούν όλα τούτα, είναι να αποκτήσουμε δίπλα στον ιστορικό των αρχείων τον ιστορικό του μουσείου, της τηλεόρασης, του Διαδικτύου, του σχολείου, του άστεως. Τον δημόσιο ιστορικό που έχουμε ανάγκη για να καταστεί η έγκυρη ιστορική γνώση το κοινό νόμισμα της κοινωνίας μας.

 

* Ο Χάρης Αθανασιάδης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διευθυντής του μεταπτυχιακού «Δημόσια Ιστορία» του ΕΑΠ

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Η πρωτοβουλία στα χέρια της κυβέρνησης

Η κυβέρνηση, που για τρεισήμισι χρόνια πορεύτηκε με δεμένα τα χέρια, τώρα έχει έναν καθαρό δρόμο μπροστά της. Η προώθηση ώριμων προοδευτικών μεταρρυθμίσεων και ένα σχέδιο εξωστρεφούς δράσης θα ενισχύουν ακόμα περισσότερο τη δυναμική της.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο