Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το παλαιότερο μυθιστόρημα στον κόσμο συναρπάζει ακόμη

Ουταγκάουα Κουνιγιόσι: "Προφορική σάτιρα: Φθινοπωρινό φεγγάρι στο Ισιγιάμα" (περ. 1835-1840)

"Γκέντζι Μονογκατάρι": Το έργο της μυστηριώδους Μουρασάκι που έγινε ταινία, τηλεοπτική σειρά, όπερα και χαρτονόμισμα

Του ΘΑΝΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ

Το αρχαιότερο μυθιστόρημα πιστεύεται πως γράφηκε τέλος του 10ου με αρχή του 11ου αιώνα στην Ιαπωνία, από γυναίκα, και μάλιστα χωρίς να διασώζεται το πραγματικό της όνομα. Καθώς όμως η δομή της «Γκέντζι Μονογκατάρι», της «Ιστορίας του Γκέντζι», διότι περί αυτού πρόκειται, διαφέρει από εκείνην που έχουν συνηθίσει για αιώνες οι αναγνώστες, ορισμένοι ιστορικοί της λογοτεχνίας δηλώνουν επιφυλακτικοί για το αν το έργο αυτό της Μουρασάκι Σικίμπου, όπως είναι το ψευδώνυμο της συγγραφέως, θα πρέπει όντως να θεωρείται ως το παλαιότερο μυθιστόρημα.

Προβάλλουν το επιχείρημα ότι η υπόθεση παρουσιάζει χάσματα, δεν έχει τέλος και διακόπτεται από παρεμβαλλόμενα ποιήματα. Και ισχυρίζονται πως, διαστέλλοντας την ερμηνεία για τη δομή του συγκεκριμένου λογοτεχνικού είδους, κάλλιστα θα μπορούσε λόγου χάριν να θεωρηθεί ως αρχαιότερο το «Σατυρικόν» του Πετρώνιου από τον πρώτο αιώνα. Αναλόγως κριτηρίων, άλλοι θεωρούν ως παλαιότερο τον "Δον Κιχώτη", άλλοι τον "Ροβινσώνα Κρούσο" λόγω του ρεαλιστικού στοιχείου του, κ.ο.κ. Κάποιοι υποστηρίζουν ακόμη ότι πιθανόν να μην είναι μία η συγγραφέας, αλλά δύο (σε συνεργασία της Μουρασάκι με την κόρη της) ή και περισσότερες.

Η "Γκέντζι Μονογκατάρι" εκτυλίσσεται γύρω από τη ζωή του Χικάρου Γκέντζι, του «Λαμπερού Γκέντζι», γιου του μυθικού αυτοκράτορα Κιριτσούμπο και μίας εκ των συντρόφων του, της αρχόντισσας Κιριτσούμπο. Στα ελληνικά το "Χικάρου" έχει αποδοθεί και ως "Φωτισμένος", όμως κύριο γνώρισμα του ήρωα της Μουρασάκι Σικίμπου είναι το κάλλος και όχι η πνευματικότητα, ως εκ τούτου το "Λαμπερός" ανταποκρίνεται περισσότερο στον συγκεκριμένο χαρακτήρα.

Ο αυτοκράτορας υποβιβάζει τον γιο του σε κοινό θνητό δίνοντάς του το επίθετο Μιναμότο, το οποίο έπαιρναν επί αιώνες όσα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας ετίθεντο εκτός γραμμής διαδοχής παραμένοντας απλά μέλη της ιαπωνικής αριστοκρατίας. Τους Μιναμότο, ή Γκέντζι, τους συναντάμε συχνά στην ιστορία της Χώρας του Ανατέλλοντος Ηλίου ήδη από τη δυναστεία Χεϊάν («Ειρήνη») που κυβέρνησε στο τέλος του 8ου αιώνα έχοντας έδρα το σημερινό Κυότο, έως την ταραγμένη εμφυλιοπολεμική περίοδο της παρακμής των φεουδαρχών, την Σενγκόκου, τον 16ο αιώνα.

Πρώτος ονόμασε τον 9ο αιώνα κάποια παιδιά του "Μιναμότο" ο Σάγκα, 52ος Ιάπωνας αυτοκράτορας. Απέκτησε συνολικά 49 παιδιά από 30 διαφορετικές γυναίκες, πολλά εκ των οποίων ονομάστηκαν "Μιναμότο", που σημαίνει «καταγωγή». Πρώτος Μιναμότο θεωρείται ο Μιναμότο Νο Μακότο, έβδομος γιος του Σάγκα. Από τις σημαντικότερες οικογένειες Μιναμότο ήταν η Σέιγουα Γκέντζι, απόγονοι του σαμουράι του 10ου αιώνα Μιναμότο Νο Τσουνεμότο.

Ο «Λαμπερός Γκέντζι» είναι στο χαμένο χειρόγραφο (την ιστορία τη γνωρίζουμε από αντιγραφές) ένας απαράμιλλης ομορφιάς νέος, δευτερότοκος γιος του αυτοκράτορα, ο οποίος όμως τον υποβιβάζει για πολιτικούς λόγους σε Γκέντζι, αξιωματικό, απλό μέλος της αριστοκρατίας. Το μυθιστόρημα δεν αποκαλύπτει το όνομα του Γκέντζι ούτε και πολλών ακόμη ηρώων του. Αποκαλείται Ροκουτζό Νο Ιν ή απλώς Ιν και συχνά αναφέρεται αφηγηματικά ως Γκέντζι.


"Γκέντζι Μονογκατάρι". Ασπρόμαυρη ιαπωνική ταινία του 1951 σε σκηνοθεσία Κοζαμπούρο Γιοσιμούρα

Αν και δεν πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, πιστεύεται πως περιγράφει κάποιον πραγματικό πρίγκηπα, ίσως τον Μιναμότο Νο Τόρου, εγγονό του Σάγκα. Για τον ποιητή και πολιτικό Μιναμότο Νο Τόρου γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε το 822 και πέθανε το 895, ο δε τάφος του βρίσκεται στον βουδιστικό ναό Σεϊριό-τζι, στο διαμέρισμα Ουκιό-κου του Κιότο.

Στο έργο η μητέρα του Χικάρου Γκέντζι πεθαίνει όταν αυτός είναι τριών ετών. Παρά την ομορφιά και την ευφυΐα του, ο αυτοκράτορας που τον προόριζε για διάδοχο ανησυχεί πως η παραμονή του δευτερότοκου γιου του στον θρόνο θα ήταν επισφαλής χωρίς στήριξη από το σόι της μητέρας του και επηρεάζεται από την προφητεία ενός Κορεάτη μάντη πως η χώρα θα οδηγούνταν στο χάος και την αναρχία εάν τον διαδεχόταν ο Χικάρου.

Ο αυτοκράτορας παίρνει για σύζυγο τη 16χρονη πριγκίπισσα Φουτζιτσούμπο επειδή μοιάζει καταπληκτικά με την πεθαμένη αρχόντισσα Κιριτσούμπο. Η ομοιότητά της με τη μητέρα του δεν αφήνει αδιάφορο τον Χικάρου, ο οποίος μέσα από ένα λανθάνον οιδιπόδειο σύμπλεγμα ερωτεύεται τη μητριά του. Μητριά και θετός γιος συνάπτουν σχέση αποκτώντας γιο, τον Ρεϊζέι, μελλοντικό αυτοκράτορα, τον οποίον οι υπόλοιποι θεωρούν γιο του αυτοκράτορα.

Η Φουτζιτσούμπο προάγεται σε αυτοκράτειρα και ο Ρεϊζέι χρίζεται δεύτερος στην ιεραρχία διάδοχος μετά τον Σουζάκου, γιο άλλης συζύγου του αυτοκράτορα, της Κοκίντεν. Ωστόσο ζει υπό διαρκή φόβο μην αποκαλυφθεί το μυστικό της. Η αντίζηλος της Φουτζιτσούμπο, η Κοκίντεν, εκτός από σύζυγος του αυτοκράτορα, είναι και κόρη του πανίσχυρου ουνταϊτζίν, του αναπληρωτή υπουργού Κρατικών Υποθέσεων και επί λέξει «υπουργού της Δεξιάς».

Αυτός στο τριμελές υπουργικό συμβούλιο, υπό τον πρωθυπουργό νταϊτζό-νταϊτζίν, βρίσκεται με βάση το κυβερνητικό οργανόγραμμα κάτω από τον σανταϊτζίν, τον «υπουργό της Αριστεράς», και πάνω από τον ναϊνταϊτζίν, τον «υπουργό του Κέντρου».

Η Κοκίντεν ήταν που έπεισε τον αυτοκράτορα να θέσει εκτός γραμμής διαδοχής τον Χικάρου και να τον εξορίσει στη Σούμα για να επιβάλει τον γιο της, Σουζάκου, ως διάδοχο του θρόνου, ο οποίος αργότερα θα στεφθεί αυτοκράτορας. Με την επιστροφή του όμως από την εξορία, ο Χικάρου θα τη βγάλει εκτός μάχης.

Ο Χικάρου θα συμμαχήσει με την ερωμένη του και μητριά του Φουτζιτσούμπο, η οποία αποκτά πολιτικές φιλοδοξίες και στην πορεία της αφήγησης το δεκαεξάχρονο κορίτσι θα μεταμορφωθεί σε αδίστακτη πολιτικό, η οποία πάντως θα ανακτήσει τον ρομαντισμό της λίγο πριν ξεψυχήσει. Μόνο μετά τον θάνατό της θα ανακαλύψει ο γιος της την ταυτότητα του πραγματικού του πατέρα, τον οποίο νόμιζε για ετεροθαλή αδελφό του, ενώ στο μεταξύ ο Χικάρου έχει αποκτήσει από τη σύζυγό του Ακάσι μία κόρη, την οποία θα δώσει για υιοθεσία στην ερωμένη του, τη Μουρασάκι, για να της δώσει καλύτερη ανατροφή. Ο Χικάρου θα αποκτήσει και γιο από τη σύζυγό του Σόι, τον Γιούγκιρι. Ο φίλος του Γιούγκιρι, Κασιβάγκι, μεγαλύτερος γιος του Ναϊνταϊτζίν, του «υπουργού του Κέντρου», διατηρεί σχέση με την τρίτη σύζυγο του Χικάρου, την Όμνα σαν νο μίγια («Τρίτη Πριγκίπισσα»), με την οποία αποκτούν τον Καόρου.

Όταν ο τελευταίος πληροφορηθεί την αλήθεια για τον πραγματικό του πατέρα, θα στραφεί στον βουδισμό. Φίλος του είναι ο Νίο νο μίγια, ο «Αρωματισμένος μεγαλειότατος». Αυτός ενδιαφέρεται μόνο για τις ερωτικές του υποθέσεις και θα αποπειραθεί να αυτοκτονήσει από ενοχές επειδή είχε βιάσει την αδελφή της συζύγου του Νάκα νο κίμι, την Ουκιφούνε, κόρη του Χατσινομίγια, όγδοου πρίγκηπα του αυτοκράτορα Κιριτσούμπο, ανιψιά δηλαδή του Χικάρου.

Στην πλοκή του έργου εμφανίζονται εκατοντάδες ακόμη χαρακτήρες που κρατούν ζωηρό το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ενώ όσο μεγαλώνει ο Γκέντζι τόσο προχωρά η παρακμή στο βασίλειο.


Η "Ιστορία του Γκέντζι" -κατά βάση τα πρώτα τρία κεφάλαιά της- μεταφέρθηκε το 1999 και στην όπερα, σε μουσική Μινόρου Μίκι και λιμπρέτο Κόλιν Γκρέιαμ, κάνοντας πρεμιέρα το 2000 στην Όπερα του Σαίν Λούις στις ΗΠΑ

Ποια ήταν η Μουρασάκι

Βασικά βιογραφικά στοιχεία της Μουρασάκι παραμένουν άγνωστα, όπως το έτος γέννησης (γνωρίζουμε μόνο ότι τοποθετείται μετά το 973), από το έτος θανάτου (πριν από το 1031) ή το πραγματικό της όνομα. Εικάζεται ότι επρόκειτο για την Φουτζιβάρα Νο Καορούκο, ή Καορίκο, ή Τακάκο, ή Κούσι, ή Γιοσίκο. Κατόρθωσε να μάθει κινέζικα, ασύνηθες για γυναίκα, και αυτό της χρησίμευσε για το αυλικό της αξίωμα. Παντρεύτηκε γύρω στην αλλαγή της πρώτης με τη δεύτερη μ.Χ. χιλιετία, δύο χρόνια αργότερα απέκτησε μία κόρη και στη συνέχεια χήρεψε. Ενδιάμεσα εκτιμάται ότι ξεκίνησε να συγγράφει την "Ιστορία του Γκέντζι".

Η φήμη της ως λογοτέχνιδος, σε συνδυασμό με τη γνώση της κινεζικής τη βοήθησε να προσληφθεί ως "κυρία επί των τιμών" στην ακολουθία της αυτοκράτειρας Σόσι, γεγονός που με τη σειρά του της έδωσε την ευκαιρία να εντάξει στο μυθιστόρημά της περιστατικά από τη ζωή της αυλής. Έξι χρόνια αργότερα είχε πια αποσυρθεί με τη Σόσι παρά τη λίμνη Μπίουα, τη μεγαλύτερη της Ιαπωνίας, εννέα χιλιόμετρα έξω από το Κιότο.

Η Μουρασάκι έγραψε ακόμη το ποιητικό "Ημερολόγιο της κυρίας Μουρασάκι" αν και η "Ιστορία του Γκένζι" ήταν που την έκανε διάσημη σε όλη την Ιαπωνία σε λιγότερο από μια δεκαετία από τη συγγραφή της, ενώ μέσα στον 11ο αιώνα είχε καταστεί ήδη κλασική. Από τον 13ο αιώνα πλήθος Ιαπώνων ζωγράφων και χαρακτών, ανάμεσά τους τα μεγαλύτερα ονόματα των εικαστικών τεχνών της χώρας, είχαν φιλοτεχνήσει πορτρέτα της, στιγμές του βίου της και σκηνές από τα έργα της.


Το χαρτονόμισμα των 2.000 γιεν που εξέδωσε η κεντρική τράπεζα της Ιαπωνίας με θέμα την Ιστορία του Γκέντζι και με την παράσταση της Μουρασάκι δεξιά

Κυρία επί των τιμών

Η Μουρασάκι Σικίμπου ήταν "κυρία επί των τιμών". Ο αντίστοιχος τίτλος διαφοροποιείται από χώρα σε χώρα. Επί Όθωνος, για παράδειγμα, η βασίλισσα Αμαλία διέθετε τρεις διαφορετικές κατηγορίες συνοδών - ακολούθων, τις grande maitresse, dame d'honneur, και dame de palais. Στο Βυζάντιο αντίστοιχη αξιωματούχος ήταν η Ζωστή Πατρικία, συνήθως συγγενής της αυτοκράτειρας, κατατασσόμενη μεταξύ Μαγίστρου και Κουροπαλάτη. Στη Γαλλία η "κυρία επί των τιμών" ήταν συγκεκριμένο αξίωμα, τέταρτο ιεραρχικά μετά τις Surintendante de la Maison de la Reine, Première dame d'honneur και dame d'atour.

Στην Ιαπωνία τα σχετικά αξιώματα αποδίδονταν αποκλειστικά σε μέλη της αυλικής αριστοκρατίας και οι "κυρίες επί των τιμών" ανήκαν στην αριστοκρατία, ήταν μορφωμένες, και ειδικά την περίοδο Χεϊάν, οπότε έζησε η Μουρασάκι Σικίμπου, έπρεπε συν τοις άλλοις να γνωρίζουν κινεζική προκειμένου να τις εγκρίνει το αυτοκρατορικό Γραφείο Ακολούθων των Ανακτόρων. Τους επόμενους αιώνες και έως το 1924 οι "κυρίες επί των τιμών" θα χωρίζονταν σε επιμέρους κατηγορίες, δυνάμενες να γίνουν παλλακίδες, ακόμη και αυτοκράτειρες.


Ουταγκάουα Χιροσίγκε: "Η Μουρασάκι ατενίζει το φεγγάρι στον ναό Ισιγιάμα" (1846/1847). Ο Χιροσίγκε απεικονίζει στο συγκεκριμένο χαρακτικό τη Μουρασάκι να εμπνέεται το μυθιστόρημα για τη ζωή του Γκέντζι ρεμβάζοντας στην Πανσέληνο της Συγκομιδής πάνω από τη λίμνη Μπίουα, από τον βουδιστικό ναό Ισιγιάμα-ντέρα

Η Μουρασάκι Σικίμπου στην τέχνη

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019, οκτώμισι το βράδυ. Στη Χάιφα εγκαινιάζεται στο Μουσείο Ιαπωνικής Τέχνης Τικοτίν η έκθεση "Χειμερινός Κήπος: Η εξερεύνηση της Micropop Φαντασίας στη σύγχρονη ιαπωνική τέχνη" και έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να δούμε μια έκθεση που είχαμε επισκεφθεί επτά χρόνια νωρίτερα, Ιούνιο του 2012, στο Ίδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη στην Αθήνα.

Αναζητώντας υλικό και από άλλες διάφορες εκθέσεις που έχει οργανώσει το μουσείο τα τελευταία χρόνια, «ανακαλύπτουμε» τους «Ιάπωνες ήρωες του πολιτισμού». Στη σελίδα 73 του σχετικού λευκώματος του μουσείου διαβάζουμε τις σημειώσεις και πληροφορίες για έναν εξαιρετικό πίνακα που μαγνητίζει το βλέμμα και οι οποίες προκαλούν ανάλογο -αν όχι και μεγαλύτερο- ενδιαφέρον.

Πρόκειται για το «Προφορική Σάτιρα: Φθινοπωρινό Φεγγάρι πάνω από την Ισιγιάμα» του μεγάλου ζωγράφου του 19ου αιώνα Ουταγκάβα Κουνιγιόσι (1 Ιανουαρίου 1798 - 14 Απριλίου 1861). Το ίδιο θέμα ("Η κυρία Μουρασάκι στον ναό Ισιγιάμα") φιλοτέχνησε μεταξύ του 1847 και του 1848 ένας από τους δύο - τρεις σημαντικότερους Ιάπωνες ζωγράφους, ο Ιταγκάβα Χιροσίγκε.

Το Ισιγιάμα που θα φιλοτεχνήσουν και άλλοι ζωγράφοι σε σχέση με τη συγγραφέα είναι ο ναός του 8ου αιώνα παρά τη λίμνη Μπίουα, όπου σύμφωνα με τον θρύλο ξεκίνησε την αυγουστιάτικη πανσέληνο του 1004 η Μουρασάκι τη συγγραφή της "Ιστορίας του Γκέντζι".

Το ίδιο βιβλίο θα εμπνεύσει επίσης τον κόσμο του κινηματογράφου. Το 1951 θα προβληθεί η ταινία "Η Ιστορία του Γκέντζι" σε σκηνοθεσία Κοζαμπούρο Γιοσιμούρα, το 1987 θα γυριστεί και άλλη ταινία με τον ίδιο τίτλο σε σκηνοθεσία Κον Ιτσικάουα και Τετσούκι Τακέτσι, ενώ το ίδιο έργο θα μεταφερθεί το 1999 στην όπερα και το 2009 στην τηλεόραση. Το δε ιαπωνικό κράτος θα εκδώσει χαρτονόμισμα των 2000 γιεν με αναφορές στην Ιστορία του Γκέντζι και την Μουρασάκι Σικίμπου.

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Έχει δίκιο η Ν.Δ.

Ναι, φυσικά. Έχει δίκιο η Ν.Δ. Ο Τσίπρας φταίει που ακυρώθηκε το ντιμπέιτ. Βρήκε μια αστεία δικαιολογία, τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε., η οποία θα αποφασίσει για τα πρόσωπα που θα ηγηθούν των ευρωπαϊκών μηχανισμών.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο