Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το τελευταίο αντίο στον Θοδωρή Μιχόπουλο

ΑΠΕ - ΜΠΕ

Το τελευταίο αντίο από συγγενείς, φίλους, συναδέλφους - Σχεδόν σύσσωμη η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ

Το τελευταίο αντίο στον δημοσιογράφο Θοδωρή Μιχόπουλο, που έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Κυριακής από ανακοπή καρδιάς, είπαν συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι και αρκετά μέλη της κυβέρνησης και της ΚΟ ου ΣΥΡΙΖΑ. Παρώντες ο Αλέξης Τσίπρας και ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης.

Στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών, όπου τελέστηκε η νεκρώσιμος ακολουθία του δημοσιογράφου, βρέθηκαν μεταξύ άλλων η εκπρόσωπος Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, Ράνια Σβίγκου, ο  γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνος Ρήγας, ο Ευκλ. Τσακαλώτος, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημήτρης Τζανακόπουλος, ο υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής Νίκος Παππάς, ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος, ο υπουργός Υγείας Ανδρ. Ξανθός, ο υπουργός Επικρατείας Χρ. Βερναρδάκης, ο υπουργός Επικρατείας Αλ. Φλαμπουράρης, η υπουργός Εργασίας Ε. Αχτσιόγλου, η αναπλ. υπουργός Εργασίας Θ. Φωτίου, ο υπουργός Παιδείας Κ. Γαβρόγλου, ο υπουργός Εσωτερικών Π. Σκουρλέτης, ο αν. υπουργός Υγείας Π. Πολάκης, ο υπουργός Ναυτιλίας Π. Κουρουμπλής, ο αν.υπουργός Εξωτερικών Γ. Κατρούγκαλος, ο αν. υπουργός Οικονομικών Γ.Χουλιαράκης, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης Β. Αποστόλου, η υπουργός Διοικητικής Ανασυγκρότησης Ολ. Γεροβασίλη, ο αν. υπουργός Αμυνας Δ. Βίτσας, ο Ν. Φίλης, η αντιπρόεδρος της Βουλής Τ. Χριστοδουλοπούλου, ο αντιπρόεδρος της Βουλής Γ.Βαρεμένος, ο επικεφαλής του Ποταμιού Στ. Θεοδωράκης, ο υφυπουργός Εξωτερικών Τ. Κουίκ . Απ' τη Νέα Δημοκρατία παρέστησαν ο Ευ. Αντώναρος και ο Κ. Ζούλας.

Από την «ΑΥΓΗ» παρόντες ήταν ο Διευθύνων Σύμβουλος της εφημερίδας, Δημήτρης Στούμπος, ο Διευθυντής, Κωστής Νικολακάκος, καθώς και πολλοί συνάδελφοι του Θ.Μιχόπουλου δημοσιογράφοι.

«Σήμερα αποχαιρετούμε τον αγαπημένο μας φίλο Θοδωρή και είναι ιδιαίτερα δύσκολο για μας που δεν πιστεύουμε σε μια συνάντηση στο μέλλον», είπε ο Ευκλείδης Τσακαλώτος ο οποίος εκφώνησε τον επικήδειο και συνέχισε.

«Σε φυλές της Αφρικής υπάρχουν θρύλοι που λένε ότι υπάρχει συνέχεια με τους νεκρούς, θα συνεχίσουμε να μιλάμε μαζί του, θα του απαντάμε και θα μας απαντάει σε εσωτερικούς διαλόγους και θα γινόμαστε πλουσιότεροι. Ο Θόδωρος Μιχόπουλος, ήταν άνθρωπος με πολύ χιούμορ που ξεκινούσε από τον αυτοσαρκασμό. Είχε το δικαίωμα να μας πειράζει γιατί ξεκινούσε από τον εαυτό του.

» Είχε την αναγνώριση των συναδέλφων του που είναι η μεγαλύτερη τιμή για έναν επαγγελματία. Ήταν ένας άνθρωπος με βαθειά αριστερή συνείδηση και πρακτική. Γνώριζε ότι μπορεί κάποιος να εξελίξει τη θέση του όχι με την ανατροπή αλλά ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο σε ένα βιβλίο με συνέχεια. Ως φίλος και σύντροφος πρόσεχε πιο πολύ τους άλλους από τον εαυτό του.

» Μας βοηθούσε, όσο δε μπορώ να σας πω, με την διαπραγμάτευση. Όχι μόνο επί της ουσίας αλλά και στις δύσκολες στιγμές μας έδινε το κουράγιο να συνεχίσουμε. Τον στεναχωρούσαν πολλά πράγματα στην πολιτική και στη δημοσιογραφία. Στην δημοσιογραφία ότι χάθηκε η διαφορά ανάμεσα στην είδηση και στον σχολιασμό και ότι χάθηκαν πια οι καλές πένες. Είχε μια συγκεκριμένη άποψη για την άσκηση της πολιτικής από την Αριστερά, με ηγεμονία και όχι με επιβολή και παρεμβάσεις σε όλους τομείς, στην υγεία, στην παιδεία στα δικαιώματα, παρεμβάσεις που αναδεικνύουν τις αξίες της Αριστεράς και δίνουν το στίγμα μιας άλλης κοινωνίας.

» Ο Μιχο ήταν επαγγελματίας, είχε την αναγνώριση των συναδέλφων του. Ήταν άνθρωπος με βαθιά αριστερή συνείδηση και πρακτική. Μας βοήθησε με τη διαπραγμάτευση όσο δεν μπορώ να σας περιγράψω. Στις δύσκολες στιγμές μας έδινε κουράγιο με το χιούμορ» ανέφερε μεταξύ άλλων ο υπουργός Οικονομικών.

Με φανερή τη συγκίνηση στην εκφορά του, ο σύντροφος και συνάδελφος του Σταύρος Καπάκος, Γενικός Γραμματέας της ΕΣΗΕΑ, αποχαιρέτησε τον Θοδωρή Μιχόπουλο στο όνομα όλων των δημοσιογράφων που βοήθησε, ενθάρυνε, υπερασπίστηκε κατά περίπτωση. Και στο όνομα επίσης της συντροφικότητας και της φιλίας τους:

Αγαπητέ φίλε, αγαπητέ συνάδελφε, αγαπητέ σύντροφε. Θοδωρή μας. Αν και πρέπει να σε αποχαιρετήσω εκ μέρους της ΕΣΗΕΑ, και του δημοσιογραφικού κόσμου, ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω με κάτι προσωπικό. Δεν μπορώ να μείνω στα τυπικά. Είμαι βέβαιος, οτι ούτε εσύ θα το ήθελες.

Γνωριστήκαμε στον «Ρήγα», τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Θυμάσαι Θοδωρή, σαράντα χρόνια πριν, στο γραφείο των ΑΤΕΣ, στην οδό Σολωμού. Εσύ έφευγες, τελείωνες τη σχολή και εγώ ερχόμουν. Μας ένωσε η κοινή πορεία, το δόσιμο, στην μεγάλη περιπέτεια της Ανανεωτικής Αριστεράς, που έμελε να μας οδηγήσει λίγα χρόνια μετά, σε ένα άλλο δόσιμο,την δημοσιογραφία.

Ο Θοδωρής δεν κάθισε ποτέ φρόνιμα, επέλεξε το ζην επικινδύνως, ρουφούσε τη ζωή μέχρι το μεδούλι και τη δημοσιογραφία με ασίγαστο πάθος, άποψη και ευαισθησία. Εφυγε όρθιος έχοντας κερδίσει με την σκληρή δουλειά, την οξυδέρκεια και την λεβεντιά του, την αναγνώριση των ανθρώπων της ενημέρωσης και των πολιτικών, φίλων και αντιπάλων.

Αν είναι σωστό οτι η αμοιβή για το χρέος,που επιτελέσαμε είναι η δύναμη, που παίρνουμε για να επιτελέσουμε ένα άλλο ο Θοδωρής ήταν ταγμένος στο χρέος. Δεν ανήκε σε τζάκι, δημιούργησε ο ίδιος τον μύθο του με πολύ μόχθο και ευαισθησία. Πολεμούσε με τις δυνάμεις του μέρα-νύχτα, έδινε μάχες για να επιτελέσει το χρέος του προς την Αριστερά και έπαιρνε δύναμη για να συνεχίσει ακόμη κι όταν η φθορά της υγείας, του κτυπούσε προειδοποιητικά το καμπανάκι της. Απο ένα σημείο και μετά ο Θοδωρής είχε επιλέξει το ζην επικινδύνως.

«Κάνε κουράγιο καρδιά μου

μην τυχόν και μ´αρρωστήσεις

έχεις πολλά υποφέρει

φοράμαι μη τσακίσεις», τραγουδούσε η ουράνια Σωτηρία Μπέλου την δημιουργία του Γιάννη Παπαϊωάννου. Όμως ο Θοδωρής δεν έπαιρνε απο προειδοποιήσεις.

Εβαζε, όπως πολλοί άλλοι απλοί άνθρωποι της Αριστεράς, το χρέος πάνω απο όλα. Ήταν άνθρωπος της προσφοράς, έδινε χωρίς να ζητά ανταπόδοση. Ακόμη κι οταν κάποιοι αμετροεπείς, τον πλήγωναν, συνέχιζε να προσφέρει. Όσες φορές κι αν πληγώθηκε, έβρισκε τις δυνάμεις να δηλώνει παρόν στην μεγάλη περιπέτεια της ενημέρωσης και της Αριστεράς χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό του να πέσει στην ευτέλεια και την μετριότητα. Χωρίς να φοβηθεί απο τα καμπανάκια για την υγεία του, έπερνε μια μικρή ανάσα και ξανά στις επάλξεις. Η φωνή της συνείδησης για να επιτελέσει το χρέος και το «μικρόβιο» της ενημέρωσης, δεν τον άφηναν ήσυχο. Η συνείδησή μας παραμένει αδιάψευστος κριτής αρκεί να μην την έχουμε δολοφονήσει έλεγε ο Μπαλζάκ.

Τα τελευταία χρόνια, αρκετές φορές «φάγαμε τα μουστάκια μας», συζητώντας για την Αριστερά, την δημοσιογραφία, την ΕΡΤ. Μόνο που αυτό ήταν μια φυσική διαδικασία για μας. Σπάζαμε το κεφάλι μας να δόσουμε απαντήσεις σε δύσκολα ερωτήματα, να υπερβούμε αδιέξοδα. Θυμάσαι Θοδωρή, που αναρωτιόμασταν κατα πόσο το πολιτικό και το μιντιακό σύστημα της χώρας μας, μπορούν να αποδεχθούν μια προοπτική μικρού έστω BBC για τη δημόσια τηλεόραση, που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ανάκτηση της χαμένης αξιοπιστίας των μέσων ενημέρωσης συνολικά. Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες, δώσαμε μικρές και μεγάλες μάχες. Βρίσκαμε τον τρόπο να ξεπερνάμε τις διαφωνίες ή να συνυπάρχουμε δημιουργικά με αυτές. Δεν επιτρέψαμε στις πικρίες να οδηγήσουν τη σκέψη μας, όχι πάντα είναι αλήθεια, αλλά άνθρωποι είμαστε, δεν είμαστε απο πέτρα.

Ο δημοσιογραφικός κόσμος αποχαιρετά με πόνο ψυχής ένα εκλεκτό μέλος του και η Αριστερά ένα ξεχωριστό άνθρωπο. Αγαπητέ φίλε, αγαπητέ συνάδελφε, αγαπητέ σύντροφε, Θοδωρή μας. 'Ησουν ένας απο εμάς, έφυγες όρθιος, κέρδισες με το σπαθί σου την αναγνώριση, άφησες αποτύπωμα στη δημοσιογραφία, την Αριστερά και τον δημόσιο βίο. Ενα καλό όνομα, μιάν υπόληψη. Θα μείνεις για πάντα στο βιβλίο της μνήμης μας.

Ο σύντροφος και καλός του φίλος Μπάμπης Γεωργούλας, αποχαιρέτησε τον Θοδωρή φέρνοντας στη μνήμη όλων το εγχείρημα της «Εποχής» :

Αδελφέ Θόδωρε, "έπεσες επί των επάλξεων". Έτσι θα λέγαμε αν ζούσαμε σε εποχές ηρωικές. Όμως, αν θυμάμαι καλά, είχαμε έγκαιρα συνομολογήσει πως οι εποχές μας δεν είναι ηρωικές, τουλάχιστον όσο στα οράματά μας. Αλλά και ότι ακόμα και τις πιο αντιηρωικές εποχές μπορούμε και οφείλουμε να τις βιώνουμε σαν ιστορικά καθήκοντα και ιστορικές δυνατότητες. Με όσο γίνεται πιο μεγάλη συναίσθηση της μικρής ή μεγάλης, ανάλογα με το μπόι μας, ιστορικής ευθύνης που μας προτείνεται σε κάθε συγκυρία.

Έτσι βρεθήκαμε ξανά, μετά τη μεγάλη απόπειρα του 1968, με το ΚΚΕ Εσωτερικού, στην "Εποχή", να επιχειρούμε, σε πείσμα των καιρών, να αποδείξουμε ότι το 1990, με την κατάρρευση του ονείρου της Σοβιετικής Ένωσης, δεν κατέρρεαν και τα σύνορα μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, όπως υποστηρίζουν σχεδόν οι πάντες.

Παιδιά της Βάρκιζας όλοι εμείς της ελληνικής Αριστεράς, όπως παρατήρησε εύστοχα ένας σύντροφος, άσχετα αν μέσα μας δεν την αποδεχτήκαμε, κινδυνεύαμε τότε από μια πολύ πιο μεγάλη, τεράστια Βάρκιζα, παγκοσμίων διαστάσεων.

Αυτό μας έδινε το κοινό έδαφος, μας κρατούσε όρθιους και μας όπλιζε με επιμονή στη διατήρηση και διάδοση ενός εντύπου, το οποίο θα λογιζόταν ασήμαντο για τις δικές σου δυνατότητες, αν το έβλεπε κανείς μόνο από επαγγελματική σκοπιά.

Αυτό μας έδωσε και το θάρρος ή και το θράσος να μην απορρίψουμε τη δοκιμασία της Αριστεράς στην κυβέρνηση, και μάλιστα σε σκληρές μνημονιακές συνθήκες.

Με την ίδια σου τη ζωή, και με τον θάνατό σου ακόμα περισσότερο, μπορεί κανείς να αποδείξει ότι δεν είναι αυτός ο ευκολότερος δρόμος. Ιδίως όταν δεν τον παρακολουθείς απ' έξω, αλλά τον βιώνεις καθημερινά: το πρωί με την κυβέρνηση, το βράδυ με τις αμφιβολίες μας και τους φίλους που διαφωνούν, τις τύψεις μας.

Και σε όσους απορούσαμε και απορούμε πώς συμβιβάζονται όλα αυτά, η απάντηση είναι γνωστή στους ανθρώπους από σάρκα -όχι από σίδερο ή από μάρμαρο: αποτελούμε τη σύνθεση των αντιφάσεών μας, που αντανακλούν τις αντιφάσεις των καιρών μας. Με αυτές πορευόμαστε. Με αυτές αναμετριόμαστε.

Η τρίτη σελίδα στην εφημερίδα μας, την "Εποχή", θα σου ανήκει. Έτσι αποφασίσαμε. Μόνο που τώρα δεν μπορούμε να πούμε ό,τι είχαμε πει όταν σε χρειάστηκαν στο Μαξίμου. Εκεί μπορεί να σε δώσουμε με υποσχετική. Ο χάρος, όμως, δεν υπογράφει τέτοια χαρτιά.

Κι αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο ενός τέτοιου αποχωρισμού για όσους δεν γίνεται να πιστέψουν ότι μπορεί να ξανασυναντηθούμε.

Ο Γιάννης Αλμπάνης, εκ μέρους του Γαβριήλ, του Τάσου, του Ηλία και του Γιάννη, μίλησε για τον «παππού». Έτσι τον αποκαλούσε στα 62 του χρόνια, η σχετικά πρόσφατη παρέα του, των 35άρηδων, που τον αγαπούσε πολύ. Ο Αλμπάνης τον είχε συναντήσει άλλωστε προχθές, εκείνο το τελευταίο Σάββατο βράδυ:

Το Σάββατο το βράδυ ο παππούς ήταν στο Μουζίκ. Καθόταν έξω στο κρύο, γιατί μέσα είχε φασαρία, κι έγραφε ένα non paper για το πόθεν έσχες των μελών του ΤΧΣ. Στη διπλανή καρέκλα είχε τη γνωστή σακούλα με τις κυριακάτικες εφημερίδες. Ενώ έγραφε, έστελνε sms και μίλαγε στο κινητό. Γενικά ήταν ευδιάθετος γιατί "την είχε φέρει στο 'σύστημα Νέα Δημοκρατία'". Μεταξύ δύο δελτίων Τύπου, η δόση είχε αυγατίσει κατά τρία δισ. Μετά αισθάνθηκε αδιαθεσία. Ο παππούς έριξε αυλαία ακριβώς όπως έζησε.

Τον παππού τον αποχαιρετάνε όλοι ως δημοσιογράφο -θα του άρεσε πολύ αυτό. Γιατί αν και βρέθηκε στον πυρήνα της εξουσίας, δεν έγινε άνθρωπος του κράτους. Παρέμεινε άνθρωπος της ενημέρωσης και της επικοινωνίας. Ο παππούς ήξερε να γράφει, ήξερε τηλεόραση, ήξερε να σουμάρει, ήξερε να βγάζει γραμμή, ήξερε την πιάτσα. Ήξερε να "βλέπει" την είδηση και, κυρίως, ήξερε να τη φτιάχνει. Εθισμένος στον ίλιγγο της πληροφορίας, ασταμάτητα περίεργος για να μάθει.

Τον αποχαιρετάμε επίσης ως αριστερό. Και αυτό θα του άρεσε. Με την ΟΣΕ, το ΚΚΕ Εσωτερικού, την ΑΚΟΑ, τον ΣΥΡΙΖΑ, ο παππούς ήταν πάντα με την Αριστερά και τον ένοιαζε πολύ να λογίζεται ως αριστερός.

Ήταν δημοσιογράφος και ήταν και αριστερός. Δεν ήταν όμως μόνο αυτά. Ήταν και γκόμενες, και φράγκα, και κεράσματα, και ξενύχτια, και διαρκής πλάκα, και να περνάει πάντα το δικό του, και συντροφικός, και να συμβουλεύσει τους νεότερους συναδέλφους, και Γκαγκάριν, και Μαξίμου, και Εξάρχεια, και ΑΝΤ1, και "Εποχή", και παραιτιόταν συνέχεια και ποτέ δεν έφευγε, και τα πάντα όλα. Ταυτοχρόνως όλα, πράγμα που δημιουργούσε γοητεία, αλλά δεν διευκόλυνε τη συνεννόηση. Πάνω απ' όλα, όμως, ο παππούς ήταν αυτή η λύσσα για τη ζωή. Για μια ζωή που ήθελε να τη ζήσει όλη, να μη χάσει ούτε στάλα. Να τη ζήσει με τους δικούς του όρους. Πέθανε όρθιος και παράφορα ερωτευμένος.

Εμείς τον παππού τον γνωρίσαμε αργά. Παρόλο που λέγεται ότι μετά από μια ηλικία δεν κάνεις φιλίες, γίναμε κολλητοί. Άλλοι κάνουν υιοθεσίες, εμείς κάναμε «παππουθεσία». Κάναμε την καμπάνια του Γαβριήλ και την καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ.Μετά μπήκαμε στο υπόγειο τον Γενάρη και βγήκαμε τον Ιούλιο. Είχαμε την τύχη να ζήσουμε στην πρώτη γραμμή την περιπέτεια ενός μικρού λαού που σηκώνει το ανάστημα του απέναντι στους ισχυρούς του κόσμου. Ο μεγαλύτεροςτίτλος τιμής γιατον παππού ήταν όταν μας κατηγορούσαν ως «κυβέρνηση των non paper». Γιατί τα non paper ήμασταν εμείς, κατά κύριο λόγο αυτός.

Μετά τον Ιούλιο εμείςφύγαμε, ο παππούς έμεινε. Ήταν και άποψη του παππού, ήταν και που πάντα ήθελε να είναι μέσα στον τζόγο. Έμεινε μετον δικό του τρόπο, διαφωνώντας με πολλά.

Σε μια περίοδο που χάλασαν φιλίες και κόπηκαν καλημέρες, η δικιά μας φιλίαέμεινε και δυνάμωσε. Με όλη τη δυσκολία που δημιουργούσε η πολιτική αντιπαράθεση. Η αγάπη όμως ήταν πιο ισχυρή και ήταν πολύ ωραία παρέα ο παππούς. Σε ορισμένους ανθρώπους του ΣΥΡΙΖΑ η φιλίαμας δημιούργησε καχυποψία. Ωστόσο, πρέπει να πούμε ότι ο παππούς ποτέ δεν πρόδωσε την εμπιστοσύνη του κόμματος και του πρωθυπουργού.

Κλείνοντας, θα ήθελα να απευθυνθώ στις κυρίες που συναντήθηκαν στη ζωή με τον Θοδωρή. Ο Θοδωρής δεν ήταν της αποκλειστικότητας. Πρέπει να ξέρετε, όμως, ότι πάντα μιλούσε για σας με αγάπη, σεβασμό κι επιθυμία. Πολλή επιθυμία.

Η μάνα και η Κατερίνα ξέρουν πόσο τις αγαπούσε».

Ο Θοδωρής Μιχόπουλος γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1952. Οργανώθηκε στην Αριστερά από τα χρόνια των σπουδών του, πρώτα στην ΟΣΕ. Η πρώτη του επαφή με τον χώρο της ανανεωτικής κομουνιστικής Αριστεράς έγινε μέσω της συνεργασίας του με το περιοδικό «Κομουνιστική Θεωρία και πολιτική», με υπεύθυνο τον Γρηγόρη Γιάνναρο. Ακολούθησε η ένταξή του στο ΚΚΕ (εσωτερικού), την ΑΚΟΑ, τον ΣΥΡΙΖΑ.

Κορυφαίος δημοσιογράφος των εφημερίδων και της τηλεόρασης, ξεκίνησε την επαγγελματική του πορεία από την Αυγή. Μάχιμος συνδικαλιστής του χώρου, υπήρξε πολλές φορές υποψήφιος στην ΕΣΗΕΑ. Κατά τη διάρκεια της μακράς και λαμπρής σταδιοδρομίας του ανέλαβε θέσεις ευθύνης σε μια σειρά από ΜΜΕ, εργαζόμενος  για πολλά χρόνια  στην ΕΡΤ,  αλλά και στους ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς ΑΝΤΕΝΝΑ, ΣΚΑΙ, και  ΣΤΑΡ.

Διετέλεσε διευθυντής του γραφείου Τύπου και στενός συνεργάτης του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, εργάστηκε στο πλευρό του υπουργού Οικονομικών Ε. Tσακαλώτου, ενώ, ακόμα και μετά τη συνταξιοδότησή του, έγραφε στην Εποχή και την Αυγή.

Μιλώντας για λογαριασμό των φίλων δημοσιογράφων από όλα τα τηλεοπτικά κανάλια όπου εργάστηκε, ο Κώστας Σπυρόπουλος διευθυντής ειδήσεων παλαιότερα στον ΑΝΤ-1, έδωσε τον δικό του χαιρετισμό στον αγαπημένο Θοδωρή, σκιαγραφώντας τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του με ευστοχία και τρυφερότητα:  

«Πώς να σε μοιρολογήσουμε που το γέλιο σου, το αθυρόστομο χιουμορ σου, το περιπαιχτικό χαμόγελό σου, η πονηρούτσικη ματιά σου ,στραγγίζουν τα δικά μας μάτια;

Οσοι σε γνωρισαν στη δημοσιογραφία, στα μαγα-ζια , όπως ταλεγες με εκεινη την πυργιώτικη λαλιά, την αμίμητη,που δεν την λες αν δεν την εχεις πρωτολαλήσει, στα δημοσιογραφικα μαγαζια λοιπόν,διπλα στο όνομα και στο επώνυμό σου σου ειχαν κολλήσει κι ένα παρανόμι. Άλλο στην ΑΥΓΗ, ΆΛΛΟ ΣΤΟΝ ΤΑΧΥΔΡΌΜΟ, τριτο στο Σκάι , άλλο στον Αντεννα, άλλο στην ΕΡΤ, για την Εποχή δε ξερω , αλλα καπως θα σ’ελεγαν κι εκεί.

Το συνάφι μας είναι δυσκολο,ανταγωνιστικό αλλά όλοι -και παντου -διάλεγαν ένα τρυφερό παρατσούκλι για να αναγνωριζουν το δικό σου χνάρι στον τιτλο, στο θέμα, στο βιντεο, στο ζωντανό , στο άρθρο.Τα παρανόμια δεν επιτρέπει ο χώρος ν ακουστούν. Θα χρειαζοταν σε κάθε δευτερη συλλαβη κι ένα μπιπ, όπως και ο λόγος σου στις συσκεψεις, στα τηλέφωνα, στις οδηγίες στους συναδέλφους και πιο πολύ όταν διαφωνούσες με τους προισταμενους σου και τα αφεντικά.Ιδιως με αυτους γιατι ποτέ και μπροστα σε κανενα δεν κόλωσες..

Ομως τα δικα σου τα παλιόλογα δεν ηταν βλαστήμιες, ουτε προσβολές, ουτε κακοτροπιά.Ηταν μια συνθεση ηπιότητας, αλλα και ευθυτητας και παρακινησης βαλμένη στην παρτιτουρα της λαικότητας.Ηταν λογια της πιάτσας που μετεφεραν νοήματα, που υπεράσπιζαν ιδέες, που δήλωναν μια σταση ζωής. Ησουν πηγαία ευγενής με τους συναδελφους σου.Καθε αναθεση θέματος είχε έναν προλογο γλυκό , που έμοιαζε με φλέρτ σε αντρες και γυναίκες.Το ιδιο και όταν σε καλουσαν οι διευθυντες σου.

Όταν ο Σοφιανός σε ΠΡΟΣκαλούσε στο γραφειο του «ΘΟΔΩΡΕ ΠΛΗΣΙΑΣΕ ΣΤΑΘΕΡΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ» εσυ αναγνωριζες στο καβαφικο στιχο την υποψία της κατσάδας κι εμπαινες στο γραφειο με το ανεπανάληπτο : Πέσε μου-πες μου δηλαδη -Σοφιανε μου, κι εκείνος πνιγοταν στα γέλια αντικρυζοντας την πονηρη , την παιγνιώδη ματιά σου.

Όταν,αργότερα, ένα αλλο θηρίο της δημοσιογραφίας, ο Γιαννης Καψής, βρυχόταν ‘’πού είναι αυτος ο Μιχόπουλος;’’ εσυ πηγαινες με τις σελίδες και τον μαλακωνες κερδιζοντας το στοιχημα με τα τσιπουρα.

Ησουν ακάματος, δουλευταράς, απαιτητικός, οξυδερκής.Αλλα στη γκάφα του συναδελφου, στην ..όμα όπως την ελεγες, έμπαινες μπροστα κι έπαιρνες όλη την ευθύνη.Εκανες τα σπουδαία και στο μπράβο που άκουγες απαντουσες αυτοσαρκαστικα «έλα μωρε, ένα μεροκαματάκι ήτανε» Κι όταν οι τόνοι σηκώνονταν και οι φωνες αντηχουσαν στους διαδρόμους ειχες τον τρόπο να πεισεις χωρις να υποχωρήσεις.

Ησουν μια μεγαλη καρδια. Αυτή σε πρόδωσε ή εσύ; Μονο εσυ το ξερεις. Αυτο που ξερουμε εμεις, οι συναδελφοί σου, είναι ότι δε θαφυγεις ποτε από τη σκεψη μας. Καλη ανταμωση».

Φωτογραφίες: Eurokinissi

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Νέος αγώνας

Αν τη Δευτέρα - Τρίτη στο Μαξίμου ήταν ο Σαμαράς, θα μας έλεγαν ό,τι ψελλίζουν κάτι χρόνια τώρα πως θα συνέβαινε αν οι πολίτες δεν έκαναν το λάθος (έτσι το λένε, ανερυθρίαστα) να ψηφίσει Αριστερά:...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο