Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νοσοκομείο χωρίς κάπνισμα

Ρεπορτάζ: ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΥΒΙΩΤΟΥ Επίδικο αποτελεί ακόμη το «Νοσοκομείο χωρίς κάπνισμα» στη δημόσια Υγεία, σύμφωνα με σημαντικά στοιχεία για την αντιμετώπιση του πρόσφατου αντικαπνιστικού νόμου και την...

Επίδικο αποτελεί ακόμη το «Νοσοκομείο χωρίς κάπνισμα» στη δημόσια Υγεία, σύμφωνα με σημαντικά στοιχεία για την αντιμετώπιση του πρόσφατου αντικαπνιστικού νόμου και την αναγκαία ευαισθητοποίηση του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού των χώρων παροχής υγείας, που αναδείχθηκαν σε εκδήλωση που διοργάνωσε το ΚΕΕΛΠΝΟ. Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την 6η Υγειονομική Περιφέρεια, την Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) «Δημόσια Υγεία» του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών και την υποστήριξη του Ιατρικού Συλλόγου Πατρών.

Ο πρόεδρος του ΚΕΕΛΠΝΟ στην ομιλία του επισήμανε ότι «στην Ελλάδα ο βαθμός συμμόρφωσης είναι εξαιρετικά χαμηλός σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη και πως το νομοθετικό πλαίσιο, ενώ βρίσκεται σε ισχύ, δεν εφαρμόζεται. Αρχίσαμε από την Πάτρα από τον Άγιο Ανδρέα και θα επεκταθούμε σε όλη την Ελλάδα».

Όπως εξήγησε η Ιωάννα Βελισσάρη, νοσηλεύτρια - ΠΜΣ «Δημόσια Υγεία», το «νοσοκομείο χωρίς κάπνισμα «είναι εκείνο όπου το κάπνισμα και η πώληση τσιγάρων απαγορεύεται σε όλους του χώρους του νοσοκομείου, εσωτερικούς και εξωτερικούς. Η δημιουργία ενός free smoke hospital δεν είναι εύκολο έργο» εξήγησε. «Απαιτεί υψηλό επίπεδο δέσμευσης και συνεχιζόμενων προσπαθειών τόσο από τους διοικητές των νοσοκομείων όσο και από όλο το προσωπικό, καθώς και από τους ασθενείς και την οικογένειά τους».

 

Κίνδυνοι για την υγεία

 

Το τσιγάρο είναι αιτία πολλών σοβαρών ασθενειών, όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου, αθηροσκλήρωση και αναπνευστικές ασθένειες. Ένα τσιγάρο», σημείωσε η κ. Βελισσάρη, «περιέχει πάνω από 4.000 επιβλαβείς χημικές ουσίες, περισσότερες από 50 από αυτές μπορεί να προκαλέσουν καρκίνο». Στα χημικά συστατικά του τσιγάρου περιλαμβάνονται η νικοτίνη, που αποτελεί το τρίτο ναρκωτικό μετά την ηρωίνη και την κοκαΐνη, η πίσσα, που είναι καρκινογόνος ουσία, και το μονοξείδιο του άνθρακα, ισχυρό δηλητήριο του αίματος. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε, 100 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τη χρήση καπνού στον 20ό αιώνα και δέκα φορές περισσότεροι αναμένεται να πεθάνουν στον 21ο αιώνα παγκοσμίως χωρίς αποτελεσματική παρέμβαση.

 

Οι δρόμοι του εθισμού

 

Εξηγώντας το πώς η εξάρτηση σχετίζεται με το κάπνισμα, ο Παναγιώτης Μπεχράκης, πνευμονολόγος, εντατικολόγος και τέως αναπληρωτής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Harvard, αναφέρθηκε στις οδούς του εθισμού και ειδικότερα στην «οδό ανταμοιβής» και την «οδό στέρησης». Η εξάρτηση από το κάπνισμα είναι «κατά βάση νευροβιολογική και στηρίζεται στη διέγερση και λειτουργία των εγκεφαλικών κέντρων. Όταν έχει πέσει η στάθμη της εξαρτησιογόνου ουσίας στο αίμα, προκαλεί άγχος και έντονη ανάγκη για χρήση, διεγείροντας το κέντρο στέρησης. Μόλις ανέβει πάλι η στάθμη της ουσίας στο αίμα, διεγείρεται το κέντρο ικανοποίησης και προκαλείται ευχαρίστηση» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία που παρουσίασε για τη δύναμη του εθισμού, σύμφωνα με τα οποία περίπου το 70% των καπνιστών επιθυμεί να κόψει το κάπνισμα. Περίπου το 30% των καπνιστών επιχειρεί να διακόψει την επιβλαβή αυτή συνήθεια σε ετήσια βάση και μόλις το 2-3% καταφέρνει τελικώς να κόψει το κάπνισμα κάθε χρόνο.

 

Αυξάνονται τα ποσοστά των μη καπνιστών

 

Ο κ. Μπεχράκης χαρακτήρισε το κάπνισμα ως τη «μεγαλύτερη επιδημία όλων των χωρών». Επεσήμανε ότι «πεθαίνουν παγκοσμίως πάνω από 6 εκατ. άνθρωποι τον χρόνο από το κάπνισμα, δηλαδή ένας άνθρωπος κάθε οκτώ δευτερόλεπτα. Μέχρι σήμερα», σημείωσε, «υπολογίζεται ότι έχουν χάσει τη ζωή τους από το κάπνισμα περισσότεροι από 80 εκατ. άνθρωποι».

Θετικό είναι ωστόσο το γεγονός ότι τα ποσοστά των μη καπνιστών παρουσιάζουν σταθερή μείωση στην Ελλάδα, από το 2009 μέχρι το 2014, σύμφωνα με έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ). Συγκεκριμένα, το ποσοστό των καθημερινών καπνιστών μειώθηκε κατά 14.4% και των περιστασιακών κατά 13.3%. Οι μη καπνιστές οριακά ξεπερνούσαν το 62% του πληθυσμού, ενώ οι καθημερινοί και περιστασιακοί καπνιστές άγγιζαν το 38%.

Όπως προκύπτει από έρευνα της καπαresearch που παρουσίασε ο κ. Μπεχράκης, το ποσοστό των συστηματικών καπνιστών είχε πέσει το 2017 στο 16,3% και των περιστασιακών καπνιστών στο 10,8%, ενώ το ποσοστό των μη καπνιστών εκτινάχθηκε στο 71,6%.

Ενθαρρυντικά είναι και τα στοιχεία για τις νεαρές ηλικίες, αφού σύμφωνα με μελέτη της ΕΛΣΤΑΤ, κατά το διάστημα 2009-2014 καταγράφηκε μείωση των καπνιστών ηλικίας 16-24 της τάξεως του 33%. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι από το 2007 έως το 2016, η ετήσια κατανάλωση τσιγάρων στην Ελλάδα έχει σημειώσει πτώση της τάξεως του 49%.

 

Παθητικοί καπνιστές

 

Κι ενώ όλο και περισσότερο άνθρωποι κόβουν τους δεσμούς τους με το κάπνισμα, με τη μη εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου, εκείνοι που δεν καπνίζουν εξακολουθούν να δέχονται τις συνέπειες της βλαπτικής αυτής συνήθειας.

Είναι πλέον γνωστό ότι το κάπνισμα είναι επιβλαβές όχι μόνο για τους καπνιστές αλλά και για τους παθητικούς καπνιστές. «Ένας μη καπνιστής που ζει σε ένα περιβάλλον καπνίσματος εισπνέει το ισοδύναμο του καπνού με 5 τσιγάρα την ημέρα. Έχει 30-100% υψηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα από ό,τι οι άνθρωποι που δεν εκτίθενται σε κάπνισμα», υπογράμμισε η κ. Βελισσάρη.

Όπως εξήγησε ο κ. Μπεχράκης, «η ρύπανση από το κάπνισμα σε έναν κλειστό χώρο παράγεται από την εκπνοή του καπνιστή και από το ίδιο το τσιγάρο που καίγεται», ενώ υπάρχει και το «τριτογενές παθητικό κάπνισμα», δηλαδή «το αόρατο τοξικό μείγμα που προσκολλάται στα μαλλιά, στα ρούχα των καπνιστών και στα αντικείμενα ενός χώρου καπνίσματος. Μάλιστα, το τριτογενές κάπνισμα παραμένει, έστω κι αν αυτός ο χώρος αεριστεί.

 

Σοβαρές οικονομικές απώλειες

 

Εκτός από το να είναι επιβλαβές για την υγεία, το κάπνισμα επιφέρει και μεγάλες οικονομικές απώλειες των ατόμων, των νοικοκυριών και της κοινωνίας ως σύνολο. Το κράτος ξοδεύει υπέρογκα ποσά για τη θεραπεία ασθενειών που σχετίζονται με το κάπνισμα.

Όπως προκύπτει από τα αποκαλυπτικά στοιχεία που παρέθεσε η κ. Βελισσάρη, η κατανάλωση καπνού σε φτωχά νοικοκυριά ισοδυναμεί με περισσότερο από το 42% της δαπάνης τους για τροφή ανά άτομο, 2,2 φορές δαπάνες για την εκπαίδευση και 1,6 φορές για έξοδα για την υγεία τους.

 

Ζητούμενο ακόμα η εφαρμογή του αντικαπνιστικού νόμου

 

Το 2002 ψηφίστηκε νόμος που απαγόρευε το κάπνισμα σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους εργασίας, στα μέσα μεταφοράς, σε νοσοκομειακούς και άλλους χώρους υγείας όπως και σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και το 2008 ψηφίστηκε αυστηρότερος νόμος, που άρχισε να εφαρμόζεται την 1η Ιουλίου του 2009, μια χρονιά κατά την οποία στην Ελλάδα καταγράφονταν τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών στην Ε.Ε.

Εν έτει 2018, η απαγόρευση του καπνίσματος στα νοσοκομεία, όπως και σε πλείστους άλλους χώρους, αποτελεί ακόμη ζητούμενο, με τους θεριακλήδες να διατηρούν μια ιδιότυπη πολιτιστική ηγεμονία, παρά το γεγονός ότι τα ποσοστά τους βαίνουν μειούμενα.

Ως «θέμα ανθρώπινων δικαιωμάτων» θέτουν το παθητικό κάπνισμα 10.329 Έλληνες φοιτητές σε κοινή τους διακήρυξη. «Το παθητικό κάπνισμα στους κλειστούς δημόσιους χώρους είναι μια εκτεταμένη μορφή βίας, που στρέφεται κυρίως εναντίον μικρών παιδιών και αδύναμων πληθυσμιακών ομάδων, όπως είναι οι πάσχοντες από αναπνευστικά ή καρδιαγγειακά νοσήματα», προειδοποιούν.

«Η κατάσταση στην Ελλάδα εμφανίζεται ανεξέλεγκτη, καθώς οι νόμοι του ίδιου μας του κράτους δεν εφαρμόζονται και οι Διεθνείς Συμφωνίες καταπατούνται προκειμένου να μη θιγούν συγκεκριμένα οικονομικά συμφέροντα» καταλήγουν, καλώντας τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς σε δράση.

Δείτε όλα τα σχόλια