Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αφιέρωμα: Το πρόβλημα της «άδολης» παραπλάνησης

Η στραβή αφετηρία: Τα παιδιά έρχονται από μικρή ηλικία σε επαφή με τις επιστήμες και την τεχνολογία. Έρχονται σε επαφή ώστε να δώσουν κάποια στιγμή Πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις και να περάσουν σε κάποια σχολή. Ποια είναι, όμως, η φύση των εξετάσεων; Τα παιδιά δίνουν μαθήματα επιστημών ΓΙΑ να εισαχθούν σε κάποια σχολή.

Κατηγορία Πρώτη: Ένα παράδοξο και μια στραβή αφετηρία

Το παράδοξο: Λένε ότι οι επιστήμες μάς οδηγούν στην πρόοδο. Οτιδήποτε προκύπτει από τις επιστήμες βελτιώνει τις ζωές μας. Εφόσον οι ζωές μας βελτιώνονται εξαιτίας των επιστημών, τότε πρέπει να εφαρμοστούν οι μέθοδοι των επιστημών και στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα. Σε αυτό το σημείο αρχίζει το παράδοξο. Το μεγάλο επιχείρημα για την ανωτερότητα των επιστημών, έναντι οποιασδήποτε άλλης μορφής γνώσης, είναι ότι είναι ουδέτερες. Ότι, δηλαδή, οι μέθοδοί τους είναι ανεξάρτητες από τα ανθρώπινα πάθη, τις διαφορετικές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες και τις διαφορετικές ιστορικές εποχές. Με άλλα λόγια, αυτό που παρουσιάζεται ως μεγάλο πλεονέκτημα είναι ότι μπορούμε να αξιοποιήσουμε τις επιστήμες στην κοινωνία επειδή υπάρχουν ανεξάρτητα από την κοινωνία! Σαν να λέμε ότι οι επιστήμες διαφωτίζουν και η κοινωνία διαφωτίζεται. Μας θυμίζει κάτι; Ωστόσο, το εύλογο ερώτημα είναι: Ποιοι επινοούν τις επιστήμες; Δεν είναι οι άνθρωποι;

Η στραβή αφετηρία: Τα παιδιά έρχονται από μικρή ηλικία σε επαφή με τις επιστήμες και την τεχνολογία. Έρχονται σε επαφή ώστε να δώσουν κάποια στιγμή Πανελλήνιες εισαγωγικές εξετάσεις και να περάσουν σε κάποια σχολή. Ποια είναι, όμως, η φύση των εξετάσεων; Τα παιδιά δίνουν μαθήματα επιστημών ΓΙΑ να εισαχθούν σε κάποια σχολή. Οι επιστήμες, δηλαδή, έχουν θεσμικά έναν εργαλειοκρατικό ρόλο. Με άλλα λόγια, δεν πας κάπου για να μάθεις, αλλά η μάθηση είναι προϋπόθεση για να πας κάπου. Η αφετηρία είναι στραβή, γιατί όλοι γνωρίζουμε ότι ο άνθρωπος πρώτα έγινε ταξιδιώτης στο άγνωστο και μετά προσπάθησε να κατανοήσει τι βλέπει στα ταξίδια του. Πρώτα ταξίδεψε και μετά έμαθε.

Μέρος της παραδοσιακής εικόνας των επιστημών είναι δομημένο μέσα από αυτό το παράδοξο και αυτή τη στραβή αφετηρία. Από τη μία, θεωρούμε πως οι επιστήμες, αν και είναι ουδέτερες, μας οδηγούν σε πολιτική, κοινωνική και ηθική πρόοδο με έναν σχεδόν θείο τρόπο. Από την άλλη, θεωρούμε πως η γνώση έχει αξία εφόσον αντιστοιχεί στην αναπαραγωγή του ίδιου τρόπου σκέψης. Να μαθαίνουμε, δηλαδή, άκριτα, χωρίς να υποβάλλουμε τη γνώση μας στη βάσανο του ταξιδιού στο άγνωστο, στη γόνιμη κριτική αμφισβήτηση.

Ο διάσημος χημικός Λουί Ζαν Παστέρ είχε πει ότι «Η επιστήμη δεν γνωρίζει πατρίδα, επειδή η γνώση ανήκει στην ανθρωπότητα και είναι ο πυρσός που φωτίζει τον κόσμο». Το όραμα της επιστημονικής προόδου ξεκίνησε τον 17ο αιώνα, συνεχίστηκε στον Διαφωτισμό και σε όλο τον 19ο αιώνα και τελικά καταδεφίστηκε σαν πύργος από τραπουλόχαρτα στη δεκαετία του 1940. Ο πυρηνικός όλεθρος, το Ολοκαύτωμα, τα πειράματα ευγονικής, ο Ψυχρός Πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ και το κυνήγι του διαστήματος οδήγησαν την ανθρωπότητα σε μια πλήρη απομάγευση της σχέσης αλήθειας και ηθικής. Να κραδαίνεις τη γνώση δεν σήμαινε πλέον να κάνεις και το ορθό. Ωστόσο, εντός αυστηρού καπιταλιστικού πλαισίου, οι επιστήμες είναι αυτονομιμοποιητικές. Ενσωματώνουν τη μεταφυσική τής διαρκούς αλήθειας. Και κάθε αλήθεια ψάχνει να βρει τη δικαιωματική θέση της στις υποθέσεις των ανθρώπων. Και η θέση της είναι ψηλά στην ιεραρχία. Η πεμπτουσία της καπιταλιστικής-τεχνοκρατικής προσέγγισης των επιστημών είναι ότι, από τη στιγμή που κάτι δουλεύει, θα δουλεύει παντού. Με άλλα λόγια, ας φανταστούμε τον παρακάτω διάλογο:

- Μας λένε οι επιστήμες την αλήθεια;

- Ναι.

- Πώς λένε την αλήθεια;

- Μέσω των μεθόδων τους.

- Δηλαδή, αν εφαρμόσουμε αυτές τις μεθόδους οπουδήποτε αλλού, θα δουλέψουν;

- Ναι.

- Κι αν διαφωνούν αυτοί στους οποίους θα τις εφαρμόσουμε;

- Διαφωνούν επειδή δεν γνωρίζουν.

- Άρα τι κάνουμε;

- Τις εφαρμόζουμε θέλουν δεν θέλουν.

Αρκετοί διανοητές του 17ου αιώνα ευαγγελίζονταν τη γνώση ως μοχλό αναμόρφωσης των κοινωνιών προς ένα καλύτερο μέλλον. Αυτή η προοπτική δεν θα μπορούσε παρά να προκύψει σε έναν χριστιανικό κόσμο. Ο χριστιανικός κόσμος είναι ένας κόσμος που πιστεύει στην πρόοδο του ανθρώπου, γιατί πολύ απλά θα έρθει μια μέρα, η μέρα της Δευτέρας Παρουσίας, όπου ο κόσμος θα φτάσει στην τελειότερη μορφή του. Ο Φράνσις Μπέικον στο εμβληματικό έργο του «Great Instauration» (1620) πρότεινε μια συγκεκριμένη μορφή μελέτης της φύσης, η οποία θα ήταν για το συμφέρον και την ευημερία του κράτους, όπως ήταν και το πρόγραμμα νομικής αναμόρφωσης που ο ίδιος είχε αναλάβει. Η φύση μπορούσε να διερευνηθεί με την ίδια μέθοδο όπως και μια δικηγορική υπόθεση σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Γιατί, όμως, ο Μπέικον έκανε αυτή την αναλογία μεταξύ φύσης και δικαστηρίου; Το Αγγλικό Δίκαιο είχε σοβαρά θεσμικά προβλήματα που έπρεπε να επιλυθούν άμεσα. Έπρεπε, επομένως, να βρεθούν μέθοδοι που θα διασφάλιζαν τη δικαιότερη και ηθικότερη έκβαση των δικαστικών διαμαχών. Αντίστοιχα, στη μελέτη της φύσης έπρεπε να επινοηθεί μια διαφορετική μέθοδος που θα αποκάλυπτε τη σοφία και τη δικαιοσύνη του Θεού. Τα προβλήματα που υπήρχαν στο Αγγλικό Δίκαιο εκδηλώθηκαν στη δεκαετία του 1640 μέσα από την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στην Αγγλία. Τότε εκδηλώθηκε και μια συσσωρευμένη απέχθεια απέναντι στους νόμους του κράτους. Το Αγγλικό Δίκαιο θεωρούταν από ριζοσπάστες πολιτικούς μια συνωμοσία των πλούσιων, για να κρατούν σε υποτέλεια τους φτωχούς. Πριν από το 1640, όποιος γνώριζε καλά τους νόμους μπορούσε να ανέλθει κοινωνικά και πολιτικά. Δεν είναι τυχαίο ότι πενήντα χρόνια πριν από τον εμφύλιο οι δικηγόροι ήταν από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στην Αγγλία.

Μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου, ο χημικός Ρόμπερτ Μπόιλ ήταν ένας από αυτούς που υποστήριξαν σθεναρά το πρόγραμμα του Μπέικον για βελτίωση της γνώσης, θεωρώντας ότι το καλό του κράτους εξαρτάται από την αυξανόμενη εκμετάλλευση της φυσικής γνώσης. Αρκετοί διανοητές προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν την πολιτική πόλωση μέσα από την ανάδειξη της δικαιοσύνης και της ηθικής που υπήρχε στη φύση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η έννοια του φυσικού νόμου απέκτησε ιδιαίτερη σημασία στην Αγγλία του 17ου αιώνα, ειδικά μετά το έργο του Νεύτωνα. Ο φυσικός νόμος δεν ήταν μόνο απαράβατος για τους φυσικούς φιλοσόφους, ήταν και ηθικός. Όσο θα προόδευε η φυσική γνώση τόσο θα έρχονταν οι άνθρωποι πιο κοντά στον Θεό, άρα και στο πώς κυβερνάται ο κόσμος στην πραγματικότητα. Ένας από τους διασημότερους μαθηματικούς του 18ου αιώνα, ο Κόλιν Μακλόριν, έλεγε στη δεκαετία του 1730 ότι «Ο σεβασμός μας για τον υπέρτατο Δημιουργό αυξάνεται αναλογικά με την πρόοδό μας στη γνώση των έργων του. Καθώς στη Φιλοσοφία πλησιάζουμε στο πρώτο αίτιο, αποκτούμε πιο εκτεταμένη ματιά σχετικά με τη συγκρότηση των πραγμάτων και βλέπουμε την επιρροή του [Θεού] πιο ξεκάθαρα». Την ίδια δεκαετία, ο πιο σημαντικός ηθικός φιλόσοφος της Αγγλίας και υποστηρικτής της νευτώνειας φυσικής Τζόζεφ Μπάτλερ σημείωνε ότι «Αν οι πολιτικοί άρχοντες εφάρμοζαν τους νόμους τους χωρίς να χρειάζεται να παρεμβαίνουν, χωρίς δίκες και κάνοντάς τους να εφαρμόζονται μόνοι τους, τότε θα υπήρχε δικαιοσύνη σε μεγαλύτερο και τελειότερο βαθμό». Οι μόνοι νόμοι που εφαρμόζονταν χωρίς να παρεμβαίνει ο νομοθέτης ήταν οι φυσικοί νόμοι. Ο Μπάτλερ, επομένως, μέσω αναλογίας νομιμοποιούσε την άσκηση του πολιτικού νόμου ως αντίστοιχο του φυσικού. Αρκετοί είδαν στους φυσικούς νόμους του Νεύτωνα την αποκάλυψη μιας φυσικής τάξης που νομιμοποιούσε την αφοσίωση στη σταθερότητα και την ιεραρχία της μοναρχίας του Λουδοβίκου 14ου της Γαλλίας ή του Γουιλιάμ 3ου της Αγγλίας.

Η αλήθεια και η αντικειμενικότητα, επομένως, ήταν αξίες που ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με τις ιδιότητες του Θεού. Σε μια εποχή που οι αναλογίες μεταξύ Θεού και βασιλιά ήταν απαραίτητες για τη νομιμοποίηση της εξουσίας, δεν έπρεπε να τεθούν υπό αμφισβήτηση αυτές οι αξίες. Η μελέτη της φύσης διασφάλιζε τη σύνδεση μεταξύ Θεού και ανθρώπων, εξουσίας και υπηκόων. Όταν η θρησκεία διαχωρίστηκε από τις επιστήμες στα μέσα του 19ου αιώνα, η αλήθεια και η αντικειμενικότητα διατηρήθηκαν ως εγγενείς αξίες των επιστημών, έστω κι αν δεν είχαν την πρότερη μεταφυσική νομιμοποίηση. Ωστόσο, τέτοιου είδους μεταφυσικές αξίες μεταμορφώνουν μια ενδεχομενική επινόηση, όπως οι επιστήμες, σε αμετάβλητη πραγματικότητα.

 

Δ.Π.

Δείτε όλα τα σχόλια