Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ντόναλντ Γουντς: Ο δημοσιογράφος που τράνταξε τη γη του Απαρτχάιντ

Από κει που ως μαθητής πίστευε ότι οι μαύροι έπρεπε να ζουν με τους μαύρους και οι λευκοί με τους λευκούς, έγινε υπέρμαχος μιας Νότιας Αφρικής όπου θα ζουν όλοι μαζί και...

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Από κει που ως μαθητής πίστευε ότι οι μαύροι έπρεπε να ζουν με τους μαύρους και οι λευκοί με τους λευκούς, έγινε υπέρμαχος μιας Νότιας Αφρικής όπου θα ζουν όλοι μαζί και ισότιμα. Από κει που ήθελε τους μαύρους συμπατριώτες του να ζουν σε οριοθετημένες ζώνες και είχε πει στους συμμαθητές του "ή εμείς ή αυτοί", έφτασε στο σημείο να ρισκάρει τη ζωή του ίδιου και της οικογένειάς του για να γράφει ενάντια στο καθεστώς του Απαρτχάιντ.

Η ζωή του Ντόναλντ Γουτς είναι η απόδειξη ότι οι άνθρωποι αλλάζουν και μπορούν ν’ αλλάξουν μυαλά ακόμη κι αν είναι μεγαλωμένοι για χρόνια μέσα στο πλέον αρτηριοσκληρωτικό περιβάλλον.

Αποκορύφωμα των δράσεών του αποτέλεσε η συγγραφή ενός βιβλίου για τη ζωή του Στιβ Μπίκο, εμβληματικού αγωνιστή για τα δικαιώματα των ιθαγενών και αρχηγού του κινήματος της Μαύρης Συνείδησης. Για να τα καταφέρει οργάνωσε ολόκληρο σχέδιο διαφυγής από τη χώρα ντυμένος ως ιερέας, καθώς του απαγόρευαν να ταξιδέψει στο εξωτερικό λόγω της δημόσιας κριτικής που ασκοιύσε στο καθεστώς του Απαρτχάιντ.

Η γνωριμία με τον Στιβ Μπίκο, με πρωτοβουλία του τελευταίου, ήταν εκείνη που άλλαξε τη ζωή και τις απόψεις του για πάντα. Ήρθε σε επαφή με τις κοινότητες των μαύρων και είδε από κοντά πώς ζουν στην καθημερινότητά τους. Αντιλήφθηκε το μέγεθος των ανισοτήτων και των αδικιών σε βάρος τους, ενώ αποκάλυψε με φωτογραφίες τη δολοφονία του Μπίκο, για τον οποίο το καθεστώς ισχυριζόταν ότι αυτοκτόνησε.

Η αποκάλυψη των θανατηφόρων τραυμάτων του Μπίκο από τους αστυνομικούς ξεσκέπασε τις μεθόδους της κυβέρνησης, η οποία είχε δολοφονήσει δεκάδες αγωνιστές ανακοινώνοντας μετά τη σύλληψή τους ότι αυτοκτόνησαν ή ότι πέθαναν από άλλα αίτια.

 

Τους θεωρούσε κατώτερους

Ο Ντόναλντ Γουντς γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 1933 στο Έλιοτντέιλ, μια μικρή πόλη στην αγροτική περιοχή Τρανσκάι στα νοτιοανατολικά της χώρας, στην οποία είχε μεγαλώσει και ο Νέλσον Μαντέλα. Ήταν το μικρότερο από τα τρία παιδιά της οικογένειας και γόνος πέμπτης γενιάς στη Νότια Αφρική με καταγωγή από την Κορνουάλη, αγγλική κομητεία. Η μητέρα του ήταν Ιρλανδή και μαζί με τ' αδέρφια του ανατράφηκαν με τη ρωμαιοκαθολική θρησκεία. Ο πατέρας του Γουντς ήταν έμπορος που πωλούσε στους μαύρους ντόπιους εργαλεία, φάρμακα, ύφασμα, δέρματα και καπνό. Η οικογένειά του υποστήριζε το μετριοπαθές Ενωμένο Κόμμα του Γιάν Σματς.

Ο Ντόναλντ μεγάλωσε στο Χομπένι, κοντά στον Ινδικό Ωκεανό, σε μια περιοχή στην οποία ήταν το μοναδικό λευκό παιδί και περιβαλλόταν από τα παιδιά των φυλών Μπονβάνα. Μιλούσε τη διάλεκτο Ξόσα τόσο καλά όπως τα αγγλικά, ωστόσο αυτό δεν τον απέτρεψε, όπως αναφέρει η "Telegraph", να χαρακτηρίσει "κατώτερους" τους μαύρους και να αποδεχτεί εύκολα τη γενικότερη υποτιμητική στάση των λευκών απέναντί τους.
 


Επί των ημερών του η εφημερίδα "Daily Dispatch" της οποίας ήταν διευθυντής, έγινε μία από τις πρώτες στη χώρα που προσέλαβε μαύρους ρεπόρτερ και πρόβαλε την άλλη όψη των γεγονότων. Το όνομά της συζητήθηκε ιδιαίτερα όταν τύπωσε για πρώτη φορά τη φωτογραφία από την τέλεση ενός μεικτού γάμου

Είδε από μέσα την αδικία

Σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν και στράφηκε στη δημοσιογραφία το 1957. Η πρώτη του δουλειά ήταν στην "Daily Dispatch", η οποία είχε την έδρα της στο ανατολικό Λόνδινο και στην οποία θα γινόταν μερικά χρόνια αργότερα διευθυντής.

Ασχολούταν ενεργά με την πολιτική και υποστήριζε αρχικά το Ενωμένο Κόμμα, που αντιπολιτευόταν την εθνικιστική κυβέρνηση των Αφρικάνερς, η οποία είχε πάρει την εξουσία το 1948. Με τα χρόνια υιοθετούσε πιο προοδευτικές θέσεις κι έτσι το 1953 είχε αρχίσει πια να υποστηρίζει το νεοσύστατο Ομοσπονδιακό Κόμμα, στις θέσεις του οποίου περιλαμβάνονταν η άρση των διακρίσεων στην εκλογική ψήφο και η εξάλειψη "αθέμιτων εμποδίων" που εμπόδιζαν τους μαύρους να συμμετέχουν στην πολιτική.

“Μου φαινόταν ότι μόνο μια ισχυρή λευκή κυρίαρχη κυβέρνηση θα μπορούσε να κρατήσει τη χώρα σταθερή και ασφαλή” θα δήλωνε αργότερα. Ωστόσο, όπως αναφέρεται σε άρθρο των "New York Times", οι σπουδές του στη Νομική του έδωσαν τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσει την υποκρισία που επικρατεί στο νομικό σύστημα, το οποίο αρνούνταν κάθε τόσο να αποδώσει δικαιοσύνη στηριζόμενο στο χρώμα του δέρματος και στη φυλή.

Μετά από έναν χρόνο μαθητείας στην "Daily Dispatch", ο Γουντς αποφάσισε να χαράξει τη δική του πορεία και έπιασε δουλειά στη "Western Mail" στο Κάρντιφ. Το 1959 επέστρεψε στο Ανατολικό Λονδίνο και άρχισε να δουλεύει για λογαριασμό της "Daily Herald", στην οποία έγραφε για τις διαφορές μεταξύ των φυλετικών προκαταλήψεων στη χώρα του και στον αμερικανικό Νότο (όπου ήταν πιο βάναυση η κατάσταση, αλλά λιγότερο εδραιωμένη σύμφωνα με την άποψη του Γουντς).

Ο Γουντς είχε επίσης ένα πέρασμα από την "Toronto Daily Star", πριν επιστρέψει πάλι σπίτι, λίγο μετά τη σφαγή του Σάρπβιλ, όπου η αστυνομία αιματοκύλισε μεγάλη ειρηνική κινητοποίηση, δολοφονώντας 69 άτομα.

Ο Γουντς επηρεάστηκε ιδιαίτερα από το γεγονός. Αφού επανεντάχθηκε στην "Daily Dispatch", πήρε συνεντεύξεις από ηγέτες των μαύρων όπως ο Κλέμενς Καπούο και ο Χουσέα Κοτάκο, αλλά και από τον Μπάλθαζαρ Βόρστερ, υπουργό Δικαιοσύνης και Αστυνομίας, τον οποίο επιχείρησε να "στριμώξει" για τα συμβάντα.

Μέχρι το 1963 ο Γουντς είχε προαχθεί σε αναπληρωτή διευθυντή της εφημερίδας και δύο χρόνια αργότερα ως επικεφαλής της προσέλαβε ανταποκριτές σε άλλες χώρες και διάφορες περιοχές της Νότιας Αφρικής. Μεταξύ αυτών ήταν και μαύροι δημοσιογράφοι, οι οποίοι μετέφεραν στη διάλεκτο των Ξόσα ύλη που γραφόταν στα αγγλικά, αλλά και κατέγραφαν ειδησεογραφία από τις κοινότητες των μαύρων και τις πολιτικές τους δράσεις. Ήταν επίσης η πρώτη εφημερίδα που δημοσίευσε φωτογραφία από την τέλεση ενός μεικτού γάμου. Επί των ημερών του η κυκλοφορία της εφημερίδας αυξήθηκε από τις 18.000 στις 33.000 το 1977.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Γουντς βρέθηκε υπό καθεστώς πίεσης από την κυβέρνηση, ωστόσο κατάφερε να αξιοποιήσει τη νομική του κατάρτιση για να αποφύγει τις διώξεις σύμφωνα με τους νέους νόμους που είχαν ψηφιστεί και περιόριζαν την ελευθερία του Τύπου.

 

Τον εκβίασαν, αλλά δεν κατέδωσε

Ο Γουντς συναντήθηκε με τον Μπίκο για πρώτη φορά το 1973, όταν ο τελευταίος καθοδηγούσε τη φοιτητική οργάνωση της Νότιας Αφρικής, την οποία ο Γουντς θεωρούσε οπισθοδρομική και ρατσιστική. Ο Μπίκο, με τη σειρά του, απέρριπτε τη φιλελεύθερη μεν, μετριοπαθή δε γραμμή του Γουντς στην εφημερίδα και ήταν πεπεισμένος ότι οι μαύροι δεν έπρεπε να επενδύσουν καμία τους ελπίδα σε λευκούς φιλελεύθερους. Ωστόσο, με το πέρασμα του καιρού και παρά τις διαφορές τους, οι δυο τους έγιναν φίλοι, με τον Γουντς να εγκαταλείπει τις παλιότερες απόψεις του.

Το 1975, μετά τον βανδαλισμό και τη διάλυση ενός κοινωνικού χώρου που εμπνεύστηκε ο Μπίκο για να φιλοξενούνται δραστηριότητες των μαύρων, ο Γουντς πίεσε τον υπουργό της Αστυνομίας να απαγγελθούν κατηγορίες σε βάρος αστυνομικών οι οποίοι βρίσκονταν πίσω από την ενέργεια. Ο Γουντς το γνώριζε, καθώς τους είχε δει με τα μάτια του άπορος που κοιμόταν μέσα και κατάφερε να γλιτώσει. Ο υπουργός έβαλε τους αστυνομικούς να εκβιάσουν τον Γουντς για να τους πει ποιος ήταν ο μάρτυρας, αλλά εκείνος αρνήθηκε να τον κατονομάσει, καθώς γνώριζε ότι τον περίμεναν άγρια βασανιστήρια ή ακόμη και η δολοφονία του.

Το αποτέλεσμα ήταν ο δημοσιογράφος να καταδικαστεί γι' αυτή του την πράξη σε ποινή φυλάκισης έξι μηνών, η οποία όμως ανεστάλη στη συνέχεια, καθώς ανετράπη εύκολα το κατηγορητήριο.
 


Ο Γουντς συναντήθηκε με τον Μπίκο για πρώτη φορά το 1973, όταν ο τελευταίος καθοδηγούσε τη φοιτητική οργάνωση της Νότιας Αφρικής. Με το πέρασμα του καιρού και παρά τις διαφορές τους, οι δυο τους έγιναν φίλοι

Η δολοφονία του Μπίκο

Δύο χρόνια μετά, ο Μπίκο συνελήφθη για τέταρτη φορά και δολοφονήθηκε, ενώ βρισκόταν υπό αστυνομική κράτηση, στις 12 Σεπτεμβρίου.

Ο Μπίκο συνελήφθη τον Αύγουστο του 1977, όταν έσπασε την απαγόρευση περιορισμού του και ταξίδεψε προς το Κέιπ Τάουν για να συναντήσει τον ακτιβιστή Νέβιλ Αλεξάντερ και μετέπειτα συγκρατούμενο του Νέλσον Μαντέλα. Ήθελε επίσης να έρθει σε επαφή με το μαθητικό κίνημα που κατέβαινε μαζικά και ειρηνικά στον δρόμο. Ο Νέβιλ δεν δέχτηκε ωστόσο να συναντηθούν, καθώς ο Μπίκο είχε εντοπιστεί από την αστυνομία. Στον γυρισμό ο Μπίκο συνελήφθη σε μπλόκο της αστυνομίας με την κατηγορία της τρομοκρατίας. Από εκεί μεταφέρθηκε στο Πορτ Ελίζαμπεθ, όπου ανακρίθηκε στην αίθουσα 619 του αστυνομικού σταθμού επί 22 ώρες.

Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, οι αστυνομικοί τον χτύπησαν με μια μάνικα και σχεδόν συνέτριψαν το κεφάλι του στον τοίχο της αίθουσας. Σύμφωνα με όσα κατάφερε να αποκαλύψει ο Γουντς, ο Μπίκο βασανίστηκε επί ώρες και χτυπήθηκε από τουλάχιστον δέκα αστυνομικούς.

Μετά το χτύπημα με τη μάνικα, ο Γουντς έμεινε αναίσθητος. Τον άφησαν για μέρες χωρίς περίθαλψη και αιμόφυρτο. Έπειτα από την παραίνεση γιατρού, τον οποίο ρωτούσαν οι αστυνομικοί αν ο Μπίκο... υποκρινόταν, τον μετέφεραν τελικά σε νοσοκομείο στις 11 Σεπτεμβρίου. Το νοσοκομείο όμως βρισκόταν 1.000 χιλιόμετρα μακριά και η μεταφορά του έγινε υπό τις χειρότερες δυνατές συνθήκες, καθώς τον είχαν γυμνό στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου, με το κεφάλι του να χτυπά ξανά και ξανά στο σιδερένιο πάτωμα του αυτοκινήτου καθέ φορά που αυτό έπεφτε στις λακούβες των κακοτράχαλων δρόμων.

Τελικά ο Μπίκο πέθανε στις 12 Σεπτεμβρίου. Οι αρχές θα πουν ότι αυτοκτόνησε στο κελί του, όπως είχαν πει παλιότερα για δεκάδες ακόμη κρατούμενους και όπως συνέχισαν να ισχυρίζονται για ακόμη πολλούς αγωνιστές στο μέλλον.

Η κηδεία του Μπίκο έγινε στις 25 Σεπτεμβρίου στην πόλη Κινγκς Ουίλιαμ Τάουν παρουσία διπλωματών από δώδεκα χώρες και 20.000 διαδηλωτών, κυρίως μαύρων, αλλά και λευκών (μεταξύ αυτών και της οικογένειας Γουντς), οι οποίοι εξέφρασαν την οργή τους υψώνοντας τις γροθιές τους, φωνάζοντας επαναστατικά συνθήματα και τραγουδώντας για μια Νότια Αφρική όπου θα χωρούν όλοι.
 

Όχι μόνο δεν σώπασε, αλλά ακούστηκε παντού

Ο Γουντς ζήτησε δημόσια να γίνει έρευνα για τον θάνατο του Μπίκο. Δημοσιεύοντας τις λεπτομέρειες του θανάτου του, ο Γουντς κατάφερε να γιγαντωθεί η κοινωνική κατακραυγή προκαλώντας την οργή των κυβερνώντων, οι οποίοι του απαγόρευσαν να γράφει και να πηγαίνει στα γραφεία της εφημερίδας. Επίσης δεν μπορούσε να μιλά δημόσια ή να πραγματοποιεί συναντήσεις με πάνω από ένα άτομο, με εξαίρεση τα μέλη της οικογένειάς του. Ήταν οι ίδιες απαγορεύσεις που είχαν επιβληθεί και στον Μπίκο παλιότερα. "Η ειρώνεια είναι ότι επιχειρώντας η κυβέρνηση να με κάνει να σωπάσω, με είχε προκαλέσει να φτάσει η φωνή μου σε μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων" ανέφερε ο Γουντς.

Αναγκασμένος να απέχει από την εφημερίδα, ο Γουντς αποφάσισε να ξεκινήσει το βιβλίο του για τον Μπίκο. Την πρωτοβουλία ακολούθησαν απειλές για τη ζωή των παιδιών και της οικογένειάς του. Αποκορύφωμα αποτέλεσαν τα δύο μπλουζάκια που έφτασαν ως δώρα στο σπίτι τους για τα παιδιά, αλλά ήταν ποτισμένα με χημική ουσία, με αποτέλεσμα να πάθουν εγκαύματα η μικρή του κόρη κι ο μικρός του γιος.

Μετά από αυτή την επίθεση, ο Γουντς αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα. Στις 29 Δεκεμβρίου έφυγε από τη Νότια Αφρική μεταμφιεσμένος ιερέας και χρησιμοποιώντας πλαστό διαβατήριο κατάφερε να περάσει από το Λεσότο (χώρα η οποία ήταν βρετανικό προτεκτοράτο μέχρι το 1966). Περπάτησε πολύ. Έκανε οτοστόπ. Τον μετέφερε στον προορισμό του ακόμη και αστυνομικό όχημα, πιστεύοντας πως είναι όντως ιερέας.

Τελικώς μπόρεσε να συναντήσει εγκαίρως την οικογένειά του, η οποία κατάφερε να ξεγελάσει τους αστυνομικούς που φυλούσαν το σπίτι της και να διαφύγουν με αεροπλάνο, έχοντας εξασφαλίσει πολιτικό άσυλο από την αγγλική πρεσβεία. Στο αεροπλάνο επέβαινε και αξιωματούχος του ΟΗΕ, γεγονός που συνέβαλε ώστε να περάσουν τη χώρα και να μην δεχτούν πυρά από τον στρατό της Νότιας Αφρικής. Την επιχείρηση απόδρασης και τη σχέση του Ντόναλντ Γουντς με τον Στιβ Μπίκο παρουσίασε στην ταινία του “Κραυγή ελευθερίας” το 1987 ο Ρίτσαρντ Ατένμπορο βασιζόμενος στο βιβλίο του Γουντς.


Η τελευταία του μάχη, το άγαλμα στον Μαντέλα

Μετά τη διαφυγή του από τη Νότια Αφρική ο Γουντς άρχισε να δίνει διαλέξεις στην Ευρώπη και την Αμερική για την κατάσταση στην πατρίδα του. Όπως διαβάζουμε επίσης στα "Νέα" και σε άρθρο του Γιώργου Αγγελόπουλου, το 1978 ήταν μάλιστα ο πρώτος ιδιώτης που κλήθηκε να μιλήσει ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Η φιλία του με ριζοσπάστες, όπως ο αρχηγός του ANC Όλιβερ Τάμπο, και οι εκκλήσεις του για επιβολή διεθνών κυρώσεων στο ρατσιστικό καθεστώς έβλαψαν τις σχέσεις του με άλλους φιλελεύθερους στη Νότια Αφρική, αλλά ο Γουντς θεωρούσε πάντα τον εαυτό του στρατευμένο δημοσιογράφο μάλλον, παρά πολιτικό. Παρέμεινε υπέρμαχος της ελευθερίας του λόγου και στη νέα Νότια Αφρική, επικρίνοντας όσες αποφάσεις του ANC θεωρούσε ότι την πλήττουν. Η τελευταία εκστρατεία του ήταν για την ανέγερση ενός αγάλματος του Νέλσον Μαντέλα στην πλατεία Τραφάλγκαρ του Λονδίνου.

Με θλίψη υποδέχτηκε τον θάνατό του το 2001 από καρκίνο η οικογένεια του Μπίκο. "Η ζωή του Ντόναλντ θα έπρεπε να είναι μάθημα ειδικότερα για τους λευκούς της Νότιας Αφρικής (...) ότι μπορούμε όλοι να γίνουμε φορείς αλλαγής" δήλωσε ο γιος του Στιβ Μπίκο, Κοσινάτι, όπως διαβάζουμε στο irishtimes.com.

Έναν εξαιρετικό Νοτιοαφρικανό χαρακτήρισε τον Γουντς ο Νέλσον Μαντέλα: "Θα τον θυμόμαστε ως έναν προσωπικό φίλο που έδωσε με ανιδιοτέλεια τον εαυτό του για να προωθήσει το καλό για τη χώρα του. Ήταν ένας από αυτούς που ενέπνευσαν τους άλλους με το δημόσιο παράδειγμά του. Ήταν ανυποχώρητος στην αντίθεσή του στον ρατσισμό και στις φυλετικές διακρίσεις".

Στον Γουντς οι ιθαγενείς Νοτιοαφρικανοί είχαν απoνείμει τιμητικά το όνομα Ζουελιγιανγικίμα, που σημαίνει "αυτός που τραντάζει τη γη"...

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις