Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Το οδοιπορικό ενός άγνωστου αντάρτη

ΚΩΣΤΗΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ (1921-2018) Από το μέτωπο της Αλβανίας και την ένταξη στον ΕΛ.ΑΣ. μέχρι τις ημέρες που ακολούθησαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

"Την αντίσταση στην Κατοχή την αποφάσισαν λίγοι και την έκαναν χιλιάδες". Ένας απ’ αυτούς τους χιλιάδες αποφάσισε να τη διηγηθεί, θέλοντας να περιγράψει την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός απλού ανθρώπου, ενός αντάρτη μέσα στην Κατοχή, που δεν ήταν οργανωμένος στην Αριστερά, αλλά εξελίχθηκε σε σημαντικό πολεμιστή για τον ΕΛ.ΑΣ., συμβάλλοντας καθοριστικά σε κρίσιμες νίκες απέναντι στον εκάστοτε κατακτητή.

Ο Σιάντος, ο Σαράφης, ο Ιωαννίδης, οι Άγγλοι, ο Ζαχαριάδης απουσιάζουν από τον κύριο κορμό της αφήγησης. "Διακινδυνεύω να θεωρηθεί άνευ σημασίας από τους ειδήμονες", σημειώνει για την αυτοβιογραφία του με τίτλο "Ο άγνωστος αντάρτης" (εκδ. Ελεύθερο Κάστρο), ο Κωστής Ζαχαριάς ή Κωνσταντίνος - Ντίνος Ζαχαράκης (γεννηθείς το 1921 και αποθανών το 2018). Όπως τονίζει, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η ιστορία του "να φτάσει σε αγράμματους παπάδες που έχουν ακούσει κάτι για το αντάρτικο από τους πατεράδες τους και τους θείους τους".

Θέλει, ακόμη, να μάθουν για την ιστορία του "οι τσοπάνηδες του λόγγου και του βουνού, αυτοί που ζουν με τ’ αστέρια συντροφιά το βράδυ και την ημέρα τα καλοκαίρια καταλαγιάζουν κάτω από πολύ ψηλά δέντρα και δίπλα σε ρυάκια και ποτάμια, κοντά στα πράματα και τα σκυλιά τους. Αυτοί που με τη φλογέρα στην Κατοχή σταμάτησαν να παίζουν για τον έρωτα και τη Χρυσάφω και σφύριζαν για τη Λευτεριά και τον Άρη".

 

"Τ’ όπλο αυτό είναι η Ελλάδα"

"Στο χωριό Κοχλιούς, στην Ήπειρο, έδωσα το όπλο μου σ’ έναν χωρικό στις 22 Απριλίου του 1941, μια μέρα μετά την ανακωχή στο αλβανικό μέτωπο. Με φιλιά και με κλάματα του το ’δωσα του χωριάτη που εκστατικός έζησε δίπλα μου εκείνα τα λεπτά της ώρας. ‘Να το φυλάξεις -του είπα-, να το φυλάξεις γιατί αυτό το όπλο είναι η Ελλάδα και θα ξαναμιλήσει πάλι'". Κάποια χρόνια αργότερα, θα χρειαζόταν και πάλι να ματώσει με τα βόλια του, όπως σημείωνε, τον εχθρό.

Στον πόλεμο και στο μέτωπο της Αλβανίας πήγε εθελοντικά. Ήθελε να καταταγεί ως αεροπόρος, όμως κόπηκε από τη Σχολή, πληρώνοντας τα πολιτικά του φρονήματα και την επιλογή του να μην γραφτεί στην ΕΟΝ, την Εθνικιστική Οργάνωσης Νεολαίας που είχε ιδρύσει ο Μεταξάς.

"Μου βάλανε στο μάθημα της Γεωμετρίας 99 βαθμούς με βάση το 100 και άριστα το 200. Έκανα αναθεώρηση και την κόλα μου την εξέτασε μαζί με δικό μου καθηγητή η ίδια εξεταστική επιτροπή μ’ επικεφαλής τον πρόεδρο αντισμήναρχο Μυτιληναίο, τον αντιπρόεδρο επισμηναγό Γραφάκο και ένα σμηναγό, και μου έβαλε βαθμό 160. Δεν μπορούσε η επιτροπή μπροστά στον καθηγητή να αρνηθεί τον σωστό βαθμό. Όμως οι άλλοι υποψήφιοι είχαν προχωρήσει, γιατί τότε όσοι πετυχαίνανε στο ένα μάθημα, δίνανε στο επόμενο. Έτσι, αν και δικαιώθηκα, ήταν αδύνατον να συνεχίσω. Βέβαια, ο Μυτιληναίος μην ξέροντας τι να μου πει, με χτύπησε στον ώμο φιλικά, λέγοντας: ‘Η πρώτη πικρία... άλλωστε πάμε για πόλεμο...’ και μπόρεσα μέσα στην οδύνη να του πω: ‘Γι’ αυτό ήθελα να γίνω αεροπόρος, να πολεμήσω καλύτερα και αποτελεσματικότερα".

 

Καθώς έσμιγε το μολύβι με το χιόνι

Γυρνώντας απ’ το μέτωπο πήγε στο σπίτι του, που ήταν τότε στην οδό Ευγενίου Καραβία 83 στα Πατήσια. "Έμαθα τι γινόταν τόσο καιρό που έλειπα. Βρήκα τα γράμματά μου που τους έστειλα από το μέτωπο", θυμάται στην αυτοβιογραφία του. Σ’ αυτά τα γράμματα είναι "αποτυπωμένη η ηθική κατάσταση του μετώπου όπως τη ζούσαν όλοι οι στρατιώτες, ήταν τα επίσημα χαρτιά τα πιο επίσημα, γιομάτα μουντζαλιές καθώς έσμιγε το μολύβι ή η πένα με το χιόνι και τις σταγόνες της βροχής. Ήταν τα διπλώματα της πίστης, της αντοχής και της καρτερίας".

Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα διαφυγής στη Μέση Ανατολή με σκοπό να ενταχθεί στις δυνάμεις του ελληνικού στρατού που βρίσκονταν εκεί, αποφάσισε, τον Ιούλιο του ’41, να ανέβει μαζί με ορισμένους φίλους του στο βουνό για να κάνουν αντάρτικο ενάντια στους Γερμανούς ναζιστές. Οι φίλοι του τελικά έκαναν πίσω. Και στο ραντεβού που είχαν δώσει στον Σταθμό Λαρίσης με προορισμό τη Λειβαδιά, για να ανέβουν από εκεί στον Ελικώνα, ήταν ο μόνος που πήγε.

 

Η πρώτη επαφή με τους αντάρτες

Τον Νοέμβριο του 1941 έπιασε δουλειά στην Αγροτική Τράπεζα, στο υποκατάστημα της Λειβαδιάς. Εκεί του ανέθεταν διάφορες εργασίας, όπως τη συγκέντρωση του μπαμπακιού, πότε -πότε τη συγκέντρωση του λαδιού και πότε- πότε τη συγκέντρωση του σιταριού. Αυτή η εξέλιξη του έδωσε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή δύο φορές με τους ηγέτες δύο ομάδων ληστών, του Σδρου στην Τοπόλια και του Αβορίτη στο Στευενίκο (σήμερα λέγεται Αγία Τριάδα). Τους πλησίασε με την προσδοκία να τους πείσει να γίνουν αντάρτες και να τον πάρουν μαζί, αλλά δεν τα κατάφερε.

Ακολούθησε κι άλλη αποτυχημένη απόπειρα. Όταν το αντάρτικο είχε πια συγκροτηθεί και είχε προηγηθεί η μεγάλη επιτυχία με τη μάχη στον Γοργοπόταμο. Μετά από επαφή που είχε με ένα οργανωμένο μέλος στην Αντίσταση, αποφάσισε να πάει στο Αρχηγείο Παρνασσίδας του ΕΛ.ΑΣ. που είχε έδρα στην Άνω Αγόριανη.

Ξεκινώντας από την Αράχωβα και παριστάνοντας τον αγρότη, ανέβηκε πεζούλι το πεζούλι τα αμπέλια, ακολουθώντας τη συμβουλή που του είχε δώσει ένας ντόπιος, για να μην τον πιάσουν οι Ιταλοί. "Έτσι λοιπόν μέσα στα κλήματα πήγαινα σιγά-σιγά, σταμάταγα κάθε τόσο και έσκυβα σαν κάτι να μαζεύω. Όμως όλο και προχώραγα."

Η πρώτη του επαφή με τους αντάρτες έγινε μέσα σ’ ένα καλύβι. Επτά ένοπλοι είχαν ανάψει φωτιά και σ’ ένα τσουκάλι βράζανε φακές. Η υποδοχή τους ήταν θερμή και τον προσκάλεσαν να καθίσει μαζί τους για φαγητό.

Φτάνοντας στο χωριό της Αγόριανης, βλέποντας μαζεμένους όλους τους αντάρτες, ένιωσε θαυμασμό. "Οι αντάρτες φορούσαν κάτι περίεργα καπέλα από δέρμα ζώου που τους έκαναν πιο εντυπωσιακούς". Εκεί γνώρισε τους αρχηγούς Αντάρτες Νικηφόρο και Διαμαντή, όπου τους έκανε την πρόταση να ανατινάξουν 12 εκκοκιστήρια βαμβακιού στην περιοχή Λειβαδιάς - Δαύλειας. Το σκεπτικό του ήταν ότι η δράση θα στερούσε από τους Ιταλούς τη δυνατότητα να φτιάξουν ρούχα, το κυριότερο όμως να παράγουν βαμβακοπυρίτιδα. Ταυτόχρονα, θα έδινε πρόσβαση στο εκκοκιστήριο που ο ίδιος ήταν προϊστάμενος και θα γινόταν η τροφοδοσία των ανταρτών με επτακόσιες χιλιάδες οκάδες σιτάρι. "Τα κλειδιά τα έχω", είπε στους καπεταναίους. Δεν πείστηκαν όμως, επικαλούμενοι ότι την τελική εντολή έπρεπε να τη δώσει ο Άρης Βελουχιώτης, που εκείνη την περίοδο ήταν μακριά.

Τελικά, κατάφερε να ενταχθεί στο αντάρτικο, ύστερα από επαφή που είχε με τον κομμουνιστή θείο του Γώγο Μπαστουνόπουλο, πρώτο και πολύ αγαπημένο ξάδερφο της μητέρας του. "Η μάνα μου ήταν τελείως αντίθετη με την κομμουνιστική ιδεολογία, από την οποία κατείχετο στον απόλυτο βαθμό ο Γώγος. Όμως δεν παρέλειπε όταν ήταν φυλακισμένος να του πηγαίνει ρούχα". Ο Γώργος Μπαστουνόπουλος, γνωστός με το ψευδώνυμο Λαμπρινός, διετέλεσε διευθυντής στον "Ρίζο της Δευτέρας", που έβγαινε κάθε Δευτέρα σαν δεύτερος "Ριζοσπάστης". "Συμφωνώ να πας απάνω, γι’ αυτό κάνε τον κόπο να ’ρθεις αύριο κατά τις επτά στην οδό Διδότου, εκεί που αρχίζει, να σου πω συγκεκριμένα", του είπε ο θείος του. Ήταν άνοιξη του ’43.

Ο χωροφύλακας Θάνος

Απ' την πορεία του στη Ρούμελη έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί. Ξεχωρίζει όμως εκείνη για τον πρώην χωροφύλακα Θανάση Ηλιακόπουλο, που υπηρετούσε πριν στα Αρβανιτοχώρια και πέρασε από ανταρτοδικείο για να μπορέσει να ενταχθεί στον απελευθερωτικό αγώνα. "Πολλοί πολίτες τον κατηγόρησαν ότι ήταν αντιλαϊκό στοιχείο, έδερνε τον κόσμο και ’ρχόταν, είπαν, με τους Ιταλούς. Όταν ήρθε η ώρα της απολογίας του, είπε: 'Πράγματι είχα δείρει πολίτες, αλλά αυτούς που είχα δείρει εγώ εσείς τους σκοτώσατε γιατί ήσαν αθεράπευτα κλέφτες. Όταν αναγκαστικά ερχόμουνα στα χωριά με τους Ιταλούς, είχα συμφωνήσει με τους προέδρους τις βολές που θα έριχνα για να πάρουν τα μέτρα τους. Πολλές φορές έκλεβα σφαίρες από την υπηρεσία μου και τις έδινα σε πρόσωπα της οργάνωσης και στο τέλος μόνος κατατάχτηκα στο αντάρτικο, χωρίς να μου το ζητήσει κανείς'. Αυτά όλα, μας είπε, 'τα επιβεβαιώσανε οι πρόεδροι'. Έτσι ο Θάνος αθωώθηκε".

Ο Ζαχαριάς εντάχθηκε στο τάγμα θανάτου, το οποίο είχε ιδρυθεί έξω από το Γαρδίκι Ομιλέων. Εκεί θυμάται μεταξύ άλλων ότι εκτός των Ελλήνων ανταρτών υπήρχαν και Πολωνοί που το είχαν σκάσει από τους Γερμανούς. "Τους είχαν φέρει αιχμαλώτους για να δουλεύουν για λογαριασμό τους στην Ελλάδα. Επίσης υπήρχαν και Ρώσοι για τον ίδιο λόγο. Κάθε πρωί οι Πολωνοί υψώναν τη σημαία τους και σε στάση προσοχής απαγγέλναν τον εθνικό τους ύμνο. Δείχνανε πολύ φανατισμένοι εναντίον των Γερμανών, πιο φανατισμένοι από τους Ρώσους". Οι Ρώσοι, αν και είχαν επικεφαλής ανθυπολοχαγό του Κόκκινου Στρατού, δεν είχαν σημαία.

Όπως προχωρούσαν μια φορά, τον Νοέμβριο του ’43, βρέθηκε μπροστά κάποια στιγμή ο Θάνος. Όπως προχωρούσε, είδε έξω μια γιαγιά στον δρόμο, τη χαιρέτησε και ακολούθησε ο εξής διάλογος:

- Τι κάνεις, γιαγιά, εκεί;

- Τίποτα, παιδάκι μου, έχω κρύψει τα εικονίσματα, εδώ από κάτω

- Γιατί; γιαγιά;

- Να, γιαγιά κι εγώ έχω εικόνισμα και της έδειξε ένα μικρό εικόνισμα της Παναγίας που έφερε μαζί του. Αυτή έμεινε σιωπηλή.

- Αυτούς που βλέπεις που έρχονται είναι κομμουνιστές κι εγώ είμαι μαζί τους.

- Αλήθεια, παιδάκι μου;

- Αλήθεια, και δεν πειράζουμε εμείς τα εικονίσματα. Μην ακούς τι λένε. Να τα πας στο σπίτι σου και να τα βάλεις στη θέση τους.

 

Η μάχη της Μακρακώμης

Μία από τις σημαντικότερες μάχες που έζησε ο Κωστής Ζαχαριάς ήταν στη Μακρακώμη. Στις 6 Οκτωβρίου του 1943 ο Παύλος, Ιταλός αυτομόλος στρατιώτης, με τη σάλπιγγα σήμανε επίμονα συναγερμό. Είχε προηγηθεί ειδοποίηση από την οργάνωση της Λαμίας, πως γερμανική αρμάδα ξεκινούσε με κατεύθυνση προς την περιοχή που έδρευαν οι αντάρτες.

Στο άκουσμα του συναγερμού οι αντάρτες πήγαν ψύχραιμα στις προκαθορισμένες θέσεις τους. Τρία τέταρτα μετά, εμφανίστηκαν τα γερμανικά στρατεύματα. Σκοπός τους ήταν να σκοτώσουν, να κλέψουν και να κάψουν. Μπροστά πήγαιναν τέσσερις εξοπλισμένες μοτοσικλέτες με καλάθι. Πιο πίσω ήταν το άρμα μάχης και ακολουθούσαν το πεζικό και τα κανόνια. Οι αντάρτικες βολές αιφνιδίασαν πλήρως τους Γερμανούς, γεγονός που, σύμφωνα με τον Ζαχαριά, δείχνει "ότι δεν υπήρξε προδότης από το χωριό".

 

Ένα λαϊκό "ευχαριστώ"

"Οι τραυματίες Γερμανοί που είχαν πέσει έξω από τις μοτοσικλέτες παρακαλούσαν με φθαρμένα ελληνικά κατά τρόπο κάπως αστείο, παρ’ όλη τη σοβαρότητα της κατάστασης: 'Αντάρτο, ψωμί, τυρί, δώσει εγώ' και κάτι τέτοια. Φαίνεται τους είχαν πει ότι οι αντάρτες δεν έχουνε να φάνε, δεν εξηγούνται αλλιώς τα λόγια τους". Ένας από αυτούς γλίτωσε, τους υπόλοιπους τους αποτέλειωσε με ένα αυτόματο η νοσοκόμα αντάρτισσα Θύελλα. Στη μάχη έπεσε, αντίθετα, νεκρός ο οπλοβομβιστής Μήτσος Δροσίνης, που επιχειρούσε να χτυπήσει ένα από τα γερμανικά τανκ, στο οποίο πέτυχε τα χείλη του πυργίσκου και τραυμάτισε τον αντυσυνταγματάρχη. Όπως ήταν ξαπλωμένος όμως στο έδαφος, έφαγε μια ριπή στην πλάτη.

Οι αντάρτες απαγόρεψαν στους Γερμανούς να μπουν στο χωριό, πολεμώντας τους όλη τη μέρα νηστικοί. Αργότερα έγιναν στο χωριό δεκτοί με ενθουσιασμό. Οι χωριανοί, "όντες βέβαιοι από την πείρα που είχαν ότι οι εισβολείς δεν πρόκειται να περάσουν, ξαναφύγαν για τ’ αμπέλια μαζί με τους κατοίκους της Σπερχειάδας, που και αυτοί είχαν αναθαρρήσει. Τρέξανε στην κυριολεξία στ’ αμπέλια και γιόμισε η πλατεία του χωριού σταφύλια για να φάνε οι αντάρτες. Ήταν ένα λαϊκό, ευχαριστώ".

 

Από ήρωας... Βούλγαρος

Ακολούθησαν κι άλλες μεγάλες μάχες και σημαντικές νίκες για τους αντάρτες, με τον Ζαχαριά επικεφαλής σε κάποιες από αυτές. Ο κόσμος στα χωριά τούς στήριζε φανατικά. Τα πράγματα όμως άλλαξαν μέσα σε λίγους μήνες. Και μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, τους ίδιους ανθρώπους που κάποτε αντιμετώπιζαν ως ήρωες, τώρα τους αντιμετώπιζαν ως Βούλγαρους. Όπως στα Αρβανιτοχώρια, με τον Ζαχαριά να αναφέρει ως χαρακτηριστικό παράδειγμα το Κριεκούκι.

Αντίστοιχη ήταν η εμπειρία του κι αργότερα. Όταν γύρισε στην Αθήνα και πήγαινε με ταξί να βρει τη γιαγιά του προς τη Νέα Φιλαδέλφεια, έπεσε πάνω σε μπλόκο χωροφυλάκων. "Όπως κατεβαίνω, με πλησιάζουν οι χωροφύλακες με εφ’ όπλου λόγχη και ένας πολίτης μού δίνει ένα χαστούκι. Τότε μια γυναίκα φωνάζει: ‘Σκοτώστε τον Βούλγαρο’". Δεν τον σκότωσαν. Όμως αυτά τα βόλια τον μάτωσαν περισσότερο απ’ όσο θα μπορούσαν ποτέ να το καταφέρουν οι αληθινές σφαίρες...

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Μην μιλάτε. Χειροκροτήστε

Τις μέρες της πανδημίας τα κανάλια αναζητούν εναγωνίως Έλληνες γιατρούς που να εργάζονται σε νοσοκομεία του εξωτερικού και τους βγάζουν στα δελτία ειδήσεων για να περιγράψουν τις εμπειρίες τους.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο