Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νίκος Στεφάνου: "Το παραμύθι της σκηνής είναι αξεπέραστο"

Ο Νίκος Στεφάνου στο κέντρο με τη σύντροφο της ζωής του, χορεύτρια Ναταλία Στεφάνου, στο πρώτο του ατελιέ στην Καστέλλα του Πειραιά το 1955.

"Ο άνεμος της νεανικής ορμής δεν έπαψε ποτέ να με εμπνέει" - "Ήθελα να κρατήσω πάντα τις παιδικές συγκινήσεις μου"

Συνέντευξη στη Μάνια Ζούση

 

Με χέρια μεγάλα και δυνατά που μόνο ένας σπουδαίος μάστορας και δεινός χειροτέχνης θα μπορούσε να διαθέτει, ο βετεράνος εικαστικός και σκηνογράφος Νίκος Στεφάνου με υποδέχθηκε με ένα πηγαίο χαμόγελο, καθισμένος στο καφενείο της πλατείας. Οι χούφτες του βαθιές σαν αγκαλιές και τα δάχτυλά του μόνιμα απασχολημένα με ένα τσιγάρο που δεν σβήνει ποτέ. Χαίρεται σαν μικρό παιδί όταν ένα σπουργίτι προσγειώνεται στο τραπεζάκι και τσιμπολογά το κουλούρι του. Γελά καλοσυνάτα και αυθόρμητα. Ευγενικός και τρυφερός, έτοιμος να μου διηγηθεί τον μακρύ καλλιτεχνικό του βίο με τις συγκινήσεις της ζωής του, βετεράνος και αειθαλής δημιουργός ενός μαγικού κόσμου από ταπεινά υλικά, ο Νίκος Στεφάνου είναι το τιμώμενο πρόσωπο της έκθεσης έργων και κατασκευών του που εγκαινιάζεται στις 24 Αυγούστου στην Ύδρα και στο λιμάνι του νησιού. Άνθρωπος που εδώ και ογδόντα έξι χρόνια δεν έχασε λεπτό την παιδική χαρά της χειροτεχνίας και της κατασκευής αλλά κυρίως τη γενναιοδωρία να μοιράζεται τα «παιχνίδια» του, απαντά άμεσα όταν τον ρωτώ τι πρέπει να διαθέτει ένας καλλιτέχνης: «Την πίστη στον εαυτό του και την αγάπη του στα πράγματα, κάτι που είναι εσωτερική και επίμονη ιστορία».


«Το βιολί», 1996, λάδι σε χαρτί, 50 x 68 cm, συλλογή Θανάση Μιχαηλίδη

Αυτοδίδακτος, με το πάθος και το ταλέντο των ανθρώπων με βαθιά πίστη, συνεχίζει να ζει, να πορεύεται και να δημιουργεί, όπως λέει, «με την ανεμελιά των πρώτων χρόνων» και, όπως προσθέτει, «ο άνεμος της νεανικής ορμής δεν έπαψε ποτέ να με εμπνέει».

"Όλα για μας ήταν παιχνίδι"

Ο Στεφάνου με τρία στρατσόχαρτα και δύο ξύλα έχτιζε κόσμους, λένε οι φίλοι, οι λάτρεις και οι θαυμαστές του έργου του.

Γεννημένος στην Καστέλλα του Πειραιά το 1933, έζησε τα παιδικά του χρόνια μέσα στην Κατοχή. «Δύσκολα χρόνια, αλλά όταν είσαι μικρό παιδί έχεις μια άλλη εικόνα για τα πράγματα. Τα αυτοσχέδια ντουφέκια και οι σφεντόνες αλλά και τα πατίνια μάς έφταναν για να κάνουμε τη θλιβερή καθημερινότητα αλλιώτικη, χρωματιστή και παιχνιδιάρικη». Ακόμα θυμάται αυτά τα πατίνια, ορισμένα από τα οποία έχει κρατήσει έως σήμερα. “Κάναμε ό,τι θέλαμε όταν ήμασταν παιδιά. Ήμασταν μια τρελή αλητεία. Όλα ήταν σημαντικά για μας τότε. Η πείνα, κοινό μυστικό. ‘Πεινάω’ φώναζαν οι άνθρωποι και λιποθυμούσαν στο δρόμο. Εκεί τελείωναν. Ήταν μια καθημερινότητα. Αλλά όταν είσαι παιδί δεν φοβάσαι. Ήμασταν ανέμελοι. Όλα για μας ήταν παιχνίδι. Έτοιμα παιχνίδια δεν υπήρχαν κι έτσι τα φτιάχναμε μόνοι μας. Ακόμα έχω ένα πατίνι από τότε, από σανίδια πεταμένα, λαμάκια, ρουλεμάν, που ακόμα λειτουργεί. Ένα τέτοιο πατίνι θα είναι και στην έκθεση στην Ύδρα. Και τα αγαπώ πολύ, γιατί είναι δημιούργημά μου. Άλλωστε μέχρι μεγάλος έκανα βόλτες με αυτό. Σαν παιδιά φτιάχναμε συμμορίες ολόκληρες, πλακωνόμασταν με πέτρες, άνοιγαν κεφάλια και το αίμα έρρεε ποτάμι. Αλλά ήταν αξέχαστα κι ωραία. Έτσι γινόσουν και μάστορας και τεχνίτης. Το νόημα ήταν η προσπάθεια να κάνεις κάτι πολύ πιο ωραίο από τους άλλους».


Ο ζωγράφος και σκηνογράφος στο Παρίσι του 1960. Πίσω του στο βάθος διακρίνεται το Μουσείο του Λούβρου.

"Η ανέχεια έκανε τους ανθρώπους να προσπαθούν"

Το σχολείο που υπολειτουργούσε λόγω του πολέμου και της Κατοχής τον ζόριζε. «Το παράτησα, γιατί δεν μου άρεσε», ομολογεί. Έτσι, από μικρός στη βιοπάλη, βρίσκεται στα 17 του χρόνια στο θέατρο να κατασκευάζει σκηνικά.

«Είχα μια έφεση για το θέατρο αλλά και έναν πατέρα θεατρόφιλο που με έπαιρνε συχνά μαζί του. Δεν ήθελες και πολύ να ερεθιστείς». Πρωτοδούλεψε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Νικάκι τον φώναζαν χαιδευτικά. Κι ό,τι του ζητούσαν, ο μικρός Νίκος Στεφάνου ήταν ικανός να το φανταστεί, να το σχεδιάσει και να το κατασκευάσει στην εντέλεια.


«Μπάνιο στα Βοτσαλάκια», 2000, κόλλα σε χαρτί περιτυλίγματος, επικολλημένο σε ξύλινη κατασκευή, χαρτοκοπτικές και χάρτινα φιγουρίνια του Αλέξη Βερούκα, 170 x 230 cm, συλλογή Φλάβιας Nessi-Γιαζιτζόγλου και Κώστα Γιαζιτζόγλου

«Η ανέχεια έκανε τους ανθρώπους να προσπαθούν και έτσι προέκυψαν τα μεγάλα ταλέντα και τα σπουδαία ονόματα. Μέσα στο παιχνίδι και την τρέλα, έδωσα εξετάσεις και στην ΑΣΚΤ, αλλά υπήρξα άτυχος, γιατί στην προσπάθειά μου να βοηθήσω την αδελφή ενός φίλου μου που έδινε κι αυτή, πέρασε ο χρόνος κι έχασα τη σειρά μου, αφού μου πήραν το τελάρο. Εκείνη μπήκε με υποτροφία. Όταν ζήτησα από τον Μόραλη να δώσω ξανά εξετάσεις για να μπω στη Σχολή, μου απάντησε πως τα έργα που ήδη κάνω είναι αρκετά. Η σχολή δεν χρειαζόταν. Είμαι μάλλον αυτοσχέδιος και ενστικτώδης. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι φτιαγμένος για ζωγράφος. Από εξαναγκασμό έκανα πράγματα για να ζήσω», παραδέχεται με αυθορμητισμό, προσθέτοντας: «Μου αρέσει το παραμύθι. Να βλέπεις μια άλλη ζωή». Από το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στο Εθνικό, το ΚΘΒΕ, τη Λυρική, όπου ζωγράφισε σκηνικά για 180 όπερες και οπερέτες, το ελεύθερο θέατρο και το σινεμά, ο Στεφάνου βρέθηκε να κατασκευάζει σκηνικά για τις μεγαλύτερες θεατρικές σκηνές της Ευρώπης, από το Παρίσι και τη Βιέννη έως το Λονδίνο και το Μόναχο. Ό,τι δύσκολο, το έφερνε σε πέρας, δίνοντας λύσεις. «Το παραμύθι της σκηνής είναι αξεπέραστο», παραδέχεται.

Τον χειμώνα ταξίδευε και δούλευε στην Ευρώπη και το καλοκαίρι επέστρεφε να κάνει σκηνικά στην Ελλάδα.

«Ήμουν ταπεινός. Έφτιαχνα ήδη σκηνικά για τη Λυρική και πήγα στα εργαστήρια του εξωτερικού σαν μαθητευόμενος, ζητώντας να ανακατεύω τα χρώματα. Δούλευα πολύ, ακόμα και όλο το βράδυ, ακόμα και Πρωτομαγιά. Αλλά όλο αυτό μου άρεσε πολύ. Δεν έκανα τίποτα που να μην μου αρέσει. Χαιρόμουν».


«Η συνάντηση», 1989, λάδι σε καμβά, 100 x 130 cm. Συλλογή Σταύρου Σάββα

Τα εργοστάσια και οι καμινάδες

Μεγάλωσε μέσα στο εργοστάσιο φωταερίου του Πειραιά στην Αγία Σοφία, που βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς. Εκεί εργάζονταν ο παππούς κι ο πατέρας του αλλά και μια σειρά στενών συγγενών. «Όλοι ήταν γκαζιέρηδες, εργάτες στο εργοστάσιο. Ήταν μια γλυκύτατη ανάμνηση που καταγράφηκε μέσα μου. Με άφηναν με τους εργάτες και ευχαριστιόμουν», θυμάται. Τον εντυπωσίαζαν τα μεγάλα καζάνια. «Ο θαυμασμός μου με οδήγησε στα έργα μου. Άρχισα να ζωγραφίζω τα εργοστάσια που έβλεπα, με τις καμινάδες τους να εκτοξεύουν τέφρα και μαύρους καπνούς, και μ' άρεσε ν' ακούω τ' αναστενάγματα που έβγαζαν τα σιδερένια σωθικά τους. Ήταν οι πρώτες παιδικές μου συγκινήσεις. Κι ήθελα να κρατήσω πάντα τις συγκινήσεις μου. Σε ένα ωραίο τοπίο ζωγραφίζω κι ένα Γκάζι, μισοβυθισμένο, θαμμένο. Πάντα κατέφευγα εκεί».

Προτιμούσε το φως ή τη σκιά; Δεν δυσκολεύεται να απαντήσει: «Τη σκιά δεν την ήθελα ποτέ. Όλα ήταν στο φως. Η σκιά μού στερούσε την ευχαρίστηση από το είδωλο. Είμαι ευχαριστημένος και χορτάτος, ήσυχος με τη συνείδησή μου. Έκανα αυτό που μου άρεσε».

Μέχρι σήμερα ο Νίκος Στεφάνου συνεχίζει να δουλεύει στο εργαστήρι και καταφύγιό του, στους πρόποδες του Υμηττού, κατασκευάζοντας σκαριά πλοίων, μινιατούρες θεάτρου και παιχνίδια.

«Θαυμάζω ακόμα όταν βλέπω παιδικά μου έργα και αναρωτιέμαι πού να ήμουν τότε και τι μπορεί να είδα, τι αισθάνθηκα και τα έκανα. Αν κι έχουν μείνει λίγα πια, τα αγαπάω. Είναι αξιαγάπητα. Με στηρίζουν κατά κάποιο τρόπο. Ποτέ δεν απέρριψα κάτι που έκανα ούτε στεναχωρήθηκα όταν έφευγε ένα έργο από τα χέρια μου. Δεν ανέτρεχα σε αυτό».


Ο Νίκος Στεφάνου στο κέντρο με τη σύντροφο της ζωής του, χορεύτρια Ναταλία Στεφάνου, στο πρώτο του ατελιέ στην Καστέλλα του Πειραιά το 1955.

Η έκθεση της Ύδρας, που έχει τίτλο «Τα παιχνίδια της ζωής μας. Το μυστικό εργαστήρι του Νίκου Στεφάνου», με διάρκεια έως τις 18 Σεπτεμβρίου, έχει την επιμέλεια του Αλέξη Βερούκα, που λέει για τον Στεφάνου πως «είναι πάντα ένα παιδί, που δεν χόρτασε το παιχνίδι, καταφέρνοντας να ισορροπήσει ανάμεσα στον μύθο και τον ρεαλισμό. Ο Στεφάνου πάντα κρατάει ανοιχτή στον θεατή την πόρτα της μυστικής αυλής με τα παιχνίδια του».


«Αεροπλάνο», 2009, μέταλλο και ξύλο, 43 x 85 x 62 cm. Iδιωτική συλλογή Bίκτορα Βερούκα

Οι επισκέπτες της έκθεσης θα συναντήσουν μεταξύ άλλων σε ένα σημείο του λιμανιού το ομοίωμα του πρωτοπόρου ανεμοπλάνου-υδροπλάνου με το οποίο ο Δημήτριος Καμπέρος το 1912 πέταξε από το Νέο Φάληρο και προσγειώθηκε στη θέση Μανδράκι του νησιού. Λίγο πιο πέρα θα βρίσκεται το σύμπλεγμα δυο «Αρχαίων Πύργων», γνώριμου στοιχείου των ζωγραφικών έργων του καλλιτέχνη, με επισκέψιμο εσωτερικό χώρο που επιφυλάσσει εκπλήξεις για μικρούς και μεγάλους. Στον μικρό εξώστη στην άκρη της προβλήτας θα «αγκυροβολήσει» το «Ποστάλι», ξύλινη επιχρωματισμένη κατασκευή, που αναπαριστά το πρώτο μικρό φορτηγό και επιβατηγό ατμόπλοιο στην ιστορία.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Πολυτεχνείο

Η σημερινή ημέρα ανήκει δικαιωματικά στη μνήμη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Αυτής της εξέγερσης των νέων ανθρώπων που αμφισβήτησαν «τη βία ως στοιχείο εξαναγκασμού» και ύψωσαν τη φωνή τους για Ελευθερία και Δημοκρατία.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο