Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τσέζαρις Γκραουζίνις: Στις Τρεις Αδελφές βλέπω έναν αποχαιρετισμό

«Μια παράσταση είναι ένας χρόνος με νόημα, όπου επιχειρούμε να γράψουμε την προσωπική μας ποίηση» μας λέει ο Λιθουανός σκηνοθέτης, με αφορμή με αφορμή τις «Τρεις Αδελφές» που κάνουν πρεμιέρα στο ΚΘΒΕ το Σάββατο 9 Νοεμβρίου

«Έχω δει πολύ Τσέχωφ στο θέατρο της πατρίδας μου, της Λιθουανίας. Μπορώ να πω πως μεγάλωσα βλέποντας παραστάσεις των έργων του. ..

Συνέντευξη στη Μάνια Ζούση

«Έχω δει πολύ Τσέχωφ στο θέατρο της πατρίδας μου, της Λιθουανίας. Μπορώ να πω πως μεγάλωσα βλέποντας παραστάσεις των έργων του. Αλλά δυστυχώς αυτός ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας, ενταγμένος μέσα στη ρωσική παράδοση, πέφτει θύμα εκμετάλλευσης κατά κάποιο τρόπο στην ίδια του τη χώρα, καθώς χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την πάλαι ποτέ κραταιά αριστοκρατία της πατρίδας του.

Πρόκειται για ένα κλισέ που ταξιδεύει στον κόσμο κι έχει έρθει και στην Ελλάδα, έχοντας δημιουργήσει μια ομιχλώδη και διαστρεβλωμένη εικόνα, από την οποία αναδύονται συνήθως καλομαθημένοι χαρακτήρες που πλήττουν θανάσιμα σε απομακρυσμένες εξοχές, υπό την συνοδεία βαλς. Έτσι ο Τσέχωφ φαντάζει, θα έλεγε κανείς, σαν ένα βαρετό μελόδραμα».

Αυτά αναφέρει μεταξύ άλλων για τον σπουδαίο Ρώσο και τα έργα του ο Λιθουανός σκηνοθέτης Τσέζαρις Γκραουζίνις, με αφορμή τις «Τρεις Αδελφές» που κάνουν πρεμιέρα στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το Σάββατο 9 Νοεμβρίου. Η νέα αυτή μεγάλη παραγωγή, που βρίσκεται στις τελικές πρόβες της στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, ανεβαίνει σαράντα χρόνια μετά το πρώτο της ανέβασμα στο ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου.

Πρόταση του καλλιτεχνικού διευθυντή του θεάτρου Γιάννη Αναστασάκη, για την οποία, όπως εξηγεί, ο γνωστός σκηνοθέτης νιώθει ευτυχής, αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, οι «Τρεις Αδελφές» είναι ένα από τα ελάχιστα, καλύτερα έργα της παγκόσμιας δραματουργίας. Κι είναι μια ευκαιρία για τον δημοφιλή Λιθουανό να παραδεχθεί πως βλέπει τον Τσέχωφ «αλλιώς», υποστηρίζοντας: «Βλέπω μια μεγάλη σκληρότητα και μια πολύ μεγάλη αγάπη για τους ανθρώπους. Μια αγάπη που όμως μοιάζει με την αγάπη του γιατρού, όπως ήταν κι ο ίδιος. Μια αγάπη κυνική. Ταυτόχρονα βλέπω και μια μιζέρια, μια βία, μια τρέλα, έναν παραλογισμό και μια μοναξιά».

Ο Τ. Γκραουζίνις δεν κρύβει ότι θα κοντραριστεί με τα κλισέ που επικρατούν για τον δημοφιλή συγγραφέα. «Δεν αισθάνομαι την ανάγκη να βοηθήσω τον Τσέχωφ να γίνει καλύτερος από αυτό που είναι», λέει αστειευόμενος. «Αλλά και δεν μπορώ να μετακινηθώ από την ηθική και τον κόσμο μου κι έτσι με μεγάλη περιέργεια δοκιμάζω τη ματιά μου πάνω στις ‘Τρεις Αδελφές’, παρατηρώντας πώς το έργο αντιδρά».

Κείμενο γραμμένο το 1900, σπουδή πάνω στον ψυχισμό του Δυτικού ανθρώπου που, υπό το βάρος της πολυσύνθετης προσωπικότητάς του, φανερώνεται απροετοίμαστος στις απαιτήσεις της νέας εποχής, οι «Τρεις αδελφές» αφήνουν τον χρόνο να εξαντλείται σε όνειρα και φλυαρίες, αδυνατώντας να αναλάβουν την ευθύνη της ίδιας τους της ζωής, βουλιάζοντας στον συμβιβασμό και αδυνατώντας να μετατρέψουν τις επιθυμίες τους σε πράξη. Το αλλού και το μετά απομένουν γι’ αυτές οι μόνοι φαντασιακοί τόποι διαφυγής.

Χωρίς να θέλει να αποκαλύψει λεπτομέρειες για την παράσταση, που η πρόβα της βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, δεν διστάζει ωστόσο να ομολογήσει: «Στις ‘Τρεις Αδελφές’ βλέπω έναν αποχαιρετισμό. Έναν μεγάλο αποχαιρετισμό ή πολλούς αποχαιρετισμούς. Κάτι που αυτή τη στιγμή με ενδιαφέρει πάρα πολύ. Είναι που μεγαλώνεις. Κι ετοιμάζεσαι για έναν μεγάλο ή για πολλούς μικρούς αποχαιρετισμούς», λέει χαριτολογώντας και σπεύδει να προσθέσει: «Αν και βρίσκομαι σε πολύ χαρούμενη φάση της ζωής μου, σε σημείο μάλιστα που τόσο για σοβαρά όσο και για δυσάρεστα θέματα της ζωής σκέφτομαι χαμογελώντας. Όταν κάνω μια παράσταση, βρίσκω έναν τρόπο να φιλοσοφώ για λίγο με το κείμενο, τους ηθοποιούς και τους συνεργάτες μου. Μια παράσταση είναι ένας χρόνος με νόημα, όπου επιχειρούμε να γράψουμε την προσωπική μας ποίηση. Πάνω στο κείμενο καταθέτουμε και προτείνουμε δικές μας εμπειρίες και μικρές εκπλήξεις που επιφυλάσσουμε ο ένας για τον άλλον. Είναι μια πολύ χαρούμενη διαδικασία. Κι εδώ, στις ‘Τρεις Αδελφές’ υπάρχει πολλή χαρά, αγάπη, χιούμορ, που θα μοιραστούμε με το κοινό».

Οι τρεις αδελφές και ο αδελφός τους Αντρέι, με τον ενθουσιασμό της νιότης, τις αξίες και τα εφόδια της αστικής τους καταγωγής, οραματίζονται μια λαμπερή ζωή στη Μόσχα. Ο καιρός περνάει αλλά συνεχίζουν να διαμένουν στη μικρή επαρχιακή ρωσική πόλη, όπου ένας άλλος τρόπος ζωής στοιχειώνει την καθημερινότητά τους και σταδιακά τους αλλοτριώνει. Το μέλλον πλησιάζει και επιφυλάσσει νέες ματαιωμένες προσδοκίες.

Ο Λιθουανός σκηνοθέτης μιλά για μια «σκληρή, τραγική ιστορία, όπου ο Τσέχωφ επιλέγει τρία αθώα πλασματάκια για να ‘πάθουν’ ό,τι μπορεί να πάθει ο άνθρωπος. Στο τέλος φαίνεται και οι τρεις να βρίσκονται σε κατάσταση χειρότερη από τον θάνατο, όμως ταυτόχρονα με αυτό εμείς βλέπουμε και πολύ φως. Σε αυτήν την πορεία υπάρχει πολύ χιούμορ, έρωτας, χαρά, γιορτές, πολλές προσπάθειες να ‘συναρμολογηθούν’ ξανά οι ανθρώπινες σχέσεις. Ας μην περιμένει λοιπόν ο θεατής της παράστασής μας να δει ένα έργο μόνο σκληρό και τραγικό. Η ανθρώπινη μοίρα είναι παράλογη, αλλά δεν υπάρχει λόγος να θρηνούμε γι’ αυτό. Αναζητάμε τη χαρά και την ομορφιά προς αυτό το παράλογο ταξίδι που μας περιμένει όλους».

Ο θίασος στις «Τρεις Αδελφές» απαρτίζεται από ηθοποιούς με τους οποίους ο Γκραουζίνις έχει ξαναδουλέψει ως δάσκαλος και σκηνοθέτης και περιλαμβάνει συνεργάτες ακόμα και από την πρώτη του παράσταση στην Ελλάδα, το «Δάφνης και Χλόη». «Είναι πολύ συγκινητικό να συγκεντρώσω ηθοποιούς από διαφορετικές δημιουργικές μου περιόδους και παραστάσεις. Και είναι πολύ σημαντικό για μένα με τι ανθρώπους συνεργάζομαι. Δυο ή τρεις μήνες προβών είναι ένα κομμάτι της ζωής μου και της ζωής όλων μας. Γι’ αυτό και θέλω να ζω με καλούς ανθρώπους, που τους πιστεύω και με πιστεύουν. Η ενέργεια στις πρόβες και οι καλλιτεχνικές χαρές δεν χάνονται. Περιμένουν να δοθούν σαν ένα κρυφό δωράκι στο κοινό».

Δεν παραλείπει, τέλος, να σχολιάσει πως στην παράσταση «τα τρία κοριτσάκια είναι στην ηλικία που εννοούσε όταν έγραφε γι’ αυτά ο Τσέχωφ. Γιατί τους ρόλους τους έχουμε δει να τους ερμηνεύουν 40χρονες και 50χρονες. Και κάτι ακόμη. Στη δική μου ηθική πρωταγωνιστούν όλοι. Είναι μια παράσταση συνόλου. Ο Τσέχωφ δεν έχει μικρούς και ασήμαντους ρόλους. Και ο πιο μικρός είναι σημαντικός, καθώς είναι σημαντικό αυτό που λέει. Αλλά δεν έχει και μεγάλους ρόλους. Και φαντάζει αστεία η προσπάθεια κάποιων όταν επιλέγουν έργα όπως οι ‘Τρεις Αδελφές’ και ‘Ο Βυσσινόκηπος’ για να δώσουν τα ρεσιτάλ τους. Δεν μπορείς να κάνεις ρεσιτάλ με τον Τσέχωφ».

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ο κύριος Βορίδης

O κύριος Βορίδης ξεκίνησε τη λαμπρή πολιτική του σταδιοδρομία ως στέλεχος του Μιχαλολιάκου στη νεολαία της ΕΠΕΝ και αργότερα διάδοχός του στην ηγεσία αυτής της διαβόητης χουντοφασιστικής οργάνωσης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο