Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

"Ανκόρ" στο Άττις ή ο Τερζόπουλος Λυόμενος

Γράφω σήμερα για το «Ανκόρ» του Θόδωρου Τερζόπουλου στο Άττις (μια σκηνική σύνθεση βασισμένη σε ποίηση του Θωμά Τσαλαπάτη), σε σκηνοθεσία, σύνθεση κειμένων, φωτισμού και σκηνική εγκατάσταση του Θεόδωρου Τερζόπουλου, ωραία λειτουργική μουσική του Παναγιώτη Βελιανίτη, κοστούμια της Λουκίας. Μεταφέρω εδώ, προς πληρέστερη κατατόπιση του αναγνώστη, ένα απόσπασμα χαρακτηριστικό του σημειώματος στο πρόγραμμα του Γιώργου Σαμπατακάκη:

«Με το ‘Ανκόρ’ ο Τερζόπουλος συνεχίζει τη μελέτη του στις σκηνικές μηχανές (...) που πέρα από την αισθητική τους επάρκεια και λειτουργία πυκνώνουν τη δύναμη της συνάντησης των σωμάτων επί σκηνής. Το ‘Ανκόρ’ είναι μια τελετή μετάβασης από το Άτμητο σώμα στο συνουσιακό σώμα (...) όπου συντήκονται πάθη, αίματα, πόθοι και λέξεις σε ένα θεατρικό Σώμα εκπορευόμενο από την Πλατυτέρα του Διονύσου. Και αυτές οι γραμμικές αποτυπώσεις των παγίδων της σαγήνευσης και της καταβρόχθισης είναι τελικά μια συμφιλίωση του Έρωτα με τον θάνατο και η λύτρωση από τη ρομαντικότητα και το ελαφρό. Ο έρωτας είναι μάσημα. Κάθε τέτοια συνάντηση είναι ένα προτσές ενδοβολής του Άλλου στον Απέναντι. Κανείς όμως δεν γνωρίζει από την αρχή ότι η σαδιστική κατανάλωση του ενός από τον άλλον γίνεται αφάνιση και των δύο και η τελική μετουσίωσή τους σε ένα διευρυμένο Άλλο. Αυτή ακριβώς είναι η τελεολογία του ‘Ανκόρ’ που επιδένει τα σώματα στη Μηχανή του Έρωτα χωρίς Φόβο».

Προσυπογράφω. Υπάρχει, όμως, κάτι ακόμη να προστεθεί στα πιο πάνω. Ό,τι σήμερα ονομάζουμε Κείμενο, μετά τη λήξη της άγονης διαμάχης για την πρωτοκαθεδρία στο έργο τέχνης μορφής ή περιεχομένου, δεν είναι τίποτε άλλο από αυτό που απομένει μετά τον αμοιβαίο αλληλοσπαραγμό των δύο. Ώς τώρα ο Τερζόπουλος αντιμετώπιζε το Κείμενο σαν ένα τεράστιο βάρος που πάσχιζε να αποτινάξει, υλοποιώντας ομοιοπαθητικά τον μέχρι αφανισμού αγώνα μορφής και ουσίας, ως μια μάλλον αφηρημένη και συμβολική συμπαντική μάχη, μία, κατά κάποιον τρόπο, γιγαντομαχία περί του Όντος ανάμεσα στον λόγο και στην εικόνα. Σήμερα, τουλάχιστον, με το “Ανκόρ”, ο αγώνας φαίνεται να αλλάζει ριζικά πεδίο. Το Κείμενο για τον Τερζόπουλο δεν είναι, πλέον, ο μέγας αντίδικος, δεν επιχειρεί τη διάλυσή του μέσα στην εικόνα, αλλά, αντίθετα, το ενσωματώνει, το γειώνει, του δίνει ανθρώπινη μορφή, το μετουσιώνει σε ένα «Διευρυμένο Άλλο». Μοιάζει σαν ο Τερζόπουλος εδώ να αφήνει πίσω του τη χαοτική φάση του Γερμανού Χάινερ Μίλερ και το αρχιτεκτονημένο χάος του Ιάπωνα Ταντάσι Σουζούκι. Για να το πω με πιο δικά μας λόγια, ο Τερζόπουλος μοιάζει, εδώ, να ξεπερνάει το σωζόμενο κομμάτι της Έριδας της «Προμήθειας», τον «Προμηθέα Δεσμώτη», και να προσεγγίζει, ψηλαφώντας στα σκοτεινά, το χαμένο προμηθεϊκό κομμάτι της συμφιλίωσης, τον «Προμηθέα Λυόμενο». Ή να ανακαλύπτει τις «Ευμενίδες» της δικής του «Ορέστειας», με τη σοφία της γνώσης ότι το «καλό» και το «κακό» συνυπάρχουν ακέραια μέσα μας.

Μια ερωτική, «ανθρωποφαγική» ιερή και βέβηλη θυσιαστική τελετουργία, μια αποθέωση του σωματικού θεάτρου, που, πράγματι, «επιδένει τα σώματα στη μηχανή του Έρωτα χωρίς Φόβο». Όπου η σάρκα γίνεται δρων λόγος και το αντίστροφο. Με δύο έξοχα ομιλούντα ανθρώπινα, «πήλινα» σκεύη, όχι πια μηχανές, που εκπροσωπούν με θαυμαστή ακρίβεια και υπέροχο πάθος οι εξαίρετοι σε όλα, Σοφία Χιλλ και Αντώνης Μυριαγκός.

Θα πρόσθετα ακόμα κάτι για να κλείσω το σημείωμα. Ο τίτλος του έργου ίσως να παραπέμπει κρυπτικά και στους ναούς του Ανκόρ της Ινδίας, με τα ερωτικά γλυπτά τους στο εξωτερικό.

Δείτε όλα τα σχόλια