Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η κρίση της επικής συνείδησης

«Αίας» του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη, στο Θησείον

Η κρίση της επικής - ηρωικής συνείδησης είναι ήδη εμφανής στην «Ιλιάδα», χωρίς αυτό να σημαίνει παραγκωνισμό των ηθικών αξιών που στήριζαν τις αρχαϊκές κοινωνίες. «Δεν είναι αρετή η άμετρη ανδρεία, ούτε η άμετρη φρόνηση, αν δεν διαμεσολαβούνται από τη δικαιοσύνη» θα πει αργότερα ο Πλάτων, σαν να σχολιάζει τον «Αίαντα» του Σοφοκλή. Η μετάβαση του ανθρώπου από τον κόσμο του έπους στον τραγικό κόσμο, μέσω της λυρικής ποίησης που την προετοιμάζει, μοιάζει να ισούται με πτώση σε άβυσσο, που, όμως, δεν τον συντρίβει. Αντίθετα, τον προαναγγέλλει ως υποκείμενο.

Ο Σοφοκλής, στον «Αίαντα», συλλαμβάνει επακριβώς το «επεισόδιο» γέννησης του ανθρώπινου υποκείμενου: ο αλαζόνας και υπερόπτης «υπερήρωας» που νομίζει ότι μπορεί να υψωθεί πάνω από τους θεούς και τη μοίρα, που πιστεύει μόνο στην ισχύ των όπλων του, είναι ανάγκη να ταπεινωθεί. Εμπαίζεται από τη θεά Αθηνά που τον ρίχνει σε ψυχωτικό παραλήρημα, ενώ ετοιμάζεται, ωθούμενος από το πληγωμένο του φιλότιμο, να σφάξει τους αρχηγούς των Αχαιών. Αντί για αυτούς... σφάζει τα γιδοπρόβατα του στρατεύματος! Όταν συνέρχεται, δεν του μένει άλλη λύση από την αυτοκτονία για να ξεπλύνει την ντροπή του.

Το έργο αρχίζει ουσιαστικά μετά τον θάνατό του, με τον «αγώνα» που δίνεται για την ταφή του, ανάμεσα στους εξίσου αλαζόνες, υπερόπτες Αχαιούς αρχηγούς και τον «φρόνιμο» Οδυσσέα, φορέα της Δικαιοσύνης. Αυτό είναι το πολιτικό μήνυμα του έργου, που σώζει την τιμή της Τραγωδίας και το υποκείμενο - άνθρωπος.

Είναι ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε τη σκέψη ενός διεισδυτικού μελετητή, του ψυχαναλυτή Ζαν Σταρομπινσκί: «Ο ήρωας, μόλις απαλλάχθηκε από την αιθάλη του παραληρήματος, έπρεπε να συλλάβει με τη σκέψη του ό,τι ήταν στο παρελθόν απερίσκεπτη πράξη, τυφλή κίνηση, που έγιναν σύμφωνα με τον εξαναγκασμό της θεάς. Η γέννηση του συλλογισμού γεννιέται από τη ρωγμή ανάμεσα σε ένα παρελθόν γεμάτο ηρωικά κατορθώματα και σε ένα παρόν ανάμεσα στο γέλιο και στην ταπείνωση. Με το πρώτο φως, δεν μένει παρά μόνο η έσχατη κίνηση, της αυτοκτονίας. Αυτήν την κίνηση ο ποιητής θέλει να την εμφανίσει στο τέλος μιας διεργασίας αισθημάτων και σκέψεων. Ο Αίας σκέπτεται, κρίνει τον εαυτό του, μοιάζει μεταμελημένος. Ο τρόπος σκέψης του δεν ανήκει στον καθαυτό μύθο: εγκαινιάζει την υποκειμενική διάσταση, αναπτύσσει ψυχικό βάθος, μορφώνει ένα αληθοφανές άτομο: είναι έργο του ποιητή που μένει πιστός στο γράμμα του μύθου, αλλά αναγκάζεται να τον ερμηνεύσει για να τον αναπαραστήσει».

΄Εχω την αίσθηση ότι σε αυτήν τη νεανική του τραγωδία (440 π.Χ.), ο Σοφοκλής, πέρα από τα πάθη του ήρωά του, μας μιλάει προφητικά για την πολιτική «νόσο» της πόλεως, που μοιάζει να είχε ήδη αρχίσει και έκτοτε συνεχίζεται. Πρόκειται για ένα πέρα για πέρα πολιτικό έργο.

Αυτό είναι το μεγαλύτερο προσόν της σκηνοθεσίας του Χρήστου Σουγάρη, που είδαμε πρόσφατα στον κλειστό χώρο του θεάτρου Θησείο: στοχεύει πέρα από τη συμπτωματολογία της «νόσου», και δίνει το έργο ως σύγχρονη πολιτική τραγωδία, της άμετρης δύναμης και τυφλής αλαζονείας των κρατούντων, που διέρχεται από την παραφροσύνη και την αυτοκαταστροφή, χωρίς να φθάνει στην τραγική εξιλέωση. Σύγχρονη και συνάμα διαχρονική, κάτι που γινόταν εμφανέστερο από το μεικτό της ύφος, ισορροπημένα παραδοσιακό και νεωτερικό, μέσα από εναλλασσόμενες, θολές αναμνήσεις παιδικών, ονειρικών εικόνων και έναν ρεαλιστικό, κώδικα «ενήλικων» πραγματικών, χαραγμένων χειρονομιών ή εκφράσεων.

Με κύριο «ατού» τις πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών: η Νίκη Σερέτη με ευελιξία αιλουροειδούς αριστεύει ως «Αθηνά» - θηρευτής. Ο Αίας του Ιωσήφ Ιωσηφίδη, μεγαλιθικός, ακέραιος μέσα στη συντριβή και στη διάσπασή του, ανθρώπινος, μεταδίδει φόβο και έλεο. Η Τέκμησσα της Λενωνής Ξεροβάσιλα κρούει λεπτές χορδές μιας ασυνήθους γυναικείας ευαισθησίας. Ο Τεύκρος του Αλέξανδρου Τούντα, ιδιαίτερα στέρεος. Ο Μιχάλης Μουλακάκης (Μενέλαος) και ο Παναγιώτης Μαρίνος (Αγαμέμνων) με έκτυπο το φαύλο ήθος των ηρώων. Εντελής «αγγελιαφόρος» ο Γιώργος Μαντζιάρης. ΄Ολος ο θίασος δίνει ένα ζωντανό, παλλόμενο από μύχια αισθήματα, «χορό» θανάτου - ζωής. Τα σκηνικά - κοστούμια (Αριστοτέλης Καρανάνος, Αλεξάνδρα Σιάφκου), πέρα από κάποιες λεπτομέρειες, γενικά, με βρήκαν σύμφωνο. Επίσης, η ωραία μουσική (Αλέξης Κωστόπουλος).

Δείτε όλα τα σχόλια