Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η αφύλακτη πλευρά του Αδάμ

"Πέερ Γκυντ" στο Εθνικό Θέατρο

Ο Ίψεν είναι, εκτός από μεγάλος θεατρικός συγγραφέας, και μεγάλος ποιητής. Ο “Πέερ Γκυντ”, το αριστούργημά του, γράφηκε ως επικό ποίημα για να απαγγέλλεται και να “παίζεται” όχι στη σκηνή, αλλά από λαϊκούς τροβαδούρους, “βάρδους” της πατρίδας του, όπως τα έπη του Ομήρου παίζονταν από τους ραψωδούς της αρχαίας Ελλάδας. Αργότερα πείσθηκε να το διασκευάσει σε κανονικό θεατρικό έργο.

Ο ίδιος είχε πλήρη συνείδηση αυτής της αντινομίας, δήλωνε ποιητής και επέμενε ότι διέθετε μόνο την ικανότητα να τελειώνει θεατρικά έργα. Δηλαδή να ολοκληρώνει το έργο κατά τον ενδιάθετο σκοπό του. Να επιτρέπει στο ίδιο το έργο να τον οδηγεί στη φυσική του τελείωση, μια ιδιότητα κατ' εξοχήν του ποιητή και βάρδου.

Η καθιέρωσή του ως μείζονος δραματικού συγγραφέα του άφηνε παράλληλα μια γεύση πικρίας. Έβλεπε τα μεγαλειώδη καλοχτισμένα αστικά του δράματα σαν ένα πάρεργο (έμμεσα δηλώνεται αυτό στον “Αρχιμάστορα Σόλνες” αλλά και στην “οπερετική”, σε μεγάλο βαθμό, “Έντα Γκάμπλερ”) ή σαν μια έκπτωση από εκείνο που θεωρούσε ως προορισμό του, να γίνει, με τα μεγάλα επικά του έργα “Μπραντ”, “Πέερ Γκυντ”, ο κατ' εξοχήν ποιητής και “βάρδος”, πνευματικός οδηγός της φυλής του.

Για να έρθουμε στον “Πέερ Γκυντ”, ο ΄Ιψεν αναπλάθει και “εκμοντερνίζει” σε αυτόν, όχι χωρίς διάθεση σκωπτική των συγχρόνων του αντιλήψεων, παραδοσιακών και μοντέρνων μαζί σαν τις δύο όψεις ενός νομίσματος, μια αρχαία σκανδιναβική “σάγκα” για έναν τρομερό άνδρα, καυγατζή παλληκαρά, γητευτή των γυναικών και μέγα ψευταρά, που δεν λογάριαζε θεούς και δαίμονες, που ξεκίνησε μια περιπλάνηση σε όλο τον κόσμο συναπαντώντας κάθε λογής θεριά, ξωτικά και τέρατα, παραδοσιακά ή μοντέρνα, που τον απωθούν και τον γοητεύουν συνάμα, έχοντας για μοναδικό σκοπό “να βρει τον εαυτό του”.

Προσλαμβάνει διαδοχικά διάφορα προσωπεία, γίνεται πολιτικός, αποικιοκράτης, τύραννος, βασιλιάς, δουλέμπορος, καπιταλιστής, για να ανακαλύψει στο τέλος ότι ο εαυτός μας... μοιάζει με ένα κρεμμύδι που το ξεφλουδίζουμε μέχρι να βρούμε το τίποτα. Είναι ένα έργο σκληρό, μα και τρυφερό συνάμα, ιδωμένο από την αφύλακτη πλευρά του Αδάμ (από όπου ήρθε και ρίζωσε η γυναίκα)... Θα τολμούσα να πω ότι το έργο ξεκινάει απ' τη ρήση του Παύλου: “...αγάπην δε ει μη έχω γέγονα χαλκός ηχών...” και τελειώνει (τελειούται) σε αυτήν: με ένα υπόρρητο “εις σάρκα μίαν”.

Ο σκηνοθέτης και διασκευαστής (η μεγάλη διάρκεια επιβάλλει περικοπές) της παράστασης του Εθνικού Δημήτρης Λιγνάδης, στην καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα - δραματουργική επιμέλεια Ελένης Γκίνη, επιμέλεια κίνησης Αναστασίας Βαλσαμάκη-, πρόσεξε αυτήν την τρυφερή διάσταση του έργου και την πρόβαλε ισότιμα δίπλα στην αδρή επική. Μια σειρά από πολύ όμορφες εικόνες, άγριες και λυρικές μαζί, αλλά πάντα ονειρικές, πλαισιώνουν ως διάδημα τις αλληλοδιάδοχες σκηνές που “τρέχουν” επάνω σε μια ιδεατή καμπύλη χρόνου παρα-μυθικού και παραμυθητικού (παρηγορητικού) για τα πάθη του ανθρώπου. Ίσως με ένα συναισθηματικό “κλικ” παραπάνω, ένα λείασμα των αιχμών, στο ωραίο φινάλε.

Μια μεγάλη παραγωγή, με τα οργιώδους φαντασίας κοστούμια και σκηνικά του Απόλλωνα Παπαθεοχάρη και τους υποβλητικούς φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη να παίζουν τους δικούς τους ρόλους δίπλα σε εκείνους των ηθοποιών, με τη μουσική του Γιάννη Χριστοδουλόπουλου να πρωταγωνιστεί. Ο Δημητρης Λιγνάδης διαπρέπει ως επικός αφηγητής και στο μικρό αυτοσαρκαστικό κομμάτι του ώριμου Πέερ Γκυντ, το οποίο κρατάει.

Ο Γιάννης Τσουμαράκης (έφηβος Πέερ Γκυντ) επιβεβαιώνει όσα έγραψα ήδη γι' αυτόν, ότι είναι μια ελπίδα του θεάτρου μας. Ο Δημήτρης Μοθωναίος κρατάει γερά το “τιμόνι” του νέου Πέερ Γκυντ και ο Πάνος Παπαδόπουλος δίνει το προφίλ ενός Πέερ “που θα γινόταν άλλος”... Η Στεφανία Γουλιώτη άψογη “θερμή εν ψυχρώ” μάνα. Ο Ιερώνυμος Καλετσάνος μια αδρή εικόνα “Κουμποχύτη” (αστείος Χάρος).

Η Γιούλικα Σκαφιδά εντυπωσιακή “γυναίκα με τα πράσινα” (ξωτικό) και ο Σπύρος Τσεκούρας εντυπωσιακός “βασιλιάς των ξωτικών”. Η Νάνσυ Μπούκλη μια έγκυρη “Σολβέιγ” (το πρόσωπο της αγάπης). Ο Μιχάλης Αφολαγιάν πείθει ως μπρούτος Άσλακ. Η Ζωή Μυλωνά, μια καλή μαγεύτρα “Ανίτρα”. Ικανός “μικρογράφος” ο Γιωργής Τσουρής στους δύο σύντομους αλλά χαρακτηριστικούς του ρόλους. Η Κατερίνα Πατσιάνη, ο Βαγγέλης Ρωμνιός, “μέσα” στους δικούς τους.

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Τα προσφυγόπουλα

Ήταν απεχθείς οι φωνές που ξεσηκώθηκαν προσπαθώντας να αποκλείσουν τα προσφυγόπουλα από τα σχολεία. Φωνές ακροδεξιές, μεταμφιεσμένες σε “ανησυχούντες γονείς” και σε “τοπικούς φορείς”, ακόμα και σε...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο