Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ταραντίνο, ο τελευταίος «μάγος» του Χόλιγουντ

Μπραντ Πιτ και Λεονάρντο ντι Κάπριο στο «Κάποτε... στο Χόλιγουντ»

Το «Κάποτε... στο Χόλιγουντ» στις αίθουσες

«Κάποτε... στο Χόλιγουντ»: Λος Άντζελες, 1969. Οι απόηχοι του πολέμου στο Βιετνάμ, τα «παιδιά των λουλουδιών», και ένας μέτριος ηθοποιός, ο Ρόναλντ Ρήγκαν, κυβερνήτης στην πολιτεία της Καλιφόρνιας. Σε αντίθεση με τη σκληρή, νεοφιλελεύθερη πολιτική που θα ακολουθήσει ως πρόεδρος της χώρας στη δεκαετία του `80, κατά τη θητεία του στην Καλιφόρνια θα πάρει μέτρα γενναίας οικονομικής στήριξης των μεγάλων κινηματογραφικών στούντιο που κλυδωνίζονται άσχημα σε ένα δραματικό «τέλος εποχής».

Δεν είναι απλώς ο ανταγωνισμός της τηλεόρασης, είναι η ξεπερασμένη νοοτροπία των μεγάλων παραγωγών, των επικεφαλής των «μεγαθηρίων» του κινηματογράφου, που αδυνατούν να αντιληφθούν τις ραγδαίες αλλαγές στην «ποπ» κουλτούρα, ιδίως των νέων. Αυτή ακριβώς την κρίσιμη συγκυρία αποπειράται να αποτυπώσει ο Κουέντιν Ταραντίνο στη νέα του ταινία (δεν είναι τυχαίο πως ο βασικός χαρακτήρας του εκφράζει την απέχθειά του για τους νέους της εποχής):

Στο Χόλιγουντ, στην καρδιά της κινηματογραφικής βιομηχανίας, ένας ηθοποιός «δεύτερης κατηγορίας» (Λεονάρντο Ντι Κάπριο) συναντά τον ατζέντη του (Αλ Πατσίνο), ο οποίος του επισημαίνει πως η καριέρα του στην Αμερική έχει ουσιαστικά τελειώσει και η μοναδική διέξοδος που απομένει είναι η Ιταλία και τα σπαγγέτι γουέστερν. Ο «κολλητός» του είναι ο κασκαντέρ που τον ντουμπλάρει στις δύσκολες σκηνές (Μπραντ Πιτ), αν και το χάσμα ανάμεσά τους είναι κραυγαλέο: Ο ηθοποιός ζει σε μια βίλα στο Μπέβερλι Χιλς με γείτονα τον πιο περιζήτητο σκηνοθέτη της εποχής, τον Ρόμαν Πολάνσκι, και τη σύζυγό του, Σάρον Τέιτ, ενώ ο κασκαντέρ ζει σε ένα τροχόσπιτο έξω από την πόλη. Ο Ταραντίνο (που επιμένει στο «παραδοσιακό» φιλμ, κόντρα στην ψηφιακή τεχνολογία) εικονογραφεί την εποχή με απίστευτη εμμονή στη λεπτομέρεια, από τις προσόψεις των καταστημάτων, τις διαφημίσεις στους δρόμους, τη μουσική που ακούγεται από το ραδιόφωνο μέχρι τα αποσπάσματα τηλεοπτικών εκπομπών που «περνούν» βιαστικά από την οθόνη...

Ποια είναι όμως η «γραμματική» της κινηματογραφικής γραφής του Ταραντίνο, που δεν παύει να εξελίσσεται από ταινία σε ταινία; Μη γραμμική αφήγηση, έμφαση σε ανορθόδοξο διάλογο που υπονομεύει την αίσθηση του ρεαλισμού, «κινηματογραφοφιλία» στο έπακρο αλλά και «αξιοποίηση» ξεχασμένων ποπ τραγουδιών ή εικόνων επικαίρων από τηλεοπτικές οθόνες…


Κουέντιν Ταραντίνο

Πώς ξεκίνησε

Στις αρχές της δεκαετίας του `80, με πρόεδρο της Αμερικής τον Ρόναλντ Ρήγκαν, ο Ταραντίνο Κουέντιν ήταν υπάλληλος στο «ενημερωμένο» βιντεοκλάμπ Video Archives του Λος Άντζελες, βλέποντας καθημερινά πέντε με έξι ταινίες, σε βιντεοκασέτες φυσικά. «Ανακάτευε» χωρίς ενδοιασμούς την «υψηλή τέχνη» με το trash ή με εντελώς άγνωστες -ακόμη και σε ανθρώπους της βιομηχανίας του Χόλιγουντ- κινηματογραφικές δημιουργίες.

Με τη βοήθεια φίλων όπως ο Χάρβεϊ Καϊτέλ και ο σκηνοθέτης Μόντε Χέλμαν, θα γυρίσει στις αρχές της δεκαετίας του `90, με εξαιρετικά χαμηλό προϋπολογισμό, το «Reservoir Dogs», που θα εξελιχθεί σε κινηματογραφική «βόμβα» και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού το 1992, πρώτα στο Σάντανς και λίγους μήνες μετά στο Φεστιβάλ των Καννών. Ακολούθησε το πολυσυζητημένο «Pulp Fiction» (1994) που θα φύγει με τον Χρυσό Φοίνικα από τις Κάννες, και το «Jackie Brown» (1997) - φόρος τιμής στο πολύ ιδιαίτερο σινεμά που απευθυνόταν αποκλειστικά στους Αφροαμερικανούς.

Το «Kill Bill», χωρισμένο σε δύο κεφάλαια, «Vol. 1» το 2003 και «Vol. 2» το 2004, ερωτοτροπεί με το στυλιζαρισμένο σινεμά της Ανατολής και κατέληξε να ενισχύσει εντυπωσιακά τη δημοφιλία του, παράλληλα με την «επιστροφή» στο προσκήνιο της πρωταγωνίστριάς του Ούμα Θέρμαν.

Ακολουθεί το «Άδωξοι μπάσταρδη» («Inglourious Basterds», 2009), ένα όχι και τόσο πετυχημένο σαρκαστικό «σχόλιο» για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις αμερικανικές αναπαραστάσεις του. Στη συνέχεια ο Ταραντίνο θα επιστρέψει σε γνώριμο έδαφος με δύο γουέστερν που ενώ δανείζονται κάποια στοιχεία από την ιταλική παράδοση των σπαγγέτι ταυτόχρονα εξελίσσουν το είδος με έναν μοναδικό, ταραντινικό, τρόπο: Το «Django ο Τιμωρός» (2012) και το ακραία στυλιζαρισμένο «Μισητοί Οκτώ» (2015) -κατά τη γνώμη μου, η πιο σύνθετη και ώριμη δουλειά του Ταραντίνο ακόμα και σήμερα-, τοποθετημένο στο παγωμένο Γουαϊόμινγκ, ακριβώς μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο: Μια ιστορία εκδίκησης, ωμής βίας και έμμεσης κοινωνικής κριτικής. «Μου αρέσει να λέω ό,τι έχω να πω με τη μάσκα του σινεμά είδους. Τα γουέστερν της δεκαετίας του ’50 αναφέρονταν έμμεσα στην Αμερική του Αϊζενχάουερ, εκείνα του ’70 είναι πολύ πιο κυνικά και 'εναλλακτικά'», και μετά, στη δεκαετία του ’80, επέστρεψαν στον συντηρητισμό, επηρεασμένα από τον Ρήγκαν».

Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο περιοδικό «GQ Australia» ο Ταραντίνο εξέπληξε τους πάντες, δηλώνοντας έτοιμος να εγκαταλείψει το σινεμά: «Νομίζω ότι όσον αφορά τις κινηματογραφικές ταινίες, έχω φτάσει ήδη στο τέλος του δρόμου… Βλέπω τον εαυτό μου στο επόμενο διάστημα να γράφει βιβλία αλλά και θεατρικά έργα, συνεπώς θα παραμείνω δημιουργικός. Απλώς πιστεύω πως έδωσα ό,τι είχα να δώσω στο σινεμά». Στο παρελθόν είχε δηλώσει ότι θα σταματούσε όταν πια θα είχε σκηνοθετήσει δέκα ταινίες, αλλά ίσως, αν επιμείνει στην «αποχώρηση», να περιοριστεί στις εννέα (το «Κάποτε... στο Χόλιγουντ» είναι η ένατη ταινία που υπογράφει σκηνοθετικά).

 

 

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Πολυτεχνείο

Η σημερινή ημέρα ανήκει δικαιωματικά στη μνήμη της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Αυτής της εξέγερσης των νέων ανθρώπων που αμφισβήτησαν «τη βία ως στοιχείο εξαναγκασμού» και ύψωσαν τη φωνή τους για Ελευθερία και Δημοκρατία.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο