Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Μαρίζα Κωχ και Νένα Βενετσάνου: Μαζί σε ένα μουσικοθεατρικό αναλόγιο, με τη σκέψη και τη ματιά στα παιδιά!

Δύο πάρα πολύ σημαντικές παρουσίες (και όχι απλώς φωνές) της ελληνικής μουσικής των τελευταίων αρκετών δεκαετιών, η Μαρίζα Κωχ και η Νένα Βενετσάνου, σε μια καθόλου τυπική και συνηθισμένη σκηνική σύμπραξη.

Η δεύτερη προσάρμοσε το βιβλίο της πρώτης «Το ξανθό κορίτσι της Σαντορίνης» σε ένα μουσικοθεατρικό αναλόγιο, το οποίο θα παρουσιαστεί στη μουσική σκηνή «Σφίγγα» για τρεις μόνο παραστάσεις, τα Σάββατα 19 και 26 Οκτωβρίου και 2 Νοεμβρίου.

Συνομιλήσαμε με τις δύο σπουδαίες ερμηνεύτριες -μα και δημιουργούς- για το γιατί, το πώς αλλά και τον απώτερο σκοπό αυτού του πρωτότυπου εγχειρήματος.

Συνέντευξη στον Θάνο Μαντζάνα

 

* Πότε και πώς ξεκίνησε η μεταξύ σας σχέση; Παραμένει η ίδια ή μεταβλήθηκε στο πέρασμα του χρόνου;

ΜΑΡΙΖΑ ΚΩΧ: Να τα πω εγώ που τα θυμάμαι καλύτερα. Γνωριστήκαμε όταν ο γιος της Νένας ήταν πέντε ετών και τώρα είναι τριάντα πέντε. Ήταν σχεδόν αυτόματο, αλληλοσυμπαθηθήκαμε και ταιριάξαμε από την πρώτη στιγμή. Ακολούθησε μια εκδρομή στο Ναύπλιο, μια βόλτα στο Μπούρτζι, φάγαμε και ήπιαμε καφέ μαζί και έτσι ξεκίνησε μι σχέση φιλίας και αγάπης που γίνεται όλο και ισχυρότερη στο πέρασμα του χρόνου.

ΝΕΝΑ ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΥ: Εγώ θα προσθέσω μόνο πως τη Μαρίζα ήταν σαν να τη γνώριζα ανέκαθεν, το κατάλαβα από την πρώτη φορά που την είδα. Υπήρχε σε εκείνη κάτι πολύ οικείο σε εμένα, ήταν ήδη ένας δικός μου άνθρωπος.

 

* Ποια στοιχεία θεωρείτε ότι χαρακτηρίζουν αλλά και ποια εκτιμάτε ιδιαίτερα η κάθε μία στο έργο της άλλης;

Ν.Β: Νομίζω ότι καθένας/μία που γνωρίζει τη Μαρίζα μπορεί να διακρίνει ότι τα στοιχεία που την διακρίνουν είναι η ανθρωπιά, η βιωματική γνώση, η σεμνότητα, η γενναιότητα, η πρωτοτυπία, το θάρρος της γνώμης και γενικά του λόγου της και, ίσως πάνω από όλα, μια πολύ μεγάλη εσωτερική δύναμη. Αυτά ακριβώς περνούν και στο έργο της και του δίνουν το ήθος και τον χαρακτήρα του και προφανώς αυτά επίσης είναι που εκτιμώ τόσο πολύ και εγώ. Μπορώ να πω ότι πριν ακόμα την γνωρίσω την είχα ως πρότυπο, ερμηνευτικά, δημιουργικά, με κάθε τρόπο και όσον αφορά συνολικά στην παρουσία της.

Μ.Κ.: Εκτιμώ πάρα πολύ στη Νένα τη συνέπειά της και το ότι με το ταλέντο και τη γνώση της καταφέρνει να συνδυάζει τόσο ιδανικά δύο ή και περισσότερους κόσμους, τη σοβαρή δυτική μουσική με την ελληνική λαϊκή, παραδοσιακή και λόγια. Όλα αυτά με όχημα την καταπληκτική φωνή της και την άψογη ερμηνεία της, που με έκαναν για πολλά χρόνια να μην μπορώ να κοιμηθώ το βράδυ αν δεν άκουγα πρώτα το τραγούδι της «Πόλεις του Νότου»!

 

*Πώς σας φάνηκε η πρόταση της Ν. Βενετσάνου να μετατρέψει το βιβλίο σας σε μουσικοθεατρική παράσταση; Αντίστοιχα, κυρία Βενετσάνου, τι σας έκανε να θεωρήσετε ένα λογοτεχνικό πόνημα κατάλληλη πρώτη ύλη για μια παράσταση;

Μ.Κ.: Εγώ ήμουν που της το πρότεινα, γιατί θεώρησα ότι η Νένα είχε το ταλέντο αλλά και την ικανότητα να μεταφέρει το βιβλίο μου στη σκηνή και το γεγονός ότι με γνωρίζει τόσο καλά την έκανε ιδανική γι’ αυτό.

Ν.Β.: Να κάνω μια διόρθωση καταρχάς, δεν πρόκειται για «λογοτεχνικό πόνημα» αλλά για τη βιωματική αφήγηση μιας ζωής, μιας συναρπαστικής και σπουδαίας ζωής όπως είναι αυτή της Μαρίζας. Ο λόγος της δεν είναι γραπτός αλλά προφορικός, γεγονός που τον καθιστά πιο εύκολο και κατάλληλο για να μετατραπεί σε θεατρική πράξη. Η πρότασή της με χαροποίησε πολύ για έναν ακόμα λόγο, για το ότι θα μου έδινε την ευκαιρία να συνυπάρξω μαζί της στη σκηνή και την ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη της να μου την κάνει.

 

* Τα τελευταία χρόνια δεν εμφανίζεστε τόσο συχνά, πόση είναι λοιπόν η εμπειρία σας και ποια είναι η γνώμη αλλά και η σχέση σας με το κοινό μουσικών σκηνών όπως η «Σφίγγα»;

Ως γνωστόν, είχα δικό μου σχήμα, με το οποίο «όργωνα» κυριολεκτικά όχι μόνο την Ελλάδα αλλά και πολλά άλλα μέρη του κόσμου, παίζαμε οπουδήποτε υπήρχαν Έλληνες. Σταμάτησα να το κάνω όταν ένα καλοκαίρι, λίγο πριν το επίσημο ξέσπασμα της κρίσης, οι δήμαρχοι ακύρωσαν σχεδόν όλες τις εμφανίσεις μας και, επειδή θέλω να είμαι συνεπής προς τους συνεργάτες μου αλλά και να αμείβονται γι’ αυτό που κάνουν, πλήρωσα η ίδια τους μουσικούς μου δαπανώντας τις τελευταίες οικονομίες μου. Προφανώς δεν μπορούσα να το κάνω ξανά και έτσι σταμάτησα τις εμφανίσεις αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι έχασα και την επαφή μου με τον κόσμο. Έχω ιδρύσει μια σχολή βιωματικής μουσικής, που είναι μεν για παιδιά αλλά φυσικά μιλάω πολύ τακτικά με τους γονείς τους, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι πολύ νέοι άνθρωποι, μερικοί και κάτω των τριάντα. Επίσης συνεργάζομαι συχνά, όσο είναι δυνατόν, δισκογραφικά και συναυλιακά με εκλεκτούς/ές ομοτέχνους μου.

 

* Έχετε ασχοληθεί με πολλά διαφορετικά ιδιώματα αλλά ελάχιστα, αν όχι καθόλου, με την παραδοσιακή μουσική μας, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο του έργου της Μαρίζας Κωχ. Ποια είναι η σχέση σας μαζί της και το βρίσκετε ενδιαφέρουσα πρόκληση, κάπου ίσως σας φοβίζει λίγο και γενικά πώς αντιμετωπίζετε το γεγονός ότι αυτή τη φορά θα «αναμετρηθείτε» μαζί της ερμηνευτικά;

Ν.Β.: Δεν είναι ίσως τόσο γνωστό στο ευρύ κοινό αλλά έχω ασχοληθεί αρκετά με την παραδοσιακή μουσική μας έχοντας την τιμή να συνεργαστώ με την αείμνηστη Δόμνα Σαμίου αλλά και ερμηνεύοντας σε διάφορες περιστάσεις ανάλογα τραγούδια, έχω μάλιστα κάνει και έναν ολόκληρο δίσκο με τραγούδια βασισμένα στην παραδοσιακή μουσική και κυρίως στα νησιώτικα, τα οποία κατέχει τόσο καλά και ερμηνεύει υπέροχα η Μαρίζα. Όχι μόνο δεν με φοβίζει λοιπόν αλλά θα είναι και χαρά μου να ερμηνεύσω μαζί της τέτοια αλλά και δικά της αυτού του ύφους.

 

* Θα ερμηνεύετε κατά κύριο λόγο κάθε μία μόνη της ή θα υπάρχουν και πολλά ντουέτα; Και πώς βλέπετε, αλήθεια, την ερμηνευτική σας συνύπαρξη, το να τραγουδάτε μαζί;

Ν.Β.: Προφανώς και θα ερμηνεύουμε κάθε μία μόνη της αλλά φυσικά υπάρχουν και πολλά ντουέτα μας, όπως προανέφερα άλλωστε αυτός ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που χάρηκα τόσο πολύ για την πρότασή της, το ότι θα έχω την ευκαιρία να τραγουδήσω μαζί της, κάτι που πραγματικά απολαμβάνω.

Μ.Κ.: Εδώ θα ήθελα να πω ότι όταν βρίσκομαι στη σκηνή μαζί με τη Νένα, της έχω απόλυτη εμπιστοσύνη και πραγματικά την αφήνω να με καθοδηγεί. Αν ξαφνικά μου πει «τι κάθεσαι συνέχεια, σήκω και χόρεψε», θα το κάνω! Από εκεί και πέρα, αν και οι φωνές μας είναι πολύ διαφορετικές, ανήκουν και οι δύο στο είδος που, μαζί με την πολύ μεγάλη εμπειρία αμφοτέρων, μας επιτρέπει όχι μόνο να αλληλοσυμπληρωνόμαστε άψογα αλλά και να μπορούμε να καλύψουμε σχεδόν οποιοδήποτε ρεπερτόριο.

 

* Ποια από τις δύο επέλεξε την ενορχήστρωση; Και γιατί αυτή η όντως πολύ ασυνήθιστη, αν όχι και παράξενη, επιλογή βιόλας ντα γκάμπα και κιθάρας; Πιστεύετε ότι το συγκεκριμένο σχήμα μπορεί να αποδώσει τις ιδιαιτερότητες αλλά και τον ηχοχρωματικό πλούτο ακόμα και της παραδοσιακής μουσικής μας;

Ν.Β.: Την επιλογή την έκανε η Μαρίζα, που, ανάμεσα στα άλλα, έχει και τη σπάνια ικανότητα να ανακαλύπτει εξαίρετους μουσικούς που μπορεί να παίζουν ακόμα και παράξενα όργανα και να τους εντάσσει σε ιδιώματα τα οποία δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.

Μ.Κ.: Η βιόλα ντα γκάμπα, ουσιαστικά πρόδρομος του βιολοντσέλου, είναι ένα πολύ ανθρώπινο, πολύ ζεστό όργανο με μεγάλο εύρος συχνοτήτων που «αγκαλιάζουν» πολύ όμορφα τον πλούτο εκείνων της ανθρώπινης φωνής. Έτσι όταν, αρκετά χρόνια πριν, ανακάλυψα έναν βιρτουόζο της όπως είναι ο Αντώνης Σκαμνάκης, έγινε τακτικότατος συνεργάτης μου. Το ηχόχρωμα της βιόλας ντα γκάμπα συνδυάζεται πολύ αρμονικά με αυτό της κιθάρας, είτε στα πιο ρυθμικά είτε στα σολιστικά μέρη της, την οποία θα παίζει ο, επίσης επί πολλά χρόνια μόνιμος συνεργάτης μου, Ηλίας Βαμβακούσης. Να σημειώσω ότι ο Ηλίας, παιδί της Σαντορίνης όπως και εγώ και επίσης άξιος τραγουδοποιός, θα συμμετέχει και ερμηνευτικά στην παράσταση.

 

* Τι εκπροσωπεί και τι συμβολίζει για εσάς η Μαρίζα Κωχ εντός της ελληνικής μουσικής, του ελληνικού πολιτισμού αλλά ίσως και της κοινωνίας ακόμα;

Ν.Β.: Η ίδια η ζωή και, κατά συνέπεια, η διαδρομή της είναι ένας φάρος ανθρωπισμού, κοινωνικής συνειδητοποίησης, αυθεντικού ταλέντου και πολύ υψηλής αισθητικής, πρότυπο όχι μόνο για εμένα αλλά και για πολλούς/ές ομοτέχνους μας. Η Μαρίζα Κωχ είναι μια αληθινή σταρ, με την έννοια ότι δεν την κατασκεύασε κανείς αλλά αναδείχθηκε αβίαστα ως τέτοια μέσα από την αγάπη και την εκτίμηση του κόσμου.

 

* Πώς θα συνοψίζατε το τι είναι για εσάς η παρουσία αλλά και η διαδρομή στην ελληνική μουσική της Νένας Βενετσάνου;

Μ.Κ.: Είναι πολύ δύσκολο να αποστασιοποιηθώ και να μιλήσω αντικειμενικά για μια τόσο αγαπημένη φίλη μου αλλά, όσο μπορώ να το κάνω, θα πω μόνον ότι μακάρι να είχαμε μερικούς/ές ακόμα που η διαδρομή τους να ξεχωρίζει τόσο για τη συνέπεια, τη γνώση και την αισθητική της όσο της Νένας.

 

* Ποια είναι η επιθυμία, η πρόθεση αλλά και η επιδίωξη σας για την παράσταση, Θέλετε να ψυχαγωγήσετε το κοινό, να το κάνετε να θυμηθεί, να συγκινηθεί ίσως ή κάτι άλλο;

Ν. Β.: Το πολύ σημαντικό για εμένα στην παράστασή μας είναι ότι είναι η αφήγηση μιας συγκλονιστικής, θα έλεγα, ζωής, αυτής της Μαρίζας, με την ίδια όμως να είναι παρούσα και να συμμετέχει ενεργά σε αυτή την αφήγηση.

Μ.Κ.: Σίγουρα θέλουμε και να ψυχαγωγήσουμε και να διασκεδάσουμε τον κόσμο αλλά, παράλληλα με αυτό, να τον ευαισθητοποιήσουμε για ένα πολύ σημαντικό θέμα, τα παιδιά, που είναι το μέλλον του κόσμου. Συγκεκριμένα, τα ασυνόδευτα παιδιά από άλλες χώρες που φτάνουν στη δική μας, στα οποία άλλωστε είναι αφιερωμένο το βιβλίο μου και πρέπει όλοι και όλες να τα αγκαλιάσουμε με την αγάπη μας.


Χωρίς άλλα δικά μας σχόλια μια από πολλές πλευρές αληθινά πολύ σημαντική παράσταση που πραγματικά αξίζει να την παρακολουθήσετε μιαν από τις τρεις φορές που θα παρουσιαστεί...

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Ο κύριος Βορίδης

O κύριος Βορίδης ξεκίνησε τη λαμπρή πολιτική του σταδιοδρομία ως στέλεχος του Μιχαλολιάκου στη νεολαία της ΕΠΕΝ και αργότερα διάδοχός του στην ηγεσία αυτής της διαβόητης χουντοφασιστικής οργάνωσης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο