Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

«Μποέμ» θεαματικά ωριμότερη από τον Γκράχαμ Βικ

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

Έχοντας διδαχθεί τα αγγλικά πλάι σε θυγατέρα αξιωματούχου της Επιτροπής Φορολογίας του Άλατος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στην Ινδία, γνωρίζουμε εξ απαλών ονύχων τη σημασία του για τον αγώνα του Μαχάτμα Γκάντι, όπως αργότερα έμελλε να τον αναδείξει και ο Φίλιπ Γκλας στην όπερά του «Σατυαγκράχα». Ίσως λοιπόν διόλου τυχαία ο Graham Vick -γεννημένος στα 1953, τη χρονιά παρεμπιπτόντως επανεισαγωγής του σχετικού φόρου από την ινδική κυβέρνηση- εγκαινίασε με αναφορά στο αγαθό αυτό μια σημαντική ομιλία του στη Βασιλική Φιλαρμονική Εταιρεία του έτους 2016 που ανιχνεύσαμε στον βρετανικό «Guardian». Δηλώνει λοιπόν ο «γνωστός για τις πειραματικές και αναθεωρητικές σκηνοθεσίες σύγχρονης και παραδοσιακής όπερας» θεατράνθρωπος ότι «κάθε καλλιτέχνημα που αξίζει το αλάτι του εμπεριέχει το αίτημα αλλαγής». Η διατύπωση υποκρύπτει υποθέτουμε αναγνώριση ανεξάντλητων δυνατοτήτων εμβάθυνσης στα αριστουργήματα, οι οποίες οπωσδήποτε τροφοδοτούνται από διαρκώς ανανεούμενους τρόπους διεισδυτικότητάς τους στη διαδοχή γενεών, συνθηκών και αντιλήψεων του παγκόσμιου κοινού.

Σχεδόν μια δεκαετία νωρίτερα, την καλλιτεχνική περίοδο 2007-2008, ο σκηνογράφος και σκηνοθέτης Στέφανος Λαζαρίδης, τότε καλλιτεχνικός διευθυντής για λίγο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, είχε μετακαλέσει τον Βρετανό προκειμένου να σκηνοθετήσει τη δημοφιλή όπερα του Giacomo Puccini «La Bohème» (Μποέμικη Ζωή) στο Θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας. Είχαμε τότε αφιερώσει από τη στήλη αυτή δύο συνέχειες (17 και 24.2.2008) στην παραγωγή αυτή επισημαίνοντας χωρίς περιστροφές αυτό που είχαμε αισθανθεί ως «απόσταση από τη συγκίνηση, που αναπόδραστα πλημμυρίζει τον θεατή στην επαφή με το αριστούργημα του Πουτσίνι» λόγω αναντιστοιχίας των «4 life - style» φοιτητών που παρουσίαζε ο Βικ από τις συνθήκες ζωής που βίωναν οι «μποέμ... διανοούμενοι, ... εξαθλιωμένοι, με την απειλή της πείνας, του ψύχους, της ασθένειας και του πρόωρου θανάτου να διασκεδάζεται νευρωτικά στην αλληλεγγύη μιας δήθεν ανέμελης συνύπαρξης σε έναν κόσμο άκρατου ατομικισμού, όπου οι έννοιες της πρόνοιας και του κοινωνικού κράτους αποτελούν στοιχεία επιστημονικής φαντασίας».

Μια δεκαετία αργότερα και προσερχόμενοι με επιφυλάξεις στη μεταθανάτια για τον Λαζαρίδη πρεμιέρα (7.12.2017) της ίδιας παραγωγής, αφιερωμένη επίσημα στη μνήμη του, βρεθήκαμε ενώπιον μιας εντελώς διαφορετικής παραστατικής πραγματικότητας, χάρη σε μια συμπαγή ομάδα ερμηνευτών υψηλού επιπέδου, τους οποίους, αν έχουμε ακριβή πληροφόρηση, δίδαξε εξαρχής -και μάλλον σε διαφορετικό πλαίσιο από εκείνο της νομιζόμενης γενικής ευζωίας του 2008- ένας Βικ πιθανόν πιο ευάλωτος και ο ίδιος πλέον στην «ψυχή» της μουσικής του Πουτσίνι. Στην παραγωγή βέβαια εξακολουθεί να χαίνει άβολη η απόσταση ανάμεσα στην κοινωνική ταυτότητα των φτωχών, αλλά μορφωμένων και ρομαντικών νεαρών της Γαλλίας του Λουδοβίκου Φιλίππου με το -σκηνογραφικά και ενδυματολογικά σημαινόμενο- απαίδευτο νεανικό «λούμπεν προλεταριάτο» μιας σημερινής Ελλάδας, κραυγαλέο μέσα από τις αφίσες τοίχου του φοιτητικού δωματίου του σκηνικού, αφιερωμένες σε ποδοσφαιρικά ινδάλματα. Οι πρωταγωνιστές όμως ενδύθηκαν με αφοπλιστική ειλικρίνεια και υψηλή μουσικότητα τους ρόλους τους και αναίρεσαν πανηγυρικά την αντικλιμακτική ανάμνηση της σκηνής του θανάτου της Μιμής, όπως τουλάχιστον την είχαμε αισθανθεί το 2008. Συγκλονιστικός εν πρώτοις ο τενόρος Γιάννης Χριστόπουλος, μουσικά ακέραιος και επιτέλους υποκριτικά απελευθερωμένος μέχρι μυελού των οστών του στον ρόλο του ποιητή, σε διαδραστική εναρμόνιση με τον ιδεωδώς μελίρρυτο και αρρενωπό Μαρτσέλλο του βαρυτόνου Διονυσίου Σούρμπη, αλλά και με τη Μυρτώ Παπαθανασίου, νεανική Μιμή, φωνητικά ντελικάτη και δραματουργικά πιστευτή, αρχετυπική και συνάμα καθημερινή στην απέριττη αμεσότητα της ευαισθησίας της. Τόσο η ίδια, πανέμορφη σαν άλλη Μανόν που δραπέτευσε από τον πλούτο για τον έρωτα, όσο και ο Ροδόλφος της, ο τελευταίος χωρίς όρια στον σπαραγμό του, έφεραν τα απαραίτητα δάκρυα στην κορύφωση της 4ης «εικόνας». Κρυστάλλινη, ακριβής και υποκριτικά ζωηρή η Ευμορφία Μεταξάκη ως Μουζέτα, παραστατικός Σωνάρ ο Γιάννης Σελητσανιώτης, όντως βαθυφωνικός Κολλίν ο Oleg Budaratskiy, εγνωσμένες αξίες «χαρακτήρα» ο Παύλος Μαρόπουλος ως Μπενουά και ο Κωστής Ρασιδάκης ως Αλτσιντόρο συνέπραξαν ανεπιφύλακτα με τη χορωδία και την ορχήστρα της ΕΛΣ υπό τη φορτισμένη μουσική διεύθυνση του Ηλία Βουδούρη. Μια απρόσμενα λυτρωτική βραδιά ομαδικής ποιότητας...

Δείτε όλα τα σχόλια