Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σπύρος Γιανναράς: "Με φοβίζει η περιθωριοποίηση του ίδιου του ανθρώπου"

Μια ιστορία γίνεται λογοτεχνία και αποκτά υπαρξιακό βάθος, δηλαδή φεύγει από το επικαιρικό και τείνει να μιλήσει για την αιώνια ανθρώπινη συνθήκη. Αυτή η μεταμόρφωση είναι που κάνει μια ιστορία λογοτεχνία, με την έννοια ότι καταφέρνει και μιλάει για κάθε παρόν, όχι για την επικαιρότητα

"Η λογοτεχνία σήμερα πασχίζει, νομίζω, να μας μάθει να συλλαβίζουμε το πένθος" λέει ο Σπύρος Γιανναράς διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι "το ζήτημα δεν είναι να συντρίψεις τον αναγνώστη, αλλά περνώντας μέσα από μια διαδικασία χαρμολύπης να κοιτάξεις ξανά τη ζωή με άλλα μάτια". Παρ' ότι ο θάνατος είναι το λεπτό νήμα που συνδέει τις έντεκα ιστορίες του καινούργιου βιβλίου του "Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω" (εκδ. Άγρα), στις σελίδες του όλα λέγονται "με τον τρόπο της ζωής". Ακολουθώντας τον κανόνα της διηγηματογραφικής μας παράδοσης, ο Γιαναράς αντιμετωπίζει το διήγημα ως "αυτόνομο είδος, που μπορεί εξίσου ουσιαστικά να μιλήσει για την ύπαρξη, τον άνθρωπο, την πραγματικότητα". Στο βιβλίο του ρίχνει μια λοξή ματιά στην ανθρωπιά μας, χωρίς να παραβλέπει όλα όσα συνθέτουν τον σημερινό κόσμο. "Με φοβίζει το τέλος του ουμανιστικού πολιτισμού της Ευρώπης και η περιθωριοποίηση του ίδιου του ανθρώπου" λέει και δίνει όλες τις αφορμές για μια συζήτηση γύρω από τη λογοτεχνία, τη ζωή, τον θάνατο, την εγγραμματοσύνη και την κριτική στάση, την κρίση και τα άλλα δεινά του σημερινού ανθρώπου, ακόμα και για το ισοζύγιο που φέρει ένα αναγνωρίσιμο όνομα όπως το δικό του.

 

* Πώς μια ιστορία γίνεται λογοτεχνία;

Μια ιστορία γίνεται λογοτεχνία όταν αποκτά υπαρξιακό βάθος, δηλαδή φεύγει από το επικαιρικό και τείνει να μιλήσει για την αιώνια ανθρώπινη συνθήκη. Αυτή η μεταμόρφωση είναι που κάνει μια ιστορία λογοτεχνία, με την έννοια ότι καταφέρνει και μιλάει για κάθε παρόν, όχι για την επικαιρότητα. Για παράδειγμα, το "Πλατύ Ποτάμι" του Μπεράτη υποτίθεται ότι είναι ένα αντιπολεμικό μυθιστόρημα. Γι' αυτό και σήμερα δεν διαβάζεται, καθώς θεωρείται ότι μιλάει για μια άλλη εποχή, για μια άλλη συνθήκη, ότι είναι ξεπερασμένο. Ενώ ο Μπεράτης ξεκινάει την αφήγηση με το φέρετρο της γυναίκα του να βγαίνει από το σπίτι. Φεύγει στο μέτωπο γυρεύοντας τον θάνατο. Οπότε από την πρώτη σελίδα το βιβλίο του αποκτάει άλλο νόημα, αφορά την ανθρώπινη συνθήκη, τη σχέση με τον θάνατο, τη σχέση με τον έρωτα κι επομένως κάθε παρόν. Το επίκαιρο είναι αυτό που συμβαίνει και καταγράφουν οι εφημερίδες, το παρόν είναι αυτή η τριβή του ανθρώπου με τη θνητότητα και τη φθορά. Μ' αυτή την έννοια και η “Ιλιάδα” παρόν είναι.

* Αυτή είναι η συνθήκη που διαχωρίζει τη λογοτεχνία από τη μη λογοτεχνία;

Ναι, το γεγονός τού να μπορεί να μιλήσει για την ύπαρξη και το παρόν κάθε εποχής. Γι' αυτό και αυτά τα βιβλία που διαρκούν εσαεί στον χρόνο τα λέμε κλασικά. Τα βιβλία στα οποία ταυτόχρονα η κάθε εποχή αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό της. Ας πούμε, στον "Φιλαράκο" του Μωπασάν ο καθένας μας σήμερα μπορεί να αναγνωρίσει τον τυπικό τυχοδιώκτη και αρριβίστα που επιπλέει σε κάθε κοινωνική συνθήκη ξεπουλώντας το κενό που κουβαλάει μέσα του.

* Με αυτή την έννοια όλα έχουν ειπωθεί στη λογοτεχνία. Γιατί συνεχίζει να γράφει ο άνθρωπος;

Καταρχάς γιατί μέσα από τη γραφή αντιλαμβάνεσαι ταυτόχρονα τη δική σου ύπαρξη. Μελετώντας διαφορετικούς χαρακτήρες σε οριακές συνήθως συνθήκες αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι την ανθρώπινη μικρότητα, αλλά και το ανθρώπινο μεγαλείο, και μέσα από αυτό φωτίζεται η δική σου ζωή. Φτάνεις σε ένα σημείο που η γραφή γίνεται κομμάτι της ύπαρξής σου. Γράφεις επειδή γράφοντας γίνεσαι ο εαυτός σου, και γίνεσαι ο εαυτός σου επειδή γράφεις. Πέραν τούτου όμως, αν και τα θέματα της λογοτεχνίας παραμένουν σταθερά, ο τρόπος γραφής της λογοτεχνίας διαφέρει σε κάθε εποχή. Ο συγγραφέας γράφει πάντα μέσα από την εποχή του, ρίχνει δηλαδή λίγο από το φως των ημερών του πάνω στη δεδομένη θεματική. Επίσης σε κάθε εποχή εμφανίζονται νέοι ανθρωπολογικοί χαρακτήρες. Για παράδειγμα, ο Έλληνας του «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξουμε», που ψάχνει ακόμα και στην πιο αδυσώπητη κρίση να σώσει το δικό του μονάχα τομάρι, πιστεύοντας ακράδαντα ότι θα το καταφέρει, είναι ένας νεόκοπος ανθρωπολογικός χαρακτήρας. Κι ακόμα μιλάμε για το «φιλότιμο» του Έλληνα κ.λπ. ... Με ανθρωπολογικούς όρους άλλης εποχής. Η λογοτεχνία τα βλέπει συνήθως αυτά πριν τους ανθρωπολόγους.

* Γράφεται λογοτεχνία εν θερμώ;

Με την έννοια που το είπαμε και παραπάνω, από τη στιγμή που ο συγγραφέας βιώνει την κρίση, δεν μπορεί να μην αποτυπώνεται στα βιβλία του. Όταν γράφεις όμως με θέμα την κρίση, κινδυνεύεις να εξοκείλεις στο επικαιρικό. Νομίζω ότι ο συγγραφέας έχει ανάγκη μια χρονική απόσταση από τα πράγματα για να μπορέσει να μιλήσει γι’ αυτά μέσω της λογοτεχνίας. Οι συγγραφείς της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν έγραψαν τη στιγμή που αυτή συνέβαινε, αλλά καιρό μετά. Χρειάζεται ο συγγραφέας να χωνέψει την πραγματικότητα και να εμβαθύνει οντολογικά σ' αυτήν, αλλιώς περιπίπτει σε απλή καταγραφή.

* Γι' αυτό μιλάτε τόσο υπαινικτικά στο βιβλίο σας όχι μόνο για την κρίση αυτή καθ' αυτή αλλά και για διάφορα "εγκλήματα" που έχουν διαπραχθεί στη χώρα και τις συνειδήσεις των ανθρώπων της τα προηγούμενα χρόνια;

Είμαι παιδί των δεκαετιών του '80 και του '90, οπότε έζησα τη σταδιακή παρακμή που προετοίμασε την κρίση και προσπάθησα γράφοντας να την αποτυπώσω μέσα από τους χαρακτήρες των ιστοριών μου. Δηλαδή, μέσα από την αλλοίωση της συνείδησης, όπως αναφέρατε.

* Ο θάνατος είναι το λεπτό νήμα που συνδέει τις έντεκα ιστορίες του βιβλίου σας. Μέσα από τον θάνατο μπορούμε να μιλήσουμε πιο εύκολα και με περισσότερη ευκρίνεια για τη ζωή;

Πιο εύκολα δεν ξέρω, αλλά η στάση απέναντι στον θάνατο αποκαλύπτει πολλά για τη στάση μας απέναντι στη ζωή. Τα διηγήματα μιλούν για τον θάνατο με τον τρόπο της ζωής, δηλαδή με πένθος αλλά και με χιούμορ, με τρόπο τραγικό και σαρκαστικό ενίοτε. Το ζήτημα δεν είναι να συντρίψεις τον αναγνώστη, αλλά περνώντας μέσα από μια διαδικασία χαρμολύπης να κοιτάξεις ξανά τη ζωή με άλλα μάτια. Η λογοτεχνία σήμερα πασχίζει, νομίζω, να μας μάθει να ξανασυλλαβίσουμε το πένθος.

* Τι αξίζει να κοιτάς στη ζωή;

Κάτι πέρα από τον ΕΝΦΙΑ, τα μερίσματα και τη ζωή με όρους αποκλειστικά οικονομικούς. Με φοβίζει το τέλος του ουμανιστικού πολιτισμού της Ευρώπης και η περιθωριοποίηση του ίδιου του ανθρώπου. Το ζήτημα εν τέλει είναι κατά πόσο μέσα σ' όλο αυτό που συμβαίνει γύρω μας καταφέρνουμε να διασώσουμε την ανθρωπιά μας.

* Ως πολίτης πού επικεντρώνεστε;

Σκέφτομαι ότι σωστά είχε δει το ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα Ντενί ντε Ρουσμόν ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά οικονομική, γιατί θα αποτύχει. Συγχρόνως όμως, η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού μπορεί να μας αναγκάσει να επιστρέψουμε σε πολιτικές και καθημερινές πρακτικές που εδράζονται στην αλληλεγγύη και την ανθρωπιά. Ήδη σε πολλές χώρες και στη δική μας επίσης αναπτύσσονται συλλογικότητες που λειτουργούν ενίοτε παρακάμπτοντας τη χρηματοπιστωτική πρακτική, φέρνοντας στο προσκήνιο αδιαμεσολάβητες διαδικασίες, αλλά κυρίως έναν άλλο τρόπο διαβίωσης, που παραπέμπει στο κοινοτικό πρότυπο, το οποίο άλλωστε ήταν για αιώνες ο τρόπος λειτουργίας των Ελλήνων.

* Ωστόσο ως σοβαρό έλλειμμα της εποχής μας καταγράφεται το σαράκι της αμφιβολίας και της κριτικής, κυρίως από μεριάς των ανθρώπων της τέχνης και της διανόησης.

Ναι, γιατί ζούμε σε μια ακραία εμπορευματοποιημένη εποχή όπου μπερδεύουμε την επιτυχία με την ποιότητα, στοιχεία που σπανίως συμβαδίζουν. Το ερώτημα είναι αν σε ενδιαφέρει η γραφή αυτή καθαυτή ή ο τίτλος του συγγραφέα. Αν έχεις την αγωνία του καλλιτεχνικού έργου ή την αγωνία της καριέρας και της δημοσιότητας.

* Η εποχή μας δημιουργεί εγγράμματους ανθρώπους, ανθρώπους με κριτική σκέψη;

Το ζήτημα είναι ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν παράγει αναγνώστες, ούτε λογοτεχνίας ούτε εφημερίδων. Και το λέω αυτό, εννοώντας ότι δεν μεταδίδει στα παιδιά το μικρόβιο της ανάγνωσης, τη χαρά της μάθησης, απ’ όπου απορρέει η κριτική σκέψη. Σήμερα το πρωτεύον είναι να έχει κανείς δεξιότητες. Μέσα από τη σχέση με το βιβλίο και το έργο τέχνης, μέσα από μια σχέση που μπορεί να προσφέρει χαρά στον άνθρωπο, καλλιεργείται η κριτική σκέψη. Η αμφιβολία και η αγωνία για τα πράγματα που συμβαίνουν εντός μας και στον κόσμο γύρω μας είναι που μας κάνει ανθρώπους - άνω θρώσκοντα όντα.

* Το όνομα που φέρετε, η σχέση με τον επώνυμο πατέρα, έχει διευκολύνει ή έχει δυσκολέψει αυτή την εξέλιξη;

Το ότι είμαι γιος του Χρήστου Γιανναρά έχει πολλά θετικά και πολλά αρνητικά. Το όνομα αυτό ήταν πολύ μεγάλο βάρος στα παιδικά, εφηβικά μέχρι και τα πρώτα νεανικά χρόνια, γιατί για πολύ κόσμο ήμουν απλώς και μόνο ο γιος τού τάδε, δηλαδή μια προβολή του πατέρα μου. Περίμεναν να αντιδράσω ως μικρογραφία ενός ανθρώπου που θαύμαζαν ή εχθρεύονταν. Αισθανόμουν πάντα ότι αναφέρονταν σε κάποιον άλλο. Γι' αυτό και απομακρύνθηκα από τον πατέρα μου, τον οποίο "ξανασυνάντησα" μέσα από τη λογοτεχνία, όταν άρχισα δηλαδή να του δίνω να διαβάσει λογοτεχνία και να μιλώ μαζί του γι' αυτήν επί ίσοις όροις. Από την άλλη όμως, χάρη στον πατέρα μου γνώρισα από μικρός ανθρώπους που με σημάδεψαν, όπως ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο Νίκος Κούνδουρος, ο Διονύσης Σαββόπουλος, η Πολυξένη Ματέυ, ο Νίκος Γιανναδάκης από τον οποίο έμαθα τι σημαίνει θυσιαστική Αριστερά. Σήμερα η σχέση, οι συζητήσεις και οι διαφωνίες με τον πατέρα μου είναι από τα μεγαλύτερα δώρα της ζωής μου.

* Ως συγγραφέας μέχρι τώρα δοκιμάζεστε το διήγημα. Αναζητάτε δηλαδή "το θραύσμα σαν Εν Τούτω Νίκα" όπως εύστοχα έχει γράψει ο Αρανίτσης;

Ναι, με την έννοια ότι το θραύσμα ενός διαλυμένου κόσμου είναι αυτό που μπορεί να μιλήσει καλύτερα για το όλον. Με την έννοια ότι το θραύσμα είναι σήμερα η μονάδα του κόσμου μας. Το διήγημα δεν είναι ένα σκαλοπάτι που οδηγεί στο μυθιστόρημα αλλά ένα αυτοτελές και αυτόνομο είδος που μπορεί εξίσου ουσιαστικά να μιλήσει για την ύπαρξη, τον άνθρωπο, την πραγματικότητα. Χρειάζονται χρόνια μαθητείας στους συγγραφείς που συγκροτούν τη διηγηματογραφική μας παράδοση, για να εμβαθύνεις στη δομή, τα χαρακτηριστικά και την ουσία του διηγήματος. Πιστεύω στη ρήση "μικρός τόπος, μικρή ιστορία".

* Με ποια έννοια παραπέμπετε σ' αυτή τη ρήση;

Με την έννοια ότι το μυθιστόρημα αποτυπώνει μια πανοραμική όψη της κοινωνίας ενώ το διήγημα εστιάζει στο μοναδικό ιδιωτικό συμβάν. Επειδή οι Έλληνες αστοί δεν έπαψαν ποτέ να είναι και άνθρωποι του χωριού στο οποίο επιστρέφουν κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα, επειδή δηλαδή δεν είχαμε αυστηρά διακριτές τάξεις όπως στη Δυτική Ευρώπη, απ’ τις οποίες ήταν αδύνατον να ξεφύγεις όπως στη Δυτική Ευρώπη, η λογοτεχνική μας παράδοση ήταν διηγηματογραφική με κάποια μεγάλα μυθιστορήματα. Σήμερα που ο νεοφιλελευθερισμός μάς περιορίζει σε αυστηρά διακριτές τάξεις, φτωχοποιώντας μας, κι ο γιος του μανάβη καταδικάζεται να είναι μανάβης ή άνεργος, νομίζω ότι το μυθιστόρημα θα βρει πρόσφορο έδαφος για να μεγαλουργήσει.

* "Τη μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω", ο τίτλος του βιβλίου σας. Τι θα συμβεί εκείνη την ημέρα;

Ο τίτλος παραπέμπει στο ομώνυμο διήγημα με ήρωα έναν άνθρωπο που αδυνατεί να χορέψει, που δεν μπορεί να ενταχθεί σε κανέναν κυκλωτικό χορό. Γι' αυτό το έλλειμμα, την αδυναμία σχέσης με τους ανθρώπους κάνει λόγο το βιβλίο. Αυτός είναι ένας άλλος τρόπος να μιλήσει κανείς για τον θάνατο και το πένθος. Δεν μπορούμε δηλαδή να υπάρξουμε αν δεν συμμετέχουμε στον χορό συγχρωτιζόμενοι με τους άλλους.

Δείτε όλα τα σχόλια