Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Να φτιάξεις την ψυχή σου

Tης Ευγενίας Μπογιάνου

Ο Θοδωρής Γκόνης, όπως εξομολογείται στα «Εφτά λευκά πουκάμισα», μια συλλογή από πενήντα ένα ολιγόλογα κομψοτεχνήματα, δεν ήθελε να γράψει. Άλλα είχε στο μυαλό του αυτός, αλλά υπάκουσε τελικά στον γάιδαρό του, που τον τράβηξε, ευτυχώς, προς άλλη κατεύθυνση «ο γάιδαρός μου με πηγαίνει αλλού, με οδηγεί σε άλλον τόπο, με βγάζει σε άλλον κόσμο, διαφορετικό. Με σπρώχνει, με ρίχνει σε άλλον κόπο» λέει. Ο γάιδαρός του του ζητάει συνέχεια μυαλό, ενώ εκείνος σκέφτεται χορτάρι και σανό. Ο γάιδαρός του είναι ο άγγελός του εν τέλει. Άλλωστε, και η προτροπή των γονιών του η ίδια ήταν. «Να βρεις το παλιό μαχαίρι για τα μολύβια και να γυρίσεις στα γράμματα, να φτιάξεις την ψυχή σου» του λένε. Και εκείνος υπακούει, γιατί αυτός είναι ο δρόμος του, ο μόνος δρόμος που μπορεί να φτιάξει την ψυχή του, τα λόγια δηλαδή, οι λέξεις, τα συναισθήματα που γεννούν οι λέξεις όταν ξέρουν να μπουν στη σειρά με κείνον τον τρόπο που τις ζωντανεύει, που αναδεικνύει τους χυμούς τους, που προβάλλει τη μουσικότητά τους, τις ομορφιές τους, τις καμπύλες και τις γωνίες τους, μιλώντας στο πιο βαθύ και αγαπητικό κομμάτι αυτού που θα τις αφουγκραστεί.

Άνθρωποι απλοί βρίσκονται στην άκρη της πένας του Γκόνη, άνθρωποι του μόχθου, «γειωμένοι», «υπεύθυνοι για το χορτάρι» στο γήπεδο που θα παίξουν οι άλλοι και όχι αυτοί, στο γήπεδο που κάθε πρωί τρέχουν και ιδρώνουν οι ήττες και τα δάκρυα, προσπαθώντας να πάρουν τη ρεβάνς, την ώρα που οι νίκες κοιμούνται. Άνθρωποι που όταν πεθαίνεις κοντά τους, στην αγκαλιά τους, δεν πεθαίνεις ποτέ, «αυτοί που γίνονται τραγούδι και χορός, δρόμος και μοίρα σου». Άνθρωποι που φορούν την καλή φορεσιά, το λευκό πουκάμισο, εναλλάξ, ανάλογα με το ποιος έχει την ανάγκη, το ζόρι, τον γάμο ή τον γιατρό, έτσι ώστε όταν πλένεται το ένα πουκάμισο το ακριβό, «εφτά λευκά πουκάμισα φτερουγίζουν στον φράχτη και στον ουρανό».

«Γράφεις για ν’ απομνημονεύσεις, να μνημονεύσεις, να μην ξεχνάς, να ξενυχτάς, να ξενυχτάς τους νεκρούς σου». Ο Γκόνης δεν διστάζει να αποκαλύψει τις προθέσεις του. Μας αποκαλύπτει τους έρωτες και τα πάθη του, τις ήττες και τους δρόμους του. Με έναν τόνο σιγανό, ψιθυριστό, χωρίς πολλά λόγια, όπως κάνουν οι φίλοι που αγαπιούνται απ’ τα παλιά, από πάντα δηλαδή, κι ας μη συναντιούνται συχνά. Όταν όμως συναντιούνται το θαύμα συντελείται δίχως τη δική τους συνδρομή.

Οι σελίδες του ξεχειλίζουν μελαγχολία. Μια μελαγχολία γλυκιά, «σπιτική», στοχαστική, «ανοιχτή» στην περιπέτεια, γιατί «δεν υπάρχει μεγαλύτερη ομορφιά από τον δρόμο». Και νοσταλγία. Νοσταλγία από καταστάσεις, αγγίγματα, αρώματα και κυρίως λόγια. Όλα καθορίζονται από τις απουσίες. «Οι ψυχές των νεκρών που αγαπάμε δεν βλέπουν, δεν ακούν, δεν νιώθουν;» αναρωτιέται. Αν και ξέρει την απάντηση. Οι ψυχές είναι παντού, είναι γύρω του, είναι μέσα του. Οι απουσίες των απτών σωμάτων όμως τον στοιχειώνουν. Τα αναζητά. Αυτά: τα σώματα, τ’ αγγίγματα. «Θέλω τη μάνα μου» λέει. Τίποτα δεν έχει σημασία, παρά μόνο ο έπαινος των γονιών, αυτωνών τον έπαινο αναζητά, αυτωνών που τώρα είναι μικρότεροι από τον ίδιο, «αυτούς θέλω» λέει, με μια σπαρακτική αμεσότητα που δεν προσπαθεί να κρύψει τη συγκίνησή της.

Κι είναι αυτό το άνοιγμα στη συγκίνηση που κάνει τα μικρά πεζά του Γκόνη τόσο αληθινά. Ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσω της συγκίνησης και του αντιγυρίζει το ρίγος με ένα βλέμμα τρυφερό, με μια τρυφερότητα θαρρείς παιδική και γι’ αυτό τόσο ξεχωριστή.

Ο Γκόνης μας χαρίζει απλόχερα τα λόγια του. Αυτό που τόσο καλά και με τόσο ποικίλους τρόπους ξέρει να κάνει. Λόγια σιγανά, εμπιστευμένα. Λόγια δικά μας.

 

Θοδωρής Γκόνης, «Εφτά λευκά πουκάμισα»

Εκδ. Άγρα

Σελ. 112 Τιμή: 10,90 ευρώ

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ποιες Πρέσπες; Οι συντάξεις είναι το θέμα του

Απλή λογική: Αν ο Κ. Μητσοτάκης πιστεύει στα σοβαρά ότι η κυβέρνηση παζάρεψε το μακεδονικό με τις συντάξεις, προφανώς θεωρεί ότι οι Ευρωπαίοι θέλουν να λυθεί το μακεδονικό εις βάρος της Ελλάδας.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο