Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

ECM: Ο καλύτερος Ήχος μετά τη Σιωπή.

Nana Vasconcelos, Pat Metheny, Manfred Eicher και Jan Erik Kongshaug στα στούντιο της ECM

Avec le temps 50 χρόνια δημιουργικής ζωής και επίδρασης στη σύγχρονη μουσική κλείνει φέτος η δισκογραφική εταιρεία του Manfred Eicher

Του Ιλάν Σολομόν

 

«Σημασία δεν έχει το τι παίζεις, αλλά το τι δεν παίζεις» θα μπορούσε να ήταν το σλόγκαν της. Το είπε ο Miles Davis. Η “Independen”t έγραψε ότι πρόκειται για το «το πιο σημαντικό αποτύπωμα στον κόσμο της jazz και της σύγχρονης μουσικής». Και φέτος είναι η χρονιά της. Η χρονιά που η ECM γιορτάζει τον μισό αιώνα της δημιουργικής ζωής και επίδρασής της στη μουσική των ημερών μας.

 

Πρώτο ταξίδι, δέκα μέρες μετά το απολυτήριο στην ανασκαμμένη λόγω των έργων για το μετρό μεθεόρτια Φρανκφούρτη και στη βιτρίνα ενός μικρού γωνιακού δισκοπωλείου τον διακρίνω. Ήταν η πρώτη μου επαφή με την αισθητική της. Αυτή η ποιητική των αναλογιών, η μανιώδης τελειότητα -που αποκαλύφθηκε αργότερα- άραγε τι θα μπορούσε να κρύβει; Η αποκάλυψη ήρθε στην πρώτη ακρόαση, στις πρώτες μόλις στροφές. Μια μουσική με ασυνήθιστη διαύγεια έρρεε σαν ένα ρυάκι, γεμάτη ταπεινότητα και αγνή συγκίνηση, αναδεικνύοντας μια νέα ισορροπία ανάμεσα στον μουσικό και στην ερμηνεία του. Τη στιγμή που μέσα στο στούντιο της ηχοληψίας, ολοκληρώνοντας μια υποδειγματική ηχογράφηση, διαπιστώνει κανείς τη σημασία τού να ακούει ο ένας μουσικός τον άλλο.

Εκείνη την εποχή τα μαύρα βινύλια με την πράσινη ετικέτα στη μέση και τα ασημένια τυπωμένα αρχικά αριθμούσαν μόνο λίγες δεκάδες τίτλους. Δίσκους που σε πολλούς άλλαξαν τη ζωή, γεμίζοντάς τη με νέες πρωτόφαντες αισθήσεις.

1969, Οκτώβρης μήνας ήταν, και αυτός, ένας 26χρονος νεαρός μουσικός, μπασίστας της Συμφωνικής Ορχήστρας του Βερολίνου, με πολλές εμπειρίες παραγωγής καθώς συνεργαζόταν με την κλασική δισκογραφική ετικέτα της Deutsche Grammophon. Ένας μουσικός εξερευνητής-εραστής της jazz από τη free jazz ως την avant garde και τις ευρωπαϊκές πρωτοπορίες, τον Βoulez, τον Penderecki ή τον Stockhausen, που αισθάνεται ότι, με εξαίρεση την κλασική, η υπόλοιπη μουσική δημιουργία δεν αντιμετωπίζεται με τη δέουσα εκτίμηση, την ενέργεια και την ενάργεια, τo περιβάλλον και την προσοχή που της αξίζει. Και αποφασίζει να δημιουργήσει την Edition of Contemporary Music.

Ο Eicher μεγάλωσε ακούγοντας τα πουλιά και βλέποντας τα βουνά γύρω από τη λίμνη της Κωνσταντίας, κοντά στη γενέτειρά του. Η μητέρα του, κλασική τραγουδίστρια, τα ακούσματα στο σπίτι ήταν οι μουσικές του Schumann, του Schubert ή του Beethoven, ο ίδιος σπούδασε βιολί και μπάσο. Αυτό το τελευταίο ήταν που αποτέλεσε και τον σύνδεσμό του με την jazz.

Και ήταν ο σκοτεινός σπινθηροβόλος ήχος του μπασίστα Paul Chambers στο Kind of Blue του Miles που τον ενθάρρυνε να βάλει στην άκρη το βιολί και να εξερευνήσει τα ρεύματα της αυτοσχεδιαστικής μουσικής. Στο πρώτο του ταξίδι στη Νέα Υόρκη, ήταν μια αποκάλυψη η εμπειρία του τρίο του Bill Evans με τον Scott LaFaro στο μπάσο και τον Paul Motian στα τύμπανα να παίζουν στον υπόγειο ναό της Μέκκας της jazz, το κλαμπ Village Vanguard. Αλλά και στην Ευρώπη υπήρξαν αποκαλυπτικές οι συναντήσεις του με την αμερικανική μουσική. Από τον Miles ώς τον Coltrane και πολλές άλλες εμπειρίες με μουσικούς και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

«We are free at last!»

Σαν μια πρώτη δήλωση των αισθητικών προθέσεών του, την πρωτοχρονιά του 1970 κυκλοφορεί το «Free at Last» του απόκληρου της αμερικανικής βιομηχανίας της δισκογραφίας και πρόσφατα εγκαταστημένου στο Μόναχο πιανίστα της jazz Mal Waldron. Ο τίτλος του, σημαδιακός. Ήταν οι τελευταίες λέξεις του αξέχαστου πάστορα-κήρυκα της φυλετικής ισοτιμίας στη διχασμένη από το ρατσιστικό μίσος χώρα των μεγάλων ευκαιριών, των αγεφύρωτων αντιθέσεων. Του Martin Luther King, λίγο πριν τη δολοφονία του. «We are free at last!»

 

Μετά έφτασαν και έμειναν για πάντα ο Jan Garbarek το 1970 με το «Afric Pepperbird» και ο Keith Jarrett με το «Facing You», το 1971. Στα αυτιά του νεαρού Νορβηγού σαξοφωνίστα είχαν φτάσει φήμες για εκείνον τον τρελό Γερμανό από το Lindau που ηχογραφούσε τις εκλεκτικές παραγωγές του στο Όσλο, αποκλειστικά στο Rainbow Studio του συμπατριώτη του Jan Erik Kongshaug, κι αυτό γιατί ο Eicher είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην αισθητική πλευρά της ηχοληψίας του. H δημιουργική τους σχέση, μία από τις μακρύτερες στον κόσμο της Jazz, κράτησε πάνω από σαράντα χρόνια και απέφερε εκατοντάδες δίσκους, γιατί ήξεραν και οι δύο τι ακριβώς επιδιώκουν.

Ο 25χρονος Αμερικανός πιανίστας ήταν ήδη διάσημος από τη δίχρονη συνεργασία του, ανάμεσα στο 1966 και το 1968, με το δημιουργικό κουαρτέτο του σαξοφωνίστα Charles Lloyd, την ολιγόμηνη συμμετοχή του στο πολυεθνικό ηλεκτρικό γκρουπ του Miles Davis (1970-1971) και τις ηχογραφήσεις του από το 1968 ώς το 1975 για την Atlantic και την Impulse! με το «αμερικανικό» του κουαρτέτο που συναποτελούσαν οι ισχυρές μουσικές προσωπικότητες των Dewey Redman, Charlie Haden και Paul Motian - όλοι απόντες πια.

O Manfred Eicher είχε στο μεταξύ ανακαλύψει τα μουσικά τοπία του ευρωπαϊκού Βορρά, στα οποία η ντόπια φολκλορική παράδοση συναντούσε την κλασική μουσική επιρροή. Και όταν ο Jarrett βρέθηκε στα μέσα της δεκαετίας του '70 με τη σκανδιναβική του «Dream Team», τον Δανό μπασίστα Palle Danielsson, τον Σουηδό ντράμερ Jon Christensen και τον πνευστό Νορβηγό εξερευνητή των ήχων Jan Garbarek, ήξερε ότι η συνάντηση αυτή ήταν αναπόφευκτη. Ο Γερμανός παραγωγός είχε καταλάβει το «μέγεθος» του καλλιτέχνη και ο ανήσυχος πιανίστας βρήκε το δισκογραφικό καταφύγιο στο οποίο θα μπορούσε να εκφράσει ελεύθερα τη δημιουργικότητά του.


Manfred Eicher και Keith Jarrett, 1973, Μόναχο

Πηγή έμπνευσης

Η σχέση τους υπήρξε καταλυτική για τη συνέχεια: Τα άλμπουμ της συνεργασίας του Jarrett με τον Garbarek (“Belonging”, “My Song”, “Nude Ants” τρία απ' αυτά) αλλά και το τριτορευματικό “Arbour Zena” με τους Charlie Haden και Jan Garbarek να τον συμπληρώνουν δίπλα στα μέλη της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ραδιοφωνίας της Στουτγάρδης έγιναν ανάρπαστα και μόνιμη πηγή έμπνευσης για μια ολόκληρη νέα γενιά Ευρωπαίων μουσικών σε Ανατολή και Δύση, και από τις δύο πλευρές του τείχους του Βερολίνου, που θέλησαν να εκφραστούν με την τέχνη του αυτοσχεδιασμού, της στιγμιαίας σύνθεσης, συχνά μπροστά σε ένα αχόρταγο για μουσικούς νεωτερισμούς, κοινό που μαγευόταν από αυτό το ιδιότυπο crossover, τη σύγκλιση της “καλής” μουσικής με την jazz και τις όπου Γης εθνικές μουσικές.

Αυτή η «αποπλάνηση» της jazz από τη μουσική δωματίου εκφράστηκε από καλλιτέχνες της αξίας του Stefan Micus, του John Surman, του Tomasz Stanko, του Bobo Stenson, του Terje Rypdal, του Bill Frisell, του Pat Metheny, του Anouar Brahem, της Carla Bley, του Ralph Towner με τους Oregon, των Βραζιλιάνων Nana Vasconcelos και Egberto Gismonti, του Lester Bowie με τους Art Ensemble of Chicago ή τους Brass Fantasy και, κλείνοντας κάπου εδώ αυθαίρετα έναν ατελείωτο κατάλογο μουσικών αυθεντιών, τους ανατρεπτικούς ήχους του “Return to Forever” του φλογερού Armando Chick Corea.

H επόμενη γενιά της ECM έφτασε στο προσκήνιο σαν μια αβίαστη συνέπεια. Μια γενιά που μεγάλωσε με την προσδοκία κάποιος επιτέλους να δώσει σημασία στην τέχνη της, την καλλιτεχνική της ιδιοσυστασία και όχι στην εμπορικότητα της μουσικής της προσφεύγει στην ECM και προσδοκά να ηχογραφήσει για μια εταιρεία που δεν υπογράφει καν συμβόλαια!

Η δέσμευση ανάμεσα στον μουσικό και τον παραγωγό γινόταν σφίγγοντας τα χέρια και θα συνεχιζόταν αν απλά υπήρχε μια αμοιβαιότητα στις αναζητήσεις των δύο πλευρών. Εδώ που το βλέμμα έχει περισσότερη σημασία, όταν κάποιοι βλέπουν τα πράγματα από την ίδια γωνία. Κι εδώ αξίζει να αναφερθούν απλά μερικά ονόματα: Charles Lloyd, Manu Katche, Tord Gustavsen, Avishai Cohen, Marcin Wasilievsky, VJ Iyer, Niels Petter Molvaer, Enrico Rava, Stefano Bollani, Gianluigi Trovesi, Stefano Battaglia και ότι αυτά σημαίνουν στην εξέλιξη της μουσικής στον “Καλύτερο ήχο μετά τη σιωπή”, τον ήχο της ECM. Ο τρόπος που ο Eicher διευθύνει μια παραγωγή, μια ηχογράφηση θυμίζει έναν σκηνοθέτη την ώρα των γυρισμάτων μιας κινηματογραφικής ταινίας. Ζουμάρει, μοντάρει, φυγαδεύει την πολύτιμη στιγμή, επιλέγει τον κατάλληλο χρόνο.

ECM New Series

Ένα φεγγαρόλουστο βράδυ οδηγούσε στον αυτοκινητόδρομο από τη Στουτγάρδη προς το Μόναχο όταν άκουσε στο ραδιόφωνο, σε μια μετάδοση της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας, κάτι που τον αναστάτωσε. «Ήταν τόσο όμορφο. Έμοιαζε αγγελική αυτή η μουσική. Σταμάτησα στην άκρη του δρόμου για να της αφοσιωθώ. Ανέβηκα σε έναν λόφο για καλύτερη λήψη και το άκουσα μέχρι το τέλος. Χρειάστηκε να περάσει ένας ολόκληρος χρόνος από εκείνη τη στιγμή μέχρι να ανακαλύψω ποια ήταν αυτή η μουσική» αφηγούταν χρόνια μετά ο Eicher. Ήταν το έργο “Tabula Rasa του γεννημένου το 1935 Εσθονού συνθέτη Arvo Pärt. Μια αποκάλυψη. Η πρώτη τους συνεργασία το 1984 ήταν το «Άγραφο Χαρτί» της ECM New Series που έκανε γνωστή σε όλο τον κόσμο τη γενιά των σημαντικών μετασοβιετικών συνθετών που τότε βρισκόντουσαν στο περιθώριο της δισκογραφίας: Alfred Schnittke, Giya Kancheli, Tigran Mansurian, Valentin Silvestrov -ανάμεσα σε άλλους- αποκαλύπτονται στο μεγάλο κοινό.

Δύο χρόνια μετά, το 1986, έγινε η συνεργασία του Νορβηγού σαξοφωνίστα Jan Garbarek με την Ελένη Καραΐνδρου για τη μουσική της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ο Μελισσοκόμος». Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος Έλληνας μουσικός υπέγραφε με την ECM. Ακολούθησαν η Σαβίνα Γιαννάτου με τους Primavera En Salonico, ο πιανίστας Βασίλης Τσαμπρόπουλος...

«Δεν ηχογραφώ τους Έλληνες εξαιτίας της εθνικότητάς τους, αλλά γιατί έχω μια συγγένεια με αυτούς τους μουσικούς ως υψηλού επιπέδου ξεχωριστές καλλιτεχνικές προσωπικότητες. Η δουλειά της Ελένης Καραΐνδρου δεν μοιάζει μ’ εκείνη του Βασίλη Τσαμπρόπουλου, ούτε ο ήχος του Βασίλη μοιάζει μ’ εκείνον της Σαβίνας Γιαννάτου. Τώρα, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο καθένας απ' αυτούς τους μουσικούς έχει επηρεαστεί βαθιά από την εμπειρία τού να ζει στην Ελλάδα, αλλά αυτό δεν είναι η βάση πάνω στην οποία τους συναντώ. Το ενδιαφέρον μου εστιάζεται στην καλλιτεχνική τους ανεξαρτησία και πρωτοτυπία».

Εν τω μεταξύ, ήρθαν οι παλιοί κλασικοί μέσα από αριστοτεχνικές ερμηνείες, όπως αυτές τoυ András Schiff στον κύκλο Beethoven, του Gidon Kremer στις σονάτες και τις παρτίτες του Bach, της Kim Kashkashian, του Thomas Demenga, των Hillard Ensemble, των κουαρτέτων Zehetmair και τόσων άλλων. Αλλά και οι μεγάλοι του μοντερνισμού, όπως οι Carter, Cage, Kurtág, Stockhausen, Berio, Lachenmann, Holliger, που κατέχουν μια περίοπτη θέση στο ρεπερτόριο της ECM. Σήμερα, η μουσική της χωράει εξίσου μια μια jazz μπαλάντα σαν το “My Funny Valentine”, τη free jazz του Ornette Coleman, ηλεκτροακουστικά ηχητικά πειράματα, ελληνική μουσική, ήχους σουηδικού βιολιού, ιρανoϊνδικές συνθέσεις ή τη μουσική μιας ρωσικής ταινίας. Η ECM αγαπά το σινεμά, το θέατρο και τη λογοτεχνία. Ξεχωριστές στιγμές, τα σάουντρακ “Histoire(s) du Cinema” και “Nouvelle Vague” του Jean-Luc Goddard και οι μουσικοί της Ελένης Καραΐνδρου για τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Διεθνές συνέδριο και συναυλία

Πενήντα χρόνια ECM λοιπόν και στη Θεσσαλονίκη θα γίνει φέτος (1 - 3 Μαρτίου) η τακτική ετήσια παγκόσμια συνάντηση αντιπροσώπων και καλλιτεχνών της. Ένα διεθνές συνέδριο που θα δώσει παγκόσμια ακτινοβολία στην πόλη του Θερμαϊκού, την πρώτη του ευρωπαϊκού Νότου που επιλέχτηκε για τη συγκεκριμένη εκδήλωση. Εκεί θα είναι και ο εμπνευστής και ιδρυτής της Manfred Eicher, που πρόσφατα τιμήθηκε για το έργο του και ανακηρύχθηκε σαν o πρώτος μουσικός παραγωγός ανάμεσα στους εκατό πιο σημαντικούς ανθρώπους της μουσικής -δίπλα στον Brahms και τον Liszt- από τη London Royal Academy of Music.

Κορυφαία στιγμή των εκδηλώσεων, η συναυλία που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 2 Μαρτίου 2019 στην αίθουσα Αιμίλιος Ριάδης του ΜΜΘ, όπου θα παρουσιαστούν καλλιτέχνες της νέας γενιάς της ECM. Το Mats Eilertsen Τrio από τη Νορβηγία, η Elina Duni από την Αλβανία και το κουαρτέτο του Σωκράτη Σινόπουλου από την Ελλάδα συνομιλούν με τον χρόνο, τον χώρο και τον τρόπο του «Καλύτερου ήχου μετά τη σιωπή».

Ο ατμοσφαιρικός Νορβηγός μπασίστας Mats Eilertsen με τη νέα δισκογραφική του πρόταση “And Then Comes The Night θα μας μεταφέρει με το τρίο του (Harmen Fraanje πιάνο, Mats Eilertsen ακουστικό μπάσο, Thomas Strοnen ντραμς) στα τόσο γνώριμα στην ΕCM τοπία του Βορρά.

Η εντυπωσιακή φωνή της Elina Duni με πιάνο, κιθάρα και κρουστά στο “Partir”, τη νέα της δουλειά, θα αφηγηθεί τις δικές της προσεγγίσεις μεγάλων τραγουδιών του ευρωπαϊκού χώρου και προσωπικές καταθέσεις μνήμης από την πατρίδα της, την Αλβανία.

Επίλογος της συναυλίας, το κουαρτέτο του Έλληνα λυράρη Σωκράτη Σινόπουλου που με τους Γιάννη Κυριμκυρίδη στο πιάνο, Δημήτρη Τσεκούρα στο μπάσο, Δημήτρη Εμμανουήλ στα ντραμς, θα παρουσιάσει σε παγκόσμια πρώτη τις νέες του συνθέσεις για το “Meta-modal” που κυκλοφορεί στις 15 Μαρτίου 2019 από την ECM.

Πολλές ακόμα δραστηριότητες, συναυλίες, αφιερώματα, εκπομπές και συζητήσεις σε όλο τον κόσμο θα γίνουν μέχρι το τέλος του 2019 με την ευκαιρία της επετείου των πενήντα χρόνων της δισκογραφικής εταιρείας με τις πάνω από 1.500 ηχογραφήσεις και ένα δυναμικό που ξεπερνάει τους 600 καλλιτέχνες.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις